Του Outsider
Το τελευταίο διάστημα επιχειρείται συστηματικά να παρουσιαστεί ο Αντώνης Σαμαράς ως πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία. Όμως, πριν βιαστούν κάποιοι να διαγράψουν τη μνήμη της παράταξης, καλό θα ήταν να θυμηθούν τη διαδρομή των γεγονότων και να απαντήσουν σε ένα απλό ερώτημα: ποιος πραγματικά βλάπτει τη Νέα Δημοκρατία και ποιος βλάπτει την ελληνική κοινωνία;
Το 2009 ο Αντώνης Σαμαράς εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με μεγάλη πλειοψηφία, στην πρώτη εκλογή προέδρου από τη βάση του κόμματος. Απέναντί του βρισκόταν η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία ηττήθηκε καθαρά. Η βάση της παράταξης μίλησε τότε ξεκάθαρα και έδωσε εντολή για μια διαφορετική πολιτική πορεία.
Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Σαμαράς αντιστάθηκε στο πρώτο μνημόνιο, το οποίο θεωρούσε λανθασμένο και καταστροφικό για την οικονομία και την κοινωνία, κάτι που επιβεβαιώνουν σήμερα ακόμη και οι συντάκτες του. Την ίδια στιγμή, η Ντόρα Μπακογιάννη και η πολιτική της ομάδα το υπερψήφισαν. Το ίδιο έκαναν και αρκετά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, πολλά από τα οποία σήμερα βρίσκονται σε υπουργικούς θώκους ως μέλη κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας.
Αξίζει επίσης να θυμόμαστε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε ψηφίσει το πρώτο μνημόνιο και μάλιστα χειροκροτούσε τον Αντώνη Σαμαρά κατά την παρουσίαση της εναλλακτικής οικονομικής πρότασης στο Ζάππειο. Εκείνης της πρότασης που τότε λοιδορήθηκε από πολιτικούς και δημοσιολογούντες, πολλοί εκ των οποίων σήμερα αποτελούν τους πιο φανατικούς υποστηρικτές του σημερινού συστήματος εξουσίας.
Το 2012 η Ντόρα Μπακογιάννη και το κόμμα της επέστρεψαν στη Νέα Δημοκρατία πριν από τις εκλογές του Ιουνίου. Στελέχη της τοποθετήθηκαν σε εκλόγιμες θέσεις στα ψηφοδέλτια της λίστας και ενσωματώθηκαν πλήρως στον κομματικό μηχανισμό. Κάποιοι σήμερα κάνουν πως δεν θυμούνται εκείνη την πολιτική πραγματικότητα, όμως τα γεγονότα δεν διαγράφονται.
Στην πιο δύσκολη περίοδο της μεταπολίτευσης, ο Αντώνης Σαμαράς συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ για να κρατηθεί η χώρα όρθια. Ανέλαβε το πολιτικό κόστος, συγκρούστηκε με συμφέροντα και διαχειρίστηκε μια πρωτοφανή κρίση. Παράλληλα, δεν αποδέχθηκε όλες τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων εταίρων όταν θεωρούσε ότι αυτές έθιγαν τα εθνικά ή κοινωνικά συμφέροντα. Η στάση του αυτή έχει αναγνωριστεί ακόμη και από ανθρώπους που βρέθηκαν απέναντί του εκείνη την εποχή.
Στο μεταξύ, εμφανίστηκε το Ποτάμι, ένα πολιτικό μόρφωμα που για πολλούς λειτούργησε ως εργαλείο πίεσης απέναντι στην κυβέρνηση Σαμαρά και ως φορέας στήριξης επιλογών που αργότερα αποδείχθηκαν επιζήμιες για τα εθνικά ζητήματα. Εντυπωσιακά, η πολιτική του χρησιμότητα εξανεμίστηκε όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.
Και εδώ βρίσκεται μια ακόμη ιστορική αλήθεια που πολλοί αποφεύγουν να αναφέρουν. Ο Αντώνης Σαμαράς στήριξε καθοριστικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην εσωκομματική αναμέτρηση. Χωρίς εκείνη τη στήριξη, δύσκολα θα είχε κατακτήσει την ηγεσία του κόμματος. Στη συνέχεια, ο Σαμαράς έδωσε πολιτικές μάχες σε όλη την Ελλάδα, κινητοποιώντας ψηφοφόρους και στελέχη ώστε η Νέα Δημοκρατία να επιστρέψει στην εξουσία. Συνέβαλε καθοριστικά τόσο στη νίκη του 2019 όσο και σε εκείνη του 2023.
Κι όμως, όταν άρχισε να διαφωνεί δημόσια με την κυβερνητική πολιτική στα εθνικά θέματα, στη μεταναστευτική πολιτική και στην οικονομική κατάσταση της κοινωνίας, μετατράπηκε ξαφνικά σε εσωτερικό εχθρό. Όταν εξέφρασε ανησυχίες για την πορεία της χώρας και για την απομάκρυνση της κυβέρνησης από τις αρχές της λαϊκής κεντροδεξιάς, αντί να υπάρξει πολιτικός διάλογος, ακολούθησε η σύγκρουση και τελικά η διαγραφή του.
Έτσι φτάνουμε στο παράδοξο της σημερινής Νέας Δημοκρατίας. Στο κόμμα χωρούν πρώην στελέχη και υπουργοί του ΠΑΣΟΚ, πρόσωπα που πολέμησαν τον Σαμαρά, άνθρωποι που λοιδόρησαν τις επιλογές της παράταξης όταν εκείνος έδινε πολιτικές μάχες. Δεν χωρά όμως ένας πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην πρωθυπουργός που υπηρέτησε την παράταξη για δεκαετίες.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Σαμαράς βλάπτει τη Νέα Δημοκρατία. Το ερώτημα είναι αν η σημερινή ηγεσία έχει απομακρυνθεί τόσο πολύ από τις αρχές, τις αξίες και την κοινωνική βάση της παράταξης, ώστε να θεωρεί απειλή όποιον της υπενθυμίζει τις δεσμεύσεις της. Και τελικά, ποιος προκαλεί μεγαλύτερη ζημιά; Ένας πολιτικός που επιμένει να μιλά για την Ελλάδα, την εθνική κυριαρχία και την κοινωνία ή μια εξουσία που κατηγορείται ότι υπηρετεί ολιγαρχικά συμφέροντα, καρτέλ και έναν κλειστό μηχανισμό επιτελικού κράτους;
Η απάντηση ανήκει στους πολίτες. Εκείνους που θυμούνται. Και εκείνους που δεν είναι διατεθειμένοι να ξεχάσουν.




