Μπαίνουν στο μετρό πρωί πρωί δύο κοριτσάκια, θα’ ταν δε θα’ ταν 18 ετών, φοράνε τα μπανιστερά – μπανιερά τους, συνεπώς εκτίθενται δημοσίως και «καραεμφανώς» τα κάλλη της νιότης τους.
Στην επόμενη στάση, και, ενώ η σύνθεση των συντριπτικώς πλειοψηφούντων επιβατών του συρμού σε μεταφέρει με τρόπο απότομο σε μια άλλη χώρα, επιβιβάζονται δύο γηγενείς μάλλον ευρισκόμενοι στα «εβδομηνταφεύγα», καραβοτσακισμένοι από την άδικη ζωή.
Έσπευσαν αυτομάτως να καθίσουν στα αντικριστά καθίσματα από τις δύο νεανίδες.
Η συνέχεια ήταν ψυχιατρικά ενδιαφέρουσα, καθώς οι δύο γεροξεκούτηδες έγδυναν τις κοπελίτσες κυριολεκτικά με τα θαμπά μάτια τους, με μια άρρωστη επιμονή που παρέπεμπε ευθέως σε διαστροφή, ενώ το ύφος τους με τα νέα κοινωνιολογικά δεδομένα θα μπορούσε να αποτελέσει την αιτία ώστε να αρπάξουν και μερικά χρονάκια στο ποινικό σκέλος καθώς οι ξαφνικές και ζωώδεις γκριμάτσες τους κινούνταν στα όρια της σεξουαλικής παρενόχλησης.
Οι πιτσιρίκες αμφότερες είχαν περιέλθει σε πνευματική καταστολή δεδομένου ότι δεν αντάλλαξαν ούτε κουβέντα βυθισμένες στον εικονικό κόσμο των πανάκριβων κινητών τους τηλεφώνων.
Οι δύο σεξουαλικά πεινασμένοι, στο άκουσμα της προσέγγισης στον επόμενο τερματικό σταθμό εμφανώς δυσαρεστημένοι μιας και όσο «οφθαλμόλουτρο» πρόλαβαν – πρόλαβαν εν τέλει αποχώρισαν από το βαγόνι με άγνωστη και παντελώς αδιάφορη κατεύθυνση.
Οι πιτσιρίκες, εθισμένες και προφανώς δέσμιες μιας νέας παράλληλης διάστασης την πάτησαν αγρίως αφού δεν πήραν χαμπάρι ότι έπρεπε να κατέβουν στη στάση της «Δάφνης» μιας και ήταν ο επιθυμητός προορισμός βάσει των συνομιλιών τους τη στιγμή που η μία έριχνε ευκόλως και ανενδοίαστα το φταίξιμο στην άλλη με τα γνωστά ρε μακάκα και ρε μακάκα… (Ούτε καν μακάκω, παρά μακάκα και μεταξύ θηλυκών, α, ρε συμπερίληψη τι μας έχεις κάνει…)




