Η αθανασία της ψυχής

Το υπαρξιακό ερώτημα του ανθρώπου στους αιώνες είναι εάν ο θάνατος είναι το οριστικό τέλος ή ένας σταθμός, μία πρόσκαιρη διακοπή του φαινομένου της ζωής

Του Παντελή Βασματζίδη*

Αθανασία ονομάζεται η θρησκειοφιλοσοφική δοξασία κατά την οποία η ζωή συνεχίζεται μετά τον θάνατο. Αποτελεί μία κλασική απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα του ανθρώπου εάν ο θάνατος είναι το οριστικό τέλος της ζωής ή ένας σταθμός, μία πρόσκαιρη διακοπή του φαινομένου της ζωής.

Η αθανασία παρομοιάζει τον θάνατο με τον ύπνο. Ο ύπνος συλλαμβάνεται ως «μικρός θάνατος». Όπως ο ύπνος διακόπτει προσωρινά τον ημερήσιο κύκλο της ανθρώπινης ζωής, έτσι και ο θάνατος είναι μία πρόσκαιρη «κοίμηση» στον πολυετή κύκλο της ζωής.

Η ιδέα της μεταθανάτιας ζωής διαμορφώνεται προοδευτικά από την Παλαιολιθική Εποχή και αρχίζει με τη συνήθεια του πρωτόγονου ανθρώπου να χύνει υγρά με έναν σωλήνα στις σιαγόνες ενός αποσυντεθειμένου πτώματος.

Η μετέπειτα ακολουθούσα ταφή των νεκρών μέσα στα σπήλαια όπου ζούσαν συνεχίζεται τους νεολιθικούς αιώνες στην Ευρώπη και στον μεσογειακό χώρο. Τον ενταφιασμό σε φυσικά σπήλαια, στα βάθη των οποίων τελούνταν πανάρχαιες μαγικές τελετουργίες, διαδέχεται προοδευτικά η ταφή στους λαξευτούς τάφους των βράχων, στις θολωτές και θαλαμόσχημες κατασκευές των κρητομυκηναϊκών χρόνων και στους τύμβους των τεχνητών λόφων. Για τον νεολιθικό άνθρωπο ο νεκρός εξακολουθεί να ζει, να αισθάνεται και να ενεργεί. Αρνείται να αποδεχτεί τον θάνατο σαν οριστικό τέλος της γήινης ζωής και της ανθρώπινης υπόστασης.
Στον ομηρικό κόσμο, που απλώνεται από τα μυκηναϊκά χρόνια μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ., δεν υπάρχει πλέον η παλαιά αντίληψη ότι ο νεκρός συνεχίζει τη ζωή του μέσα στον τάφο. Αυτό που επιζεί από τον άνθρωπο είναι η «ψυχή», η σκιά, και τίποτα περισσότερο. Οι ψυχές είναι καπνός, είδωλα, σκιές, που δεν έχουν δύναμη ούτε συνείδηση, μπορούν όμως να θυμηθούν το παρελθόν και έχουν την ίδια ψυχή που είχαν στη γήινη ζωή (Ιλιάδα Ψ 110-1, Οδύσσεια λ 475-6, λ 491-5).

Οι σκέψεις για την αθανασία της ψυχής είναι διακριτικές στον Όμηρο γιατί ο ποιητής αγαπά με πάθος τη ζωή και μισεί τον θάνατο και την ύπαρξη του ανθρώπου σε άλλη διάσταση. Αυτό φαίνεται και στα δύο έπη, στη μεν Οδύσσεια, διά στόματος Αντίκλειας: «Αυτή είναι η μοίρα των θνητών, όταν κάποιος πεθάνει· πρώτα εγκαταλείπει η ζωή τα λευκά οστά και η ψυχή σαν όνειρο, αφού φτερουγίσει, έχει πετάξει» (λ. 219-22), στη δε Ιλιάδα, διαμέσου του σαστισμένου Αχιλλέα, που βλέπει την ψυχή του Πάτροκλου να φεύγει σαν καπνός, όταν προσπάθησε να τον αγκαλιάσει στο όνειρό του: «Υπάρχει, λοιπόν, και στον Άδη ψυχή και σκιά του ανθρώπου, ζωή όμως δεν υπάρχει καθόλου» (Ψ 103-4).

Ο αποικισμός της Μαύρης Θάλασσας τον 7ο αιώνα π.Χ. έφερε τους αρχαίους Έλληνες σε επαφή με έναν πολιτισμό βασισμένο στο σαμανισμό. Η ψυχή του σαμάνου εγκαταλείπει το σώμα και ταξιδεύει σε μακρινούς τόπους, αλλά και στον κόσμο των πνευμάτων. Οι ικανότητές του στη μαντική, στη θρησκευτική ποίηση και τη μαγική Ιατρική τον καθιστούν φορέα υπερφυσικής σοφίας.

Η βόρεια δοξασία πως η «ψυχή» ή το «πνεύμα-φρουρός» ενός πρώην σαμάνου μπορεί να εισέλθει σ’ έναν ζώντα σαμάνο προς ενίσχυση της δύναμης και της γνώσης του επηρέασε τον Πυθαγόρα (570-490 π.Χ.). Πίστευε σε μία αποσπάσιμη ψυχή ή Εγώ, που με κατάλληλες τεχνικές μπορούσε να αποσυρθεί από το σώμα· σε ένα Εγώ που είναι αρχαιότερο από το σώμα και μπορεί να επιζήσει πέρα απ’ αυτό. Είναι πασίγνωστη η θεωρία ότι «η ψυχή είναι αθάνατη, μεταπίπτει σε άλλα είδη ζωντανών όντων, ακόμα, κατά περιόδους επαναλαμβάνονται όσα είχαν γίνει στο παρελθόν, και τίποτα απολύτως δεν είναι καινούργιο και όλα τα έμψυχα πλάσματα πρέπει να θεωρούνται ομοειδή» (Πορφυρίου, Πυθαγόρου βίος 19).

Για τον Σιβηριανό σαμάνο και τον Πυθαγόρα η εμπειρία των περασμένων ζώων δεν είναι πηγή ενοχής, αλλά έξαρση δύναμης. Όταν η αναγέννηση αυτή θεωρήθηκε χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπινων ψυχών, τότε από προνόμιο έγινε κατάρα, και χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει τα βάσανα και την αστάθεια της γήινης μοίρας (ορφισμός).

Για τον Ηράκλειτο (544-484 π.Χ.) η ψυχή είναι άφθαρτη. Βγαίνοντας από το σώμα του ανθρώπου, μεταβαίνει προς την ψυχή του σύμπαντος, με την οποία είναι της ίδιας ουσίας (απ.17 Αέτιος IV 7,2). Αναφερόμενοι στο μεγαλείο της εναλλαγής ζωής και θανάτου, θα πει: «Αφού γεννηθούν, επιμένουν να ζήσουν και να πεθάνουν, ή μάλλον να αναπαυθούν, και αφήνουν πίσω τους παιδιά, για να βρουν κι αυτά τον θάνατο» (απ. 20 Κλήμης ο Αλεξανδρείας, ΙΙΙ 14).

Ο μαθητής του Πυθαγόρα Εμπεδοκλής (495-435 π.Χ.), ιατρός και μάντης, στους «Καθαρμούς» ιστορεί την πτώση του ανθρώπου «δαίμονα» από τη σφαίρα των θεών λόγω του τιτανικού αμαρτήματος του Φόνου ή της Επιορκίας, υπό την επήρεια της μανιασμένης Έριδας, τις μετενσαρκώσεις της ψυχής στα σώματα ανθρώπων, ζώων και φυτών με στόχο τον εξαγνισμό της, την περιπλάνησή της 30.000 εποχές μακριά από τους Μακαρίους, τη μετενσάρκωσή της στο τελικό στάδιο σε «σοφία μεγίστους» μάντεις, υμνοπόλους, ιατρούς και ηγεμόνες, και την επαναποθέωσή της, με την ανάδειξη της αγαθής διονυσιακής φύσης του ανθρώπου.

Η ζωή και ο θάνατος, ως εναλλαγή και όχι ως εκμηδένιση και πλήρης εξαφάνιση, εμπεδώνουν την ύπαρξή τους στο «Περί φύσεως απ.8» του Εμπεδοκλή. «Λόγο διπλό θα πω· πότε το ένα προέκυψε απ’ τα πολλά μοναχό, και πότε σε πολλά χωρίστηκε το ένα. Διπλή είναι η γέννηση των θνητών όντων, διπλή και η διάλυσή τους. Από τη μία, η συνένωση των πάντων γεννά και καταστρέφει, κι από την άλλη, διασπασμένη η ίδια, καθώς αυτά χωρίζονται, διαλύεται. Και αυτά ποτέ δεν παύουν να εναλλάσσονται».

Κομβικό σημείο της μετάβασης από τη θρησκεία στη Φιλοσοφία είναι ο Πλάτων (427-347 π.Χ.), ο οποίος υιοθετεί τις δοξασίες του ορφισμού, συστατικό στοιχείο του οποίου αποτελεί η αθανασία της ψυχής. Για τον Πλάτωνα η αθανασία της ψυχής είναι μία μεταφυσική ανάγκη και όχι ζήτημα ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου.

Σε αντίθεση προς τη μετεμψύχωση βρίσκεται η ιουδαιοχριστιανική πίστη στη σωματική ανάσταση των νεκρών. Η ανατολική ορθόδοξη Θεολογία διέκρινε την αθανασία από την ανάσταση επιτυγχάνοντας τον εκχριστιανισμό του Ελληνισμού και αποφεύγοντας τον νομιζόμενο «ελληνισμό του χριστιανισμού». Παρά τα συνήθως υποστηριζόμενα περί του δήθεν «πλατωνισμού» των Ελλήνων Πατέρων, η έρευνα έδειξε ότι η βυζαντινή Θεολογία στηρίχθηκε κυρίως στον Αριστοτέλη, αρνούμενη την εκ φύσεως αθανασία του Πλάτωνα και επιμένοντας στην ψυχοσωματική ενότητα του ανθρώπου.

Η αρχαιότερη χριστιανική ομολογία πίστεως, το «Αποστολικό Σύμβολο», κάνει σαφή μνεία για τη «σαρκός ανάστασιν». Επίσης, το «Σύμβολο Αντιοχείας» μνημονεύει την καθιερωμένη διατύπωση «προσδοκώμεν ανάστασιν νεκρών», που επικυρώνεται από τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο, 381.

Η ανάσταση της σαρκός μεταγράφεται σε ανάσταση νεκρών, η οποία πιστεύεται ότι θα είναι ενσώματη και θα συμπεριλαμβάνει, βέβαια, την ψυχή, αλλά όχι περιοριζόμενη σε αυτή. Η νεότερη δυτικοευρωπαϊκή Φιλοσοφία, 17ος-20ος αι., ακολουθεί τα ίχνη της αρχαιοελληνικής παράδοσης με τάσεις θεϊστικές (πλατωνίζουσες ή αριστοτελίζουσες), πανθεϊστικές (στωικές) ή αθεϊστικές (επικούρειες).

Φιλόσοφοι που υπερθεματίζουν την αθανασία της ψυχής είναι οι ορθολογιστές Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και οι αγνωστικιστές. Αρνητές της αθανασίας είναι ο Βρετανοί εμπειριστές, όπως ο Χιουμ, και οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές, όπως ο Βολτέρος. Μετριοπαθή και αμφίσημη στάση τηρούν οι Γερμανοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι Φίχτε και Καντ, οι οποίοι, αρνούμενοι τη θεολογική ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική έννοια της αθανασίας, υποστηρίζουν μία αξιολογική, μοραλιστική ηθικοκρατία. Δεν τους ενδιαφέρει η αλήθεια της δοξασίας περί αθανασίας της ψυχής, αλλά τους απασχολεί η ηθική της χρησιμότητα, σκοπιμότητα και ωφελιμότητα για την τελειοποίηση του ατόμου και τη συνοχή του κοινωνικού συνόλου. Έτσι, μεταθέτουν την αθανασία από τη θρησκεία στην ηθική, την περιορίζουν στη σωτηρία της ψυχής και αποκλείουν τη σωματική ανάσταση των νεκρών.

Οι άνθρωποι οφείλουν στον νεκρό τις κατάλληλες νεκρώσιμες τελετουργίες, οι οποίες εξυπηρετούν συμβολικά τη συνέχεια της ζωής και του θανάτου. Πολλοί πιστεύουν ότι δεν είναι δυνατό να σβήνονται ολοκληρωτικά τα ίχνη του γήινου περάσματός τους. Με μία τέτοια παρηγοριά υιοθετούν μία αντίληψη για έναν άρρηκτο δεσμό με τον εξωτερικό κόσμο, δηλαδή να είναι ένα όλον με αυτόν.

Αναφορικά με τα παραπάνω, ο Οδυσσέας Ελύτης θα γράψει: «Η ζωή, που τον θάνατο γεύτηκε, σαν τον ήλιο γυμνή ξαναγύρισε. Και μην έχοντας, αχ, άλλο τίποτε, η ζωή, που τα πάντα σπατάλησε, στα χαλάσματα κάρφωσε μία παπαρούνα, που λάμπει!» («Το Άξιον Εστί»).

Ο Ευριπίδης διά στόματος Θησέα στις «Ικέτιδες» απηχεί τέτοιες απόψεις: «Αν οι Αργείοι σας έβλαψαν, πέθαναν, τους παλέψατε, τους ντροπιάσατε, τελείωσε· αφήστε τώρα να ταφούν και να πάει το καθένα από ‘κει που ήρθε. Η ψυχή στον αιθέρα και το σώμα στη γη» (530-6). Και στον «Ηρακλή μαινόμενο», ο ήρωας δηλώνει: «Κάτω θα πάω, νεκρός, απ’ όπου κι ήρθα» (1246).

Φαίνεται ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους επιζώντες σε όλους τους πολιτισμούς είναι να μετατρέψουν τις άστεγες ψυχές, ιδιαίτερα των προσφάτως πεθαμένων, σε εν αναπαύσει φυλασσόμενες ή αθάνατες ψυχές. Οι νεκρώσιμες τελετές είναι τελετουργίες περάσματος, που εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό.

*Συγγραφέας – ψυχίατρος

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Τελευταία άρθρα

Η Νέα Δημοκρατία και τα παράσιτα

Η περίεργη δήλωση της κας Ντόρας Μπακογιάννη, «δεν μπορώ να σκεφτώ πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της παρασιτικής Ελλάδας που μας...

«Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε»

Τις τελευταίες δεκαετίες οι Έλληνες πολίτες (τουλάχιστον όσοι είναι ενεργοί πολίτες) δικαιολογημένα ανησυχούν για το μέλλον της χώρας, γιατί...

Θράκη, πυξίδα και χρέος τιμής

Τα σύννεφα πολέμου που έχουν πυκνώσει γύρω μας, η ρητορεία αλλά και τα σχέδια που απεργάζεται εις βάρος μας...

Κρατικοί ψεκασμοί χαϊβανίτιδας

Οι φωτογραφίες βλέπουμε λήφθησαν πριν από λίγες ημέρες, στο Μαρούσι, με διαφορά λίγων μέτρων. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι...