Του Α.Π. Δημόπουλου
Δεν ανήκω (ούτε ανήκα ποτέ) στην Αριστερά, οπότε ίσως να μην καταλαβαίνω, και ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας να λειτουργήσει, πράγματι, σε δεύτερη εμφάνιση ως ένας πολιτικός από μηχανής θεός. Αλλά γεγονός παραμένει ότι οι οιωνοί δεν είναι καλοί και σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν πολλοί, εντός και εκτός Ελλάδος, που δεν θέλουν καν να ακούν το όνομά του, αν και ανήκουν στην Αριστερά – να μη θυμίσω λ.χ. τι λέει για τον κ. Τσίπρα ο άλλοτε «συνοδοιπόρος» Jean-Luc Mélenchon. Γιατί στην αριστερή Ευρώπη βέβαια (που μέχρι και κόμμα είχαν φτιάξει με τον τίτλο «Λίστα Τσίπρα») κανείς δεν ξέχασε ότι ο άνθρωπος που είχε πλασαριστεί την εποχή που έβαινε προς την εξουσία ως ένας «Κάστρο της Μεσογείου», που θα κατανικούσε τη «νεοφιλελεύθερη» Ευρώπη με «Δούρειο Ίππο» τη διάλυση του ευρώ (μέχρι και νομπελίστες της οικονομίας το είχαν πάρει στα σοβαρά!) κατέληξε να εμφανίζεται περίλυπος στη Γερμανία (έχοντας εν τω μεταξύ προθύμως αναλάβει να εφαρμόσει στην Ελλάδα τη γερμανική οικονομική συνταγή) και να ζητά από Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες να συνεννοηθούν, «χάριν Ευρώπης», κάνοντας κυβερνητικό συνασπισμό! Αλλά έστω, ίσως η πρώτη εμφάνιση του κ. Τσίπρα να λειτούργησε ως επιστημονική φαντασία που την κατέστρεψε η επαφή με τη Γη. Τώρα όμως, σε δεύτερη εμφάνιση, το θέαμα προαναγγέλλεται ως δράμα και η εξέλιξη ίσως είναι ρεαλιστική.
Λοιπόν, μην πάρετε όρκο – στην πραγματικότητα ο «Τσίπρας 2.0» (που έχει εκ νέου κεντρικό του θέμα την οικονομία) στηρίζεται πάλι στον μύθο. Απλώς, σε δεύτερη εμφάνιση και μη υπάρχοντος του μεγάλου ψεύδους, που τον έκανε πρωθυπουργό δις το 2015 (ότι θα έσωζε την Ελλάδα από τη λιτότητα δηλαδή), ήρθε η ώρα για μισές αλήθειες και το κλίμα είναι ευνοϊκό. Γιατί πάρτε για παράδειγμα τον κεντρικό άξονα του νέου οικονομικού οράματος του κ. Τσίπρα – την «πατριωτική» φορολογία (όπως την αποκάλεσε), που θα χρηματοδοτήσει μια νέα Ελλάδα ευημερίας «για τους πολλούς». Που, όπως είπε ο κ. Τσίπρας, θα είναι μια φορολογία σε βάρος του κεφαλαίου και όχι της εργασίας, και προκειμένου να μην ακούγεται αυτό ως ακόμα ένας βερμπαλισμός, συνέκρινε τα υπερκέρδη κάποιων μεγάλων επιχειρήσεων με την πραγματικότητα ενός Έλληνα που «δεν μπορεί να βγάλει τον μήνα» και υπενθύμισε το παράδοξο να φορολογείται η εργασία με ποσοστά ψηλότερα από το κεφάλαιο. Και μιλώντας έτσι, ο κ. Τσίπρας είπε ομολογουμένως αλήθεια για αμφότερα – μάλιστα ως προς το δεύτερο είπε και λίγα, γιατί με τη χαμηλότερη φορολογία μερισμάτων στην Ευρώπη και μη φορολογώντας την υπεραξία κεφαλαίου (κινητών τίτλων και ακινήτων) η Ελλάδα αποτελεί πράγματι (μαζί με το Βέλγιο) γνήσιο φορολογικό παράδεισο κάποιων «εχόντων».
Όμως, ατυχώς (και πριν κανείς τραγουδήσει τη Διεθνή), όλα αυτά αποτελούν μισές αλήθειες, που οδηγούν στο πουθενά. Και ο λόγος φυσικά είναι ότι το φορολογικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν έχει σχέση με αυτά. Δηλαδή, σύμφωνοι, ας βάλουμε έκτακτους φόρους στα «υπερκέρδη» λίγων επιχειρήσεων, που όντως υπάρχουν (και μάλιστα χωρίς να λειτουργεί ο ανταγωνισμός) και ας φορολογήσουμε μερίσματα και υπεραξία κεφαλαίου, όπως στην Ευρώπη (πάνω από 25% μεσοσταθμικά). Όμως και πάλι δεν θα λύναμε το βασικό φορολογικό πρόβλημα της Ελλάδας, που είναι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης (όπως λένε όλοι οι αξιόπιστοι εξωτερικοί παρατηρητές – του αριστερής λογικής ΟΟΣΑ συμπεριλαμβανόμενου). Γιατί καλή η πολιτική δημαγωγία, αλλά η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα ένα μικρό κομμάτι πληθυσμού πληρώνει ένα πολύ μεγάλο τμήμα των φόρων και αυτοί αυτονοήτως (λόγω αριθμών) είναι κάποιοι (συγκριτικά) «έχοντες». Και επειδή αποτελεί πολιτικό άβατο να το ψελλίσει καν κανείς αυτό, επιστρατεύονται συνήθως μισές αλήθειες, που επιτρέπουν προσώρας να συντηρούνται φρούδες ελπίδες «και βλέπουμε». Ή, με άλλη διατύπωση, ζούμε σε μια χώρα που αντέχει την αέναη κοροϊδία και ο κ. Τσίπρας το γνωρίζει άριστα αυτό. Γιατί σε μια χώρα όπου ένας «σοσιαλ-κάτι», όπως ο κ. Μητσοτάκης, περνιέται «(νεο)φιλελεύθερος» (και κάτι), πώς γίνεται να μην επιβιώνει δυο παραδρόμους παρακάτω ο κ. Τσίπρας;
Τελικά, είναι η ίδια σύγχυση που είχε προσφάτως την τιμητική της για τον κεντρικό μας τραπεζίτη στη Βουλή. Γιατί στα οικονομικά δεν υπάρχει «νεοφιλελευθερισμός» (ετεροπροσδιορισμός που επινόησε ο μαρξισμός), ο πλησιέστερος όρος οικονομικής ουσίας είναι ο μονεταρισμός (η θεωρία του Milton Friedman ότι ο πληθωρισμός αποτελεί πάντοτε νομισματικό φαινόμενο) και είναι αλήθεια ότι ο λόγος που ζούμε σε εποχές πληθωρισμού είναι ακριβώς ότι εδώ και κάποιες δεκαετίες οι κεντρικοί τραπεζίτες κάνουν το ίδιο που κάνουν και οι πολιτικοί. Απαξιώνουν το χρήμα, τυπώνοντας ολοένα και καινούργιο δηλαδή, ώστε να έχουν περιθώριο να αγοράζουν χρόνο με κοροϊδίες, οι πολιτικοί – με άλλα λόγια, ο κεντρικός μας τραπεζίτης (όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί του στην Ευρώπη άλλωστε) θα έκανε τον Friedman να εξεγερθεί. Ο λόγος, όμως, που εδώ (όπως και ο κ. Μητσοτάκης) περνιέται «(νοο)φιλελεύθερος» (και κάτι) είναι αυτός που κάνει εκ νέου επίκαιρο τον κ. Τσίπρα και συντηρεί, ανακυκλούμενο, το ίδιο σύστημα. Είναι η σύγχυση που επιτρέπει σε όλους να πράττουν τα ίδια, δηλώνοντας ταυτόχρονα δήθεν διαφορετικοί. Γιατί, τελικά, παρά την ετερότητα της ορολογίας, η συνταγή είναι πάντοτε κοινή: ηθικοί πανικοί (για υποτιθέμενη φοροδιαφυγή), φτωχοποίηση (με πόλεμο στην ατομική ιδιοκτησία, υπερ-φορολόγηση και απαξίωση του χρήματος) και παβλοφικοί αυτοματισμοί ψευτο-ελπίδας (για αναδιανομές εισοδήματος από το πουθενά). Και αυτό εξηγεί γιατί ο «Τσίπρας 2.0» ακούγεται ήδη σαν στο σπίτι του.




