Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, αποτελεί απλή σύμπτωση
Του Strange Attractor
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια ιστορική και ηλιόλουστη χώρα ονόματι Γρεκία, ζούσε ένας ψηλός βασιλιάς.
Που έγινε βασιλιάς όταν οι ξένοι δανειστές και τοκογλύφοι, δράκοι με κοστούμια και γραβάτες, είχαν απλώσει τα νύχια τους πάνω στη χώρα. Ζητούσαν χρυσάφι, χωράφια, λιμάνια, και την… ψυχή των κατοίκων.
Ο ψηλός βασιλιάς πάλεψε μαζί τους χρόνια ολόκληρα. Άλλοτε με σπαθί, άλλοτε με υπομονή, άλλοτε με πείσμα.
Και στο τέλος κατάφερε να διώξει τους περισσότερους δράκους πίσω στα μακρινά και ανήλιαγα κάστρα τους.
Οι σώφρονες υπήκοοι τον χειροκροτούσαν, οι περισσότεροι όμως τον λοιδορούσαν. Ο καθένας για δικούς του λόγους… κυρίως ιδιοτελείς.
Οι αυλικοί του από την άλλη… τον χειροκροτούσαν δυνατότερα όλων.
Κάθε πρωί σχηματιζόταν ουρές μπροστά από τον θρόνο του.
Πριν εμφανιστούν δίπλα στον ψηλό, δεν τους ήξερε ούτε ο ταχυδρόμος της γειτονιάς τους. Ξαφνικά όμως, και χάρη σε εκείνον, έγιναν κόμητες, υπουργοί, αυλάρχες, βαρόνοι, συμβουλάτορες, και κάτοχοι χρυσών αμαξών.
Κάποιοι έγιναν ακόμη και… τηλεοπτικοί αστέρες.
Κι όσο ανέβαιναν, τόσο περισσότερο γυάλιζαν… τις παντόφλες του βασιλιά.
Όλοι είχαν το ίδιο ταλέντο.
Χειροκροτούσαν πριν ακόμη τελειώσει την πρότασή του.
Γελούσαν πριν καν ειπωθεί το αστείο.
Συμφωνούσαν πριν ακούσουν την άποψη.
Και έγλειφαν τόσο επιμελώς την εξουσία του, ώστε τα βασιλικά παπούτσια έμοιαζαν κάθε μέρα λουστραρισμένα…
Ανάμεσά τους υπήρχε κι ένας γόνος μεγάλης βασιλικής οικογένειας.
Γεννημένος με ασημένιο κουτάλι στο στόμα, και χρυσό επώνυμο στην πλάτη.
Ο ψηλός, πιστεύοντας πως έτσι μπορεί να νικήσει τα οικογενειακά φαντάσματα, και τους εφιάλτες, τον έκανε υπουργό.
Λάθος του…
Γιατί ο γόνος κατά βάθος, και λόγω οικογενειακών ιδεοληψιών, μισούσε τον ψηλό, άσχετα αν τον έγλειφε και αυτός πατόκορφα.
Όχι επειδή του είχε κάνει κακό…
Αλλά επειδή έτσι είχε μάθει από τον πατέρα του, έναν παλιό βασιλιά που, σύμφωνα με τον λαϊκό θρύλο, αγαπούσε περισσότερο να… διαπλέκεται παρά να κρατάει ψηλά τη σημαία.
Το παλιό μίσος είχε περάσει σαν οικογενειακό κειμήλιο από γενιά σε γενιά.
Ο γόνος όμως το έκρυβε επιμελώς…
-Μεγαλειότατε, είστε σοφότερος κι από τον Σολομώντα!
– Μεγαλειότατε, αν υπήρχε δεύτερος σαν κι εσάς, θα ήταν πάλι εσείς!
– Μεγαλειότατε, ακόμη και ο ήλιος ανατέλλει επειδή… του το επιτρέπετε!
Και άλλα τέτοια γλιτσερά.
Ο ψηλός χαμογελούσε αμήχανα…
Τα χρόνια κύλησαν. Ήρθαν άλλοι βασιλιάδες…
Ο ψηλός αποσύρθηκε ήσυχα από τον θρόνο, πιστεύοντας πως είχε έρθει η ώρα των νεότερων.
Και τότε… ο γόνος πρίγκιπας έγινε βασιλιάς. Με τη βοήθεια του ψηλού…
Στην αρχή όλοι μιλούσαν για ενότητα.
Έπειτα άρχισε η λήθη.
Ο νέος βασιλιάς έκανε πως δεν θυμόταν ποιος τον είχε ανεβάσει στον θρόνο.
Κι όταν ο ψηλός, από το μικρό του εξοχικό, τόλμησε να πει πως κάτι δεν πήγαινε καλά στις σχέσεις του βασιλείου με τα γειτονικά κράτη, και διαφώνησε με κάποιους νέους αντικοινωνικούς νόμους, ο γόνος εξοργίστηκε!
«Διαγράφεται», διέταξε στους υποτακτικούς του!
Άστραψε και βρόντηξε με το θράσος του ψηλού…
Και τον έσβησε από τα βασιλικά κατάστιχα.
Οι παλιοί αυλικοί δεν έχασαν ούτε λεπτό.
Οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε γυάλιζαν τις παντόφλες του ψηλού, έτρεξαν να γυαλίσουν τα μποτάκια του νέου βασιλιά.
Χειροκροτούσαν πιο δυνατά από όλους.
– Σωστή η διαγραφή!
– Επιτέλους τελειώσαμε με το παρελθόν!
-Το παράκανε ο ψηλός!
– Ο νέος βασιλιάς είναι το μέλλον, είναι ο Μωυσής!
Κάποιοι μάλιστα έκαναν τόσο βαθιές υποκλίσεις, που έβλεπαν τον κόσμο ανάποδα.
Η ζωή όμως έχει παράξενη αίσθηση του χιούμορ…
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι ένας αυλικός μπλέχτηκε σε σκάνδαλο.
Μετά δεύτερος.
Ύστερα τρίτος…
Άλλος έτρεχε στα δικαστήρια.
Άλλος στις εξεταστικές.
Άλλος έψαχνε δικηγόρο.
Ο γόνος κοίταζε αλλού…
«Δεν ξέρω τίποτα, και εξάλλου δεν τους γνωρίζω ιδιαίτερα», έλεγε…
Και τους άφηνε να πέφτουν σαν… ώριμα αχλάδια.
Οι χθεσινοί χειροκροτητές κατάλαβαν πως το καινούριο παλάτι δεν είχε θέση γι’ αυτούς.
Οι πόρτες έκλεισαν.
Τα τηλέφωνα σώπασαν.
Οι προσκλήσεις εξαφανίστηκαν.
Κανείς δεν θυμόταν πια πόσο πιστοί γλείφτες ήταν.
Στο μεταξύ ο νέος βασιλιάς άρχισε να χάνει μάχες.
Άλλες στην οικονομία.
Άλλες στην καθημερινότητα.
Άλλες στην εξωτερική πολιτική.
Ο λαός γκρίνιαζε.
Και πλησίαζαν νέες εκλογές.
Τότε έγινε κάτι που κανείς δεν περίμενε.
Ο ψηλός ξαναβγήκε από την ησυχία του.
Όχι για να πάρει εκδίκηση.
Αλλά για να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο, με καινούρια σημαία, και καινούριους συντρόφους.
Οι παλιοί γλείφτες αναθάρρησαν, και άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του.
Ένας κρατούσε ανθοδέσμη.
Άλλος κουτί με γλυκά.
Άλλος δημοσίευε παλιές φωτογραφίες αγκαλιά με τον ψηλό.
Άλλος ορκιζόταν πως ποτέ δεν είχε συμφωνήσει με τη διαγραφή.
«Μεγαλειότατε αδικηθήκατε…»
«Μια παρεξήγηση ήταν…»
«Εμείς πάντα μαζί σας ήμασταν…»
«Να σας εξηγήσουμε…»
Ο ψηλός τους κοίταζε ήρεμα, χαμογελώντας…
Δεν θύμωσε.
Δεν φώναξε.
Δεν εκδικήθηκε.
Απλώς συνέχισε να περπατά…
Αγνοώντας τους.
Κι εκείνοι έμειναν πίσω, κρατώντας τα γλυκά, τα λουλούδια, και τις δικαιολογίες τους.
Δυστυχώς για εκείνους, υπάρχουν τιμωρίες που δεν χρειάζονται δικαστές.
Αρκεί να σε εγκαταλείψει εκείνος που κάποτε σε σήκωσε από την αφάνεια, και που σου έδωσε υπόσταση. Κι εσύ τον πούλησες…
Και έτσι οι άλλοτε πανίσχυροι αυλικοί έμειναν ανίσχυροι και μόνοι.
Όχι επειδή τους πολέμησαν οι εχθροί της Γρεκίας.
Αλλά επειδή πρόδωσαν τον μοναδικό άνθρωπο που τους έκανε κάποτε σημαντικούς…
Κι από τότε, στη Γρεκία, οι διάφοροι ποταποί λένε πως η πιο γλιστερή επιφάνεια δεν είναι ο πάγος, είναι η καριέρα του κόλακα.
Και η πιο σύντομη πολιτική διαδρομή είναι αυτή που ξεκινά από το γλείψιμο, περνάει από την αχαριστία, και καταλήγει στην αφάνεια.
Γιατί η εξουσία αλλάζει χέρια, ο κόλακας όμως αλλάζει μόνο αφεντικό.
Οι σοφοί του βασιλείου έγραψαν τότε μια φράση πάνω στην πύλη του παλατιού: «Ουδείς αγνωμονέστερος του ευεργετηθέντος».
Και από κάτω, κάποιος κακοπροαίρετος πρόσθεσε με σπρέι: «Όποιος γυαλίζει τις παντόφλες της εξουσίας, στο τέλος μένει ξυπόλυτος».




