Τα άστεα δεν αδειάζουν πλέον και οι… ιθαγενείς υποχρεούνται να μετακινούνται με ΜΜΜ. Εκεί όπου η αξιοπρέπεια πάει περίπατο και η ανθρώπινη ανάσα μετατρέπεται σε βιολογικό όπλο μαζικής καταστροφής
Του Παναγιώτη Λιάκου
Όλοι δίνουν προκαταβολές. Ακόμα και το μέλλον. Όποιος έχει κρίματα πολλά και γυρεύει μια πρόγευση Κολάσεως ας πάει μια… κούρσα με το κινούμενο μουρλοκομείο της ελληνικής καθημερινότητας, τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ειδικά τώρα το καλοκαίρι που το έχουμε συνδέσει με εικόνες, ήχους και γεύσεις από θάλασσα, παγωτό, άδειες πόλεις. Η αλήθεια είναι ότι τα άστεα δεν αδειάζουν πλέον και οι… ιθαγενείς υποχρεούνται να μετακινούνται με ΜΜΜ. Εκεί όπου η αξιοπρέπεια πάει περίπατο και η ανθρώπινη ανάσα μετατρέπεται σε βιολογικό όπλο μαζικής καταστροφής.
Μπαίνεις στο λεωφορείο, στον ΗΣΑΠ ή στον Προαστιακό και νιώθεις αμέσως ότι εισέρχεσαι σε μια ιδιότυπη υψικάμινο, ένα καμίνι που θα ζήλευε ακόμα και γερμανική χαλυβουργία. Το κλιματιστικό, αυτό το άγνωστο θαύμα της τεχνολογίας, αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία. Είτε είναι χαλασμένο «λόγω παλαιότητας» είτε υπολειτουργεί φτύνοντας ζεστό αέρα, λες και θέλει να μας προετοιμάσει για την τελική μας κρίση. Και η λύση; Κάτι παράθυρα-θυρίδες, που θυμίζουν πολυβολεία σε οχυρό της Γραμμής Μεταξά. Ανοίγουν ελάχιστα εκατοστά, ίσα ίσα για να μπαίνει μέσα ο καυτός λίβας και να ανακυκλώνει τη γενική δυσωδία.
Κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό πανηγύρι των αισθήσεων. Μια μυρωδιά-κοκτέιλ από ξινισμένη μασχάλη, εγκληματική απλυσιά και μπίχλα που έχει ποτίσει τα καθίσματα από την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Μια ατμόσφαιρα βαριά, ασήκωτη, σαν ψοφίμι γαλάζιας φάλαινας, που σήπεται σε ερημική ακρογιαλιά. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο συνωστισμός είναι τέτοιος, που νιώθεις ότι σε μαρκάρει «μαν του μαν» ο διπλανός σου, ο οποίος, για κακή σου τύχη, αποφάσισε να χρησιμοποιεί αποσμητικό μόνο σε γάμους, βαφτίσια, γιορτές και σχόλες.
Το ανθρώπινο μωσαϊκό επιτείνει την τραγωδία. Νεάντερταλ της ψηφιακής εποχής, πρωτόγονοι με «έξυπνα» τηλέφωνα, που θεωρούν χρέος τους να ενημερώσουν όλο το λεωφορείο για τα γκομενικά τους ή για το τι θα μαγειρέψουν το μεσημέρι, ουρλιάζουν αδιάκοπα στην ανοιχτή ακρόαση. Πιο δίπλα, η νέα φυλή των «νεο-Ταμτάκων». Νέοι, μεσήλικες, αλλά και υπερήλικες, που χωρίς ίχνος ντροπής αλώνουν τις ποδάρες τους πάνω στα απέναντι καθίσματα, λες και βρίσκονται στο σαλόνι του σπιτιού τους.
Φυσικά, η διαδρομή έχει και το δικό της «πρόγραμμα ψυχαγωγίας». Ξεχωρίζουν οι πορτοφολάδες που εξασκούν το ευγενές σπορ της ελαφροχέρικης αφαίμαξης με τη δεξιοτεχνία χειρουργού, οι επαίτες και η γενικευμένη αγένεια που ξεχειλίζει από παντού. Τα δρομολόγια, δε, είναι τόσο αραιά, που αν χάσεις το ένα, προλαβαίνεις να βγάλεις δίπλωμα οδήγησης μέχρι να έρθει το επόμενο. Κι όταν τελικά έρχεται, είναι ήδη γεμάτο, ντυμένο με τα απαραίτητα γκράφιτι της αγέλης των πιθήκων με τα σπρέι.
Αναρωτιέται, λοιπόν, ο αφελής φορολογούμενος: Πού είναι οι αρμόδιοι; Γιατί οι υπουργοί, οι υφυπουργοί και οι πρωθυπουργοί αυτού του τόπου δεν παίρνουν ποτέ το Α8, το 220, το 550 ή τον Ηλεκτρικό για να πάνε στη δουλειά τους; Η απάντηση είναι απλή. Αυτοί κυκλοφορούν με τις λιμουζίνες τους. Κλιματιζόμενες, θωρακισμένες, με φιμέ τζάμια για να μη βλέπουν την πλέμπα. Τις λιμουζίνες που πληρώνουμε εμείς από το υστέρημά μας.
Τις πληρώνουμε ακριβώς για να μη λούζονται ποτέ οι ίδιοι τις συνέπειες των εγκληματικών αποφάσεών τους για τις αστικές (ή, μάλλον, μικροαστικές και εξαθλιωμένες) συγκοινωνίες μας. Αυτοί δροσίζονται στο δικό τους μικροκλίμα της εξουσίας κι εμείς συνεχίζουμε να βράζουμε στο ζουμί μας, περιμένοντας ένα λεωφορείο που ίσως να μην έρθει ποτέ.
Πηγή: dimokratia.gr






