Άποψη του Συμβούλου/ Ψυχολόγου (BA Psychology ΕΚΠΑ,) και Εκπαιδευτή Ενηλίκων (MEd Adult Education, ΕΑΠ) Ηλία Ραφαήλ
Του Ηλία Ραφαήλ*
Το πρόσφατο περιστατικό στο Ίλιον, όπου άνδρας επιτέθηκε σωματικά σε γυναίκα οδηγό έπειτα από διαφωνία στον δρόμο, επανέφερε στο

προσκήνιο δύο ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας για τον δημόσιο διάλογο: αφενός, τη συχνή και ατεκμηρίωτη σύνδεση της βίαιης συμπεριφοράς με την ψυχική ασθένεια· αφετέρου, την τάση μετατόπισης της προσοχής από την πράξη και την ευθύνη του δράστη στη συμπεριφορά του θύματος.
Η αναφορά ότι ο δράστης υποβλήθηκε σε ψυχιατρική εκτίμηση αξιοποιήθηκε, σε μέρος της δημόσιας συζήτησης, ως ερμηνευτικό πλαίσιο για τη βίαιη πράξη. Παράλληλα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διατυπώθηκαν σχόλια που εστίαζαν στη συμπεριφορά της γυναίκας, υπονοώντας ότι ενδεχομένως «προκάλεσε» ή συνέβαλε στην κλιμάκωση του περιστατικού.
Οι συγκεκριμένες αναγνώσεις χρειάζεται να αντιμετωπίζονται με προσοχή, καθώς μπορούν να ενισχύσουν δύο βαθιά εδραιωμένες κοινωνικές τάσεις: τον στιγματισμό των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας και την ενοχοποίηση των θυμάτων βίας.
Η ψυχική ασθένεια δεν συνιστά από μόνη της αιτία βίαιης συμπεριφοράς. Η γενικευμένη σύνδεση της ψυχικής υγείας με την επικινδυνότητα δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά και συμβάλλει στην αναπαραγωγή κοινωνικών στερεοτύπων. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν με προβλήματα ψυχικής υγείας δεν είναι βίαιοι ούτε επικίνδυνοι. Αντιθέτως, συχνά βιώνουν οι ίδιοι αυξημένη ευαλωτότητα, αποκλεισμό, διακρίσεις και μορφές κακοποίησης.
Η ανάγκη αποφυγής αυτής της σύνδεσης έχει επισημανθεί επανειλημμένα από διεθνείς οργανισμούς και θεσμικούς φορείς, μεταξύ των οποίων ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και ευρωπαϊκοί οργανισμοί ψυχικής υγείας. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις στην ψυχική υγεία δίνουν έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην έγκαιρη και προσβάσιμη υποστήριξη, στην ανάπτυξη κοινοτικών υπηρεσιών και στην κοινωνική ένταξη – όχι στην αναπαραγωγή φόβου, γενικεύσεων ή στιγματιστικών αφηγήσεων.
Αντίστοιχα, η εστίαση στη συμπεριφορά του θύματος μετατοπίζει το κέντρο βάρους της συζήτησης από την πράξη βίας στις συνθήκες που υποτίθεται ότι την προκάλεσαν. Ερωτήματα γύρω από το τι ειπώθηκε, πώς αντέδρασε το θύμα ή αν θα μπορούσε να είχε αποφύγει τη σύγκρουση συχνά αποδυναμώνουν τη σαφή αναγνώριση της ευθύνης του δράστη. Καμία διαφωνία, ένταση ή λεκτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τη σωματική επίθεση.
Το περιστατικό εντάσσεται επίσης σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο έμφυλης βίας. Όταν μια γυναίκα δέχεται επίθεση και η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο αν «προκάλεσε» ή στο αν θα μπορούσε να είχε ενεργήσει διαφορετικά, αναπαράγεται ένας μηχανισμός ενοχοποίησης του θύματος. Παράλληλα, ενισχύονται αντιλήψεις που κανονικοποιούν την ανδρική επιθετικότητα ως «αντίδραση της στιγμής» και παρουσιάζουν τη γυναικεία συμπεριφορά ως πιθανή αφορμή για βία.
Η βία δεν εκδηλώνεται μόνο ως μεμονωμένη πράξη. Συνδέεται με κοινωνικές αντιλήψεις, στερεότυπα, πρότυπα συμπεριφοράς και μορφές λόγου που την υποβαθμίζουν, τη σχετικοποιούν ή τη μετατρέπουν σε αναμενόμενη αντίδραση. Για τον λόγο αυτό, ο τρόπος με τον οποίο πλαισιώνονται δημόσια τέτοια περιστατικά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Ως ΑμΚΕ ΙΑΣΙΣ, υπογραμμίζουμε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται στον δημόσιο λόγο δεν είναι ουδέτερη. Μπορεί είτε να συμβάλει στην κατανόηση σύνθετων κοινωνικών φαινομένων είτε να ενισχύσει προκαταλήψεις και αποκλεισμούς. Στον Οδηγό Μη Στιγματιστικού Λόγου για την Ψυχική Υγεία επισημαίνεται ότι χαρακτηρισμοί όπως «τρελός», «ψυχάκιας» ή «επικίνδυνος» δεν εξηγούν τη βία και δεν συμβάλλουν στην ενημέρωση της κοινωνίας. Αντίθετα, ενισχύουν στερεοτυπικές αντιλήψεις και επιβαρύνουν περαιτέρω ανθρώπους που ήδη αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση σε υποστήριξη και φροντίδα.
Η δημόσια συζήτηση για την ασφάλεια οφείλει να στηρίζεται στην επιστημονική γνώση, στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην προστασία των θυμάτων. Η πρόληψη της βίας απαιτεί συστηματικές και πολυεπίπεδες παρεμβάσεις: εκπαίδευση στη μη βίαιη επίλυση συγκρούσεων, καλλιέργεια σεβασμού των ορίων και της ισότητας, έγκαιρη ψυχοκοινωνική υποστήριξη, πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας των θυμάτων και αντιμετώπιση των έμφυλων στερεοτύπων.
Η θέση της ΙΑΣΙΣ είναι σαφής: κάθε μορφή βίας πρέπει να καταδικάζεται απερίφραστα, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς μετατόπιση της ευθύνης. Ταυτόχρονα, η ψυχική ασθένεια δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εύκολη ερμηνευτική ετικέτα για πράξεις βίας, καθώς μια τέτοια προσέγγιση είναι επιστημονικά ελλιπής και κοινωνικά επιζήμια.
Η βία δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μιας διάγνωσης. Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί τεκμηριωμένη κατανόηση, θεσμική υπευθυνότητα, πρόληψη, εκπαίδευση και συλλογική δράση.
Μια ασφαλέστερη κοινωνία δεν οικοδομείται μέσα από γενικεύσεις, φόβο ή στερεότυπα. Οικοδομείται μέσα από πολιτικές που προστατεύουν τα θύματα, προάγουν την ψυχική υγεία, ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και διασφαλίζουν, στην πράξη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
* Ο Ηλίας Ραφαήλ είναι Σύμβουλος/ Ψυχολόγος (BA Psychology ΕΚΠΑ,) και Εκπαιδευτής Ενηλίκων (MEd Adult Education, ΕΑΠ). Εργάζεται ως Διευθυντής Έρευνας και Ανάπτυξης Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων στο Κέντρο Ημέρας Στήριξης Εργαζομένων και Ανέργων της ΑμΚΕ ΙΑΣΙΣ στην Θεσσαλονίκη.
Πηγή: thitanews.gr




