Λαμπρή, η πιο μεγάλη γιορτή των Ελλήνων

Του Γιώργου Χατζηδημητρίου

Στον στρατό, στο Ποτάμι (ένα είναι το Ποτάμι κι αυτό είναι ο Έβρος!) όπου με τιμή και περηφάνια υπηρέτησα, έβγαλα όλες τις γιορτές με υπηρεσία στο Φυλάκιο. Τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά δεν με χάλασαν καθόλου. Είναι γιορτές που έχουν χάσει από καιρό κάθε πνευματική έξαρση κι έχουν παραδοθεί στον καταναλωτισμό και στις ξένες συνήθειες, οπότε όπου και να ‘σαι είναι σαν να βρίσκεσαι σχεδόν στο ίδιο μέρος.

Άσε που πολύς κόσμος στολίζει δένδρο ακόμα και δύο μήνες νωρίτερα, κατακλύζοντας έπειτα το διαδίκτυο με σέλφι μιας μαραζιάρικης και χαροκαμένης ευτυχίας, μπας και πείσει τον έξω κόσμο ποζάροντας στην Αράχοβα φέρ’ ειπείν -όπου ακόμα και μισθοσυντήρητοι δανείζονταν για ένα τριήμερο παλιότερα- με χαζοχαρούμενες λεζάντες του τύπου «Περνάμε τέλεια!».

Δεν είναι έτσι η γιορτή της Ανάστασης! Η πνευματικότητα- όποτε δεν την τραυματίζουν άξεστοι παπάδες και η εκδικητική Ιστορία των Εβραίων, που κακώς τη διδασκόμαστε ακόμα- σε παίρνει στις μεθυστικές γειτονιές σαν γλυκιά ερωμένη απ’ το χέρι. Η Λαμπρή είναι η πιο μεγάλη γιορτή των Ελλήνων! Και η πιο οικογενειακή! Αν είσαι μακριά από τους δικούς σου, έστω και γύρω από ένα φτωχικά στρωμένο τραπέζι, κι αν δεν μπορείς να νιώσεις την αναστάσιμη λύτρωση και την επιείκεια με μια αγκαλιά, ένα φιλί, ένα τσούγκρισμα, καταγράφεσαι στους αποσυνάγωγους αυτού του κόσμου.

Παραμονές Ανάστασης μια χρονιά στη Μονάδα σουβλίσαμε αποβραδίς τέσσερα φαντάρια κάπου 30 αρνιά, υπό την επίβλεψη ενός ιλάρχου, καλού ανθρώπου, βλάχικης καταγωγής από τα Σέρρας. Την επομένη, τη μέρα που όλος ο κόσμος γιόρταζε και οι χωριάτες είχαν έρθει για δωρεάν ψητό και κρασί στη στρωμένη ευωχία, πήρα αγκαλιά ένα μπουκάλι τσίπουρο και τα τσιγάρα μου, κι άραξα στον θάλαμο κοιτώντας με το στομάχι κόμπο το ταβάνι, γιατί δεν πήγαινε τίποτε κάτω. Στενοχωρήθηκε ο ίλαρχος και μ’ έψαχνε. «Πού είναι ο “Χάτζη”, ρε ζαγάρια;» ρώταγε τους δικούς μου. Έρχεται στον θάλαμο και με βρίσκει. “Έβγα να γιορτάσουμε, ρε λοχία, είναι άδικο. Τόσον κόπο βάλαμε για να τα δέσουμε τα έρμα” μου λέει. «Σάμπως κι εγώ ήθελα να ’μαι εδώ τέτοια μέρα; Έβγα, αλλιώς θα φας τέτοια καμπάνα που και του χρόνου τέτοιον καιρό, κακομοίρη μου, ακόμα μέσα θα ’σαι» προσθέτει ψευτοαπειλητικά, ως ύστατο επιχείρημα, με την ιδιόρρυθμη ντοπιολαλιά του. Δεν γύρισα γνώμη. Την έβγαλα στον θάλαμο και είναι η μόνη Πασχαλιά που θυμάμαι, γιατί την πέρασα μακριά απ’ τους δικούς μου.

  1. Ωραίο κείμενο και ουσιώδες. Η τελευταία του παράγραφος, ΟΛΗ η έννοια του κειμένου.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Τελευταία άρθρα

Μνήμη Τάσου Κρατημένου

Την περασμένη Κυριακή το μεσημέρι βρέθηκα στο Καλονέρι Λαγκαδίων Γορτυνίας, όπου κηδέψαμε με στρατιωτικές τιμές τον εφ. Ανθυπασπιστή Αναστάσιο...

Υποσμηναγός (Ι) Νικόλαος Σιαλμάς, «…ΤΟΙΣ ΚΕΙΝΩΝ ΡΗΜΑΣΙ ΠΕΙΘΟΜΕΝΟΣ»

Όνειρο κάθε Έλληνα Αεροπόρου, πριν ακόμη εισέλθει στη Σχολή Ικάρων, είναι να ανοίξει τα φτερά του και να ξεχυθεί...

Ελλάδα: Μια ανοργάνωτη χώρα ηλικιωμένων

Κάθε φορά που η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία ανακοινώνει τις προβλέψεις της, είναι σαν να βγάζει πολεμικά ανακοινωθέντα. Σαν να...

Για να ζήσει η χώρα: Κουράγιο, καρτερία και συντροφικότητα

Στο κείμενο που ακολουθεί υπήρξε μια ομιλία της οποίας η καταγραφή -ηθελημένα- έγινε εκ των υστέρων. Παρουσιάστηκε ως παρέμβαση...