Όπως οι αθωνικές βιβλιοθήκες του Μεσαίωνα μέσω των χειρογράφων τους μετέδωσαν τα ειδωλολατρικά κλασικά γράμματα αλλά και τον όγκο της χριστιανικής μάθησης, έτσι και οι νεότερες αθωνικές βιβλιοθήκες πάντοτε συμπεριλαμβάνουν τα πλέον ριζοσπαστικά βιβλία του ελληνικού Διαφωτισμού
Του Νίκου Παπουτσόπουλου
Την ακτινοβολία του Αγίου Όρους κατά τη διάρκεια της μακράς οθωμανικής κυριαρχίας στον ορθόδοξο κόσμο προβάλλει ο πολύτιμος τόμος «Άγιον Όρος και χριστιανική οικουμένη, η ακτινοβολία της μοναστικής πολιτείας στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (1423/24-1912)», έκδοση της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, 2026, (συντονιστής Δρ. Κωνσταντίνος Μυγδάλης). Επιστημονικά άρθρα και απάνθισμα κειμένων ερευνητών αποτυπώνουν τη συμβολή και τη λάμψη της μοναστικής πολιτείας του Άθω στους λαούς κυρίως της Βαλκανικής σε χαλεπούς καιρούς, παράλληλα με την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας, η οποία αποτέλεσε βασικό συστατικό της εθνικής ταυτότητας πολλών χριστιανικών πληθυσμών της μείζονος περιοχής.
«Κάποια κείμενα αναφέρονται σε ενδεικτικά “στιγμιότυπα” της ιστορικής παρουσίας των διαφόρων εθνοπολιτισμικών ομάδων στο Άγιον Όρος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας» σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα του τόμου ο καθηγητής Κρίτων Χρυσοχοΐδης, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, «φιλοδοξώντας να υπομνηματίσουν τις αμφίδρομες σχέσεις που διατηρούσαν με τις χώρες προέλευσής τους.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
Άλλα κείμενα εστιάζουν στα πνευματικά κινήματα που αναπτύχθηκαν την ίδια περίοδο και διαδόθηκαν ευρύτατα εκτός του Άθω, ασκώντας βαθύτατη επίδραση στον κοσμικό πνευματικό βίο ή έχουν ως θέμα την πρόσληψη αλλά και την ώσμωση με τα ιδεολογικά ρεύματα που αναπτύσσονται στη Δύση. Τέλος, μια ομάδα κειμένων εισάγει τον αναγνώστη στις απαρχές και στην εξέλιξη του γοητευτικού κόσμου των αθωνικών επιστημονικών ερευνών, αναδεικνύοντας το διεθνές ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την Ιστορία, τους μοναστικούς θεσμούς, την πνευματικότητα και την τέχνη της αθωνικής μοναστικής πολιτείας».

«Σε μια εποχή που όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται τη σημασία του θρησκευτικού φαινομένου στη γεωπολιτική θεωρήσαμε ορθό να αναζητήσουμε τα κοινά στοιχεία των εθνικών ταυτοτήτων των υπόδουλων στους Οθωμανούς, ορθόδοξων χριστιανών» επισημαίνουν στον πρόλογο ο δρ Μάξιμος Χαρακόπουλος, γενικός γραμματέας της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (ΔΣΟ), και ο Ioan Vulpescu, πρόεδρος της γενικής συνέλευσης της ΔΣΟ. «Το Άγιον Όρος, το οποίο στάθηκε στους αιώνες της Τουρκοκρατίας (1430-1912) φάρος πίστης, ελπίδας και γνώσης, αποτελεί ιδανικό χώρο για μια τέτοια προσέγγιση. Ως γνωστόν, ο τόπος τελούσε υπό την πνευματική ευθύνη του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Οι υποψήφιοι μοναχοί, προερχόμενοι είτε από τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είτε εκτός αυτής, έχοντας διαφορετικές εθνικές και γλωσσικές παραδόσεις, ενδυόμενοι το μοναχικό σχήμα του αγιορείτη, καθίσταντο διάκονοι της Υπεραγίας Θεοτόκου και μόνο, υπερβαίνοντας τοπικισμούς, γλωσσικές διαφορές και τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις. Σκοπός, λοιπόν, αυτού του τόμου είναι να προσφέρει στον αναγνώστη μια ευσύνοπτη αλλά και ουσιαστική γνώση για την παρουσία του Αγίου Όρους ανάμεσα στους ορθόδοξους χριστιανικούς λαούς και την ακτινοβολία του κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, μέσω ενός απανθίσματος κειμένων που έχουν άξονα τη διορθόδοξη οικουμενική ακτινοβολία του Όρους».
ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
Άγιον Όρος και χριστιανική οικουμένη. Χριστιανική οικουμένη την οποία δοκιμάζουν νέες προκλήσεις στα όρια γεωπολιτικών ή οικονομικών συμφερόντων και εμμονικών πολιτικών επεκτατισμού και σφαιρών επιρροής, μακράν των κοινών θρησκευτικών και εθνοτικών ταυτοτήτων, καθώς αιματηρές συγκρούσεις και πολύνεκροι πόλεμοι, εκτοπίσεις, αναγκαστικές μετοικεσίες και σφαγές αμάχων εξωθούν πληθυσμούς σε αναζήτηση ασφαλών καταφυγίων.
Στη Μονή Χιλανδαρίου είχε καταφύγει στον 15ο αιώνα η σερβική αριστοκρατία, «εξαντλημένη», όπως αναφέρει ο Alexandar Fotic, «από τους μακρόχρονους πολέμους και τη διάλυση του σερβικού δεσποτάτου. Σε έγγραφο της δέσποινας Αγγελίνας του 1495/96 σημειώνεται ότι το Χιλανδάρι αποτελεί ιερό καταφύγιο από καταιγίδες και συμφορές για τους Σέρβους» (Η Μονή Χιλανδαρίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία).

ΜΗΤΕΡΑ
Άλλωστε τη Μονή Χιλανδαρίου και τη Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιον Όρος είχε πολλαπλώς ευεργετήσει η Σέρβα πριγκίπισσα Μάρα Μπράνκοβιτς και, όπως αναφέρει ο A. Fotic, «ο ρόλος της Μάρας τονίζεται στις σερβικές γενεαλογίες με τον ακόλουθο τρόπο: η Μπράνκοβιτς θεωρούνταν από τους μοναχούς του Αγίου Όρους και των άλλων μονών μητέρα».
«H αυτοκρατορική πολιτική καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο υπήρξε ιδιαίτερα ευνοϊκή για το Άγιον Όρος» γράφει ο Κρ. Χρυσοχοΐδης. «Όλα τα μοναστήρια, ανεξάρτητα από την εθνοτική προέλευση των μοναζόντων, ονομάσθηκαν σε κάποια εποχή του βίου τους βασιλικαί μοναί, δηλαδή βασιλικά ιδρύματα προστατευόμενα από τις επεμβάσεις πολιτικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Προνόμια, φοροαπαλλαγές και δωρεές βασιλέων αλλά και αξιωματούχων τα καθιστούν εύρωστους οικονομικούς οργανισμούς που επιτρέπουν την επιτέλεση του πνευματικού τους έργου.
Ηγεμονικές δωρεές μετοχίων κατά τα βυζαντινά πρότυπα συνεχίσθηκαν και στους οθωμανικούς χρόνους. Είναι γνωστό ότι, από τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες του 16ου αιώνα, οι δαψιλείς χρηματικές επιχορηγήσεις των ηγεμόνων της Μολδαβίας και της Βλαχίας προς τα αθωνικά καθιδρύματα συμπληρώνονται με προσηλώσεις μεγάλων μοναστηριών της επικράτειάς τους με τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία. Οι δωρεές βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των ηγεμόνων, οι οποίοι θέλουν να καθιερώσουν τους εαυτούς τους ως διαδόχους των βυζαντινών αυτοκρατόρων και ως προστάτες των Ορθοδόξων της οθωμανικής αυτοκρατορίας» (Κρίτων Χρυσοχοΐδης, «Άθως και Ρωσία, 15ος-18ος αι., Ιδεολογήματα και Πραγματικότητες»).
«Κανένας ορθόδοξος λαός δεν έχει κάνει τόσο καλό στο Άγιον Όρος όσο οι Ρουμάνοι» είχε διαπιστώσει ο Ρώσος ερευνητής P. Uspenskii, αναφέρει η Lydia Cotovanu στο άρθρο «Από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες στο Άγιον Όρος», για τις «ρουμανο-αθωνικές σχέσεις και τις πολυάριθμες και άφθονες ηγεμονικές δωρεές από τις οποίες επωφελήθηκε η μοναστική αθωνική κοινότητα ήδη από την εποχή της ίδρυσης των ηγεμονιών της Βλαχίας και της Μολδαβίας».

«Αν και έχουμε την τάση να θεωρούμε τον Άθω ένα θραύσμα του Βυζαντίου που επιβίωσε στον σύγχρονο κόσμο, η ιστορία του πόρρω απέχει από τη στατικότητα ή τη στεγανότητα. Όπως οι αθωνικές βιβλιοθήκες του Μεσαίωνα μέσω των χειρογράφων τους μετέδωσαν τα ειδωλολατρικά κλασικά γράμματα αλλά και τον όγκο της χριστιανικής μάθησης, έτσι και οι νεότερες αθωνικές βιβλιοθήκες πάντοτε συμπεριλαμβάνουν τα πλέον ριζοσπαστικά βιβλία του ελληνικού Διαφωτισμού και στους κώδικες του 18ου και του πρώιμου 19ου αιώνα μπορούμε να βρούμε κάποια από τα πιο ρηξικέλευθα κείμενα κριτικής της θρησκείας που γράφτηκαν την περίοδο αυτή» (Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Ο Άθως και ο Διαφωτισμός»).
«Ο οικουμενικός χαρακτήρας της μοναστικής κοινότητας θα ενισχυθεί και θα εμπλουτισθεί ακόμη περισσότερο κατά τον 14ο αιώνα και ως τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, περίοδο εδαφικής και οικονομικής συρρίκνωσης του Βυζαντίου» υπογραμμίζει ο Κρίτων Χρυσοχοΐδης. «Σε μία περίοδο εμφυλίων πολέμων, καθολικής αναταραχής στον χώρο των Bαλκανίων και σταδιακής διεισδύσεως και εγκαταστάσεως των Oθωμανών στην Eυρώπη, επτά μοναστήρια θα ιδρυθούν ή θα επανιδρυθούν ή θα ανακαινισθούν εκ βάθρων και όλα θα συγκαταριθμηθούν σταδιακά στον παγιωθέντα αριθμό των 20 κυρίαρχων αγιορειτικών μονών, διαμορφώνοντας σχεδόν οριστικά τον γεωγραφικό χάρτη αλλά και τη φυσιογνωμία της αθωνικής κοινότητος. Δέον να υπογραμμισθεί ιδιαίτερα ότι οι πληθωρικές κτητορικές δραστηριότητες της εποχής αυτής, στις πλείστες των περιπτώσεων, συνδέονται άμεσα με Βαλκάνιους (Σέρβους, Ρουμάνους και Βουλγάρους) ηγεμόνες ή ευγενείς. Βασική τους επιδίωξη, πέραν από τη σωτηρία της ψυχής τους, ήταν να αυξήσουν το κύρος τους και να επιβεβαιώσουν τον ηγετικό τους ρόλο, συμβολικό ή πραγματικό, στον ούτως ή άλλως ανασφαλή ορθόδοξο κόσμο των Βαλκανίων, αξιοποιώντας την αίγλη που προσδίδει η ιδιότητα του προστάτη και χορηγού ενός ιερού καθιδρύματος στο κατεξοχήν μοναστικό κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού. Στις αλλογενείς μοναστικές κοινότητες, παλαιές και νέες, η γλωσσική διαφορετικότητα είναι αποδεκτή εφόσον συνδέεται με την καθαρότητα του ορθόδοξου δόγματος και το κοινό ασκητικό ιδεώδες. Σε αυτό συνέβαλε και το πνευματικό κίνημα του ησυχασμού που αναπτύχθηκε αυτήν την εποχή και το οποίο διαπέρασε όλες τις εθνοτικές οντότητες του Άθω, αλλά και πέρα από αυτόν.
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
Ωστόσο, σταθερές προϋποθέσεις των κτητορικών τους πρωτοβουλιών παραμένουν η άμεση αναγνώριση της βυζαντινής κεντρικής εξουσίας και η de facto εκκλησιαστική υπαγωγή των μονών που φιλοξενούν αλλογενείς μοναχούς στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η τελευταία προϋπόθεση παραμένει απαρασάλευτη έως σήμερα».
Τον οικουμενικό χαρακτήρα του Άθω, την οικουμενικότητα του Ανατολικού Ορθόδοξου μοναχισμού αλλά και το πλέγμα των σχέσεων του ορθόδοξου κόσμου με το Άγιον Όρος αποδίδει ευσύνοπτα η εξαίρετη συναγωγή αντιπροσωπευτικών επιστημονικών άρθρων (επιλογή κειμένων από τον καθηγητή Κρ. Χρυσοχοΐδη).
Μοναδικές εικόνες και σπάνια εικονογραφικά τεκμήρια που υπομνηματίζουν τα κείμενα κοσμούν τις σελίδες του τόμου «Άγιον Όρος και Χριστιανική Οικουμένη» ανήκουν στην Αγιορειτική Φωτοθήκη (www.athosmemory.gr) και μεταφέρουν με ιδιαίτερη ευαισθησία τον αναγνώστη στη μοναδική πνευματική ατμόσφαιρα του Άθω, ιερού και κοινού Παλλάδιου της Ορθοδοξίας.
Πηγή: dimokratia.gr




