Τα ελληνικά brands που πέρασαν σε ξένα χέρια

Ποια ιστορικά σήματα με διαχρονική αξία περιήλθαν σε αλλοδαπούς ιδιοκτήτες – σοκολάτες, καφές, αναψυκτικά, παγωτά, μακαρόνια, οινοπνευματώδη κ.ά. – Θα συνέχιζαν να υπάρχουν ή θα είχαν παραδοθεί στη… λήθη του χρόνου; Γιατί δεν τα εξαγόρασαν Έλληνες επιχειρηματίες;

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ

Παλιά, ιστορικά ελληνικά brands, τα οποία παραπέμπουν σε αγαπημένα και δημοφιλή προϊόντα για πολυάριθμους καταναλωτές, εξακολουθούν να «ζουν» ακόμη και σήμερα, αλλά έχουν περιέλθει σε «ξένα χέρια».

Βασικό ερώτημα είναι τι θα είχε συμβεί εάν δεν άλλαζαν ιδιοκτησιακό καθεστώς. Θα συνέχιζαν να υπάρχουν ή θα είχαν παραδοθεί στη… λήθη του χρόνου; Από την άλλη πλευρά, άλλα ιστορικά σήματα για την αγορά παρέμειναν σε Ελληνες.

Σοκολάτες, καφές, αναψυκτικά, παγωτά, μακαρόνια, οινοπνευματώδη ποτά και άλλες ομάδες προϊόντων ανήκουν σε αυτή την (πρώτη από τις δύο) κατηγορία. Πρόκειται για προϊόντα τα οποία σημειώνουν υψηλές πωλήσεις και σε κάποιες περιπτώσεις εξάγονται σε αρκετές άλλες χώρες.

Διαβάστε ακόμα: Με ρυθμούς χελώνας όταν οι ανταγωνιστές τρέχουν

Η σοκολάτα υγείας Παυλίδης αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς άρχισε να παρασκευάζεται στη χώρα μας το μακρινό 1861 και κατέληξε έπειτα από το πέρασμα πολλών δεκαετιών, όπως το εργοστάσιο και άλλα σήματα της ίδιας οικογένειας, στην κατοχή της αμερικανικής Mondelez, η οποία εξαγόρασε το 2022 και τη Chipita. Πρόκειται μάλιστα για την πρώτη σοκολάτα που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα, ενώ η συνταγή και η συσκευασία της διατηρήθηκαν οι ίδιες από την ημέρα της δημιουργίας της. Το 1986 η σοκολατοβιομηχανία περιήλθε στην Jacobs Suchard και μετέπειτα στην Kraft General Foods, από όπου «γεννήθηκε» το 2012 η Mondelez International.

Ενδεικτικά πάντα, και όχι καταγεγραμμένες σε απόλυτο βαθμό, υπάρχουν πολλές ανάλογες τέτοιες υποθέσεις. Δύο μάρκες καφέ ακολούθησαν μια παρόμοια διαδρομή: ο μεν καφές Λουμίδης υφίσταται ως brand από το 1920 και πλέον συμπεριλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο μιας άλλης πολυεθνικής που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, της Nestlé. Ο δε επίσης καθιερωμένος στους καταναλωτές ελληνικός καφές Μπράβο (1926) οδηγήθηκε στο χαρτοφυλάκιο μιας άλλης μεγάλης «δύναμη» του κλάδου από το εξωτερικό, της ολλανδικής Jacobs Douwe Egberts.

Η ΗΒΗ-Παναγόπουλος με τα εμφιαλωμένα αναψυκτικά της πρωτοεμφανίστηκε το 1926 στο θρυλικό εμφιαλωτήριο του Αμαρουσίου, σήμα που αποκτήθηκε με την πάροδο του χρόνου, ως προς το πρώτο συνθετικό του, από την αμερικανική πολυεθνική PepsiCo.

Το φημισμένο μπράντι και κονιάκ της Μεταξά μετρά μια διαδρομή άνω του ενός αιώνα στην αγορά, από το 1888, όταν «γεννήθηκε» από τον Πειραιώτη έμπορο Σπύρο Μεταξά και την ιστορική ομώνυμη Ποτοποιία-Κονιακοποιία και εξελίχθηκε σε σήμα-κατατεθέν για τον κλάδο των οινοπνευματοδών στην Ελλάδα. Δεκαετίες αργότερα η οικογένεια Μεταξά πούλησε τον οίκο το 1989 στην IDV, βρετανικών συμφερόντων, και από το 2000 έγινε μέλος του γαλλικού πολυεθνικού ομίλου της Remy Cointreau.

Μια ξεχωριστή περίπτωση, που δεν τίθεται σε σύγκριση με άλλες, θεωρείται αυτή της ιστορικής βιομηχανίας προϊόντων καπνού Παπαστράτος, η οποία ιδρύθηκε το 1930 από τον Ευάγγελο Παπαστράτο και σήμερα είναι θυγατρική του αμερικανικού «κολοσσού» Philip Morris International, σε μια κοινή πορεία κάποιων δεκαετιών.

Με πολύ έντονο το ελληνικό στοιχείο στη διοίκησή της και πολύ μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα, ύψους πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ (όπως αυτή για τη μετατροπή εργοστασίου της στον Ασπρόπυργο σε μονάδα παραγωγής των ράβδων καπνού για το IQOS, από όπου τροφοδοτούνται οι εξαγωγές προς δεκάδες κράτη και διασφαλίζονται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, πολυάριθμες θέσεις εργασίας), η Παπαστράτος κάνει «πρωταθλητισμό» σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αδύνατον να γίνει. Αυτή σαφώς είναι η λεγόμενη άλλη όψη του ιδίου νομίσματος…

ΙΤΑΛΟΙ, ΤΟΥΡΚΟΙ, ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ KAI FUNDS

Ο μυθικός… Ακάκιος, το πρόσωπο της πασίγνωστης τηλεοπτικής διαφήμισης, αποτελεί μία άλλη διαχρονική «μορφή» του ελληνικού επιχειρείν, που ομιλεί ωστόσο εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες την ιταλική γλώσσα! Η ελληνική βιομηχανία παραγωγής ζυμαρικών Μίσκο (MISKO) εξαγοράστηκε το 1991 από τον ιταλικό κολοσσό του μακαρονιού Barilla και από τότε πλασάρεται σταθερά στις πρώτες θέσεις του κλάδου στην Ελλάδα.

Τα παγωτά ΕΒΓΑ, η ιστορική γαλακτοβιομηχανία που έμαθε στους Ελληνες το τυποποιημένο παγωτό, πούλησε αρχικά τον τομέα του (σήματα και δίκτυο) στον πολυεθνικό κολοσσό Unilever το 2010 και στη συνέχεια αυτονομήθηκε ως κλάδος (ως Algida ICC).
Η Δέλτα (Ομιλος Vivartia), που ήταν κάποτε ο μεγαλύτερος ελληνικός όμιλος τροφίμων, εξαγοράστηκε το 2020 από το αμερικανικό fund CVC Capital Partners, αν και λέγεται ότι οι μέτοχοί της εξετάζουν σοβαρά το θέμα της πώλησής της την τελευταία διετία, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει προκύψει κάποια συμφωνία.

Στο portfolio του CVC συμπεριλαμβανόταν μέχρι το 2025 και η εταιρεία κατεψυγμένων λαχανικών Μπάρμπα Στάθης, η οποία εξαγοράστηκε από την Ideal Holdings (στην επενδυτική της ομάδα όμως συμμετέχει με 25% η Oak Hill Advisors).

Στην κατοχή Τούρκων της οικογένειας Ονούν (Dardanel) πέρασαν τα τελευταία χρόνια, έπειτα από γερό «κούρεμα» στα χρέη της, τα «ιμάτια» της παραδοσιακής ελληνικής βιομηχανίας κατεψυγμένων θαλασσινών Καλλιμάνης και στις ιχθυοκαλλιέργειες οι ιστορικές εταιρείες Νηρεύς και Σελόντα ενσωματώθηκαν στην Avramar, η οποία ανήκε στις Amerra Capital και Mubadala προτού εξαγοραστεί φέτος, στο πλαίσιο της εξυγίανσής της από την καναδική Cooke.

Εν κατακλείδι, η «μετάβαση» αυτή δεν ήταν απαραίτητα μια κακή εξέλιξη. Σε αρκετές περιπτώσεις η είσοδος ξένων κεφαλαίων φαινομενικά διέσωσε brands από τον «αφανισμό» ή ολόκληρες βιομηχανίες από τη χρεοκοπία (ειδικά την περίοδο της κρίσης), διατήρησε θέσεις εργασίας και βοήθησε ελληνικά προϊόντα να αποκτήσουν πρόσβαση σε παγκόσμια δίκτυα διανομής.

Από την άλλη μένουν η συναισθηματική «απώλεια» και ένα μεγάλο «γιατί;». Θεωρητικά θα μπορούσαν όλα αυτά τα σήματα ή οι βιομηχανίες να είχαν παραμείνει, υπό σοβαρές προϋποθέσεις, έστω κάποια από αυτά τα ονόματα, σε ελληνικά χέρια…

Στις τηλεπικοινωνίες οι Γερμανοί, στην υγεία οι Αραβες

Μία από τις πιο ιστορικές επωνυμίες της ελληνικής αγοράς θεωρείται αυτή του ΟΤΕ. Ο κορυφαίος ελληνικός όμιλος τηλεπικοινωνιών, προτού περιέλθει σταδιακά στον έλεγχο της γερμανικής Deutsche Telekom (που κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών) και προτού εξελιχθεί σε έναν τεχνολογικό «κολοσσό», με δραστηριότητα και σε άλλους τομείς, όπως τα ψηφιακά έργα, ο ΟΤΕ «έγραψε» μια πορεία δεκαετιών. Ο εθνικός μας πάροχος ιδρύθηκε το 1949, στο ευρύτερο πλαίσιο ανασυγκρότησης της χώρας και ενισχύθηκε οικονομικά με 136.704.074 δραχμές από το σχέδιο Μάρσαλ. Πριν από τον ΟΤΕ δεν υπήρχε καν τηλέφωνο στην Ελλάδα. Γενικά αποτελούσε, τότε, είδος πολυτελείας, που αφορούσε τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε βρει τις τηλεπικοινωνίες της χώρας κατεστραμμένες ή με απαρχαιωμένο τεχνικό εξοπλισμό…

Στην ιδιωτική υγεία ορισμένα από τα μεγαλύτερα και πολύ γνωστά νοσοκομεία της Αθήνας (Υγεία, Metropolitan, Μητέρα) μπήκαν κάτω από την ομπρέλα του Hellenic Healthcare Group, το οποίο ήλεγχε πλήρως μέχρι πέρσι το αμερικανικό fund CVC Capital Partners, αλλά πούλησε το πλειοψηφικό πακέτο πάλι σε ξένους, ειδικότερα προς την αραβικών συμφερόντων PureHealth, από το Αμπού Ντάμπι.

Στον κλάδο των φυσικών καλλυντικών δύο δημοφιλή brands κατέληξαν επίσης σε «ξένα χέρια» μέσα στην τελευταία δεκαετία: ο μεν Κορρές (Γιώργος Κορρέας) εξαγοράστηκε το 2017 κατά πλειοψηφία από τη Morgan Stanley (North Haven Private Equity Asia IV, L.P. ) και την κινεζική Profex, η δε Apivita, που ιδρύθηκε από τους Ελληνες φαρμακοποιούς Νίκο και Νίκη Κουτσιανά, πουλήθηκε και αυτή το 2017 στον ισπανικό Ομιλο Puig.

1864-2026: Η πρώτη ελληνική μπίρα και οι Δανοί…

Η ελληνική μπίρα «γράφει» τα δικά της κεφάλαια στο βιβλίο της μακράς ιστορίας του κλάδου. Το παράδοξο είναι ότι σε συντριπτικό ποσοστό οι ξένες πολυεθνικές ελέγχουν ούτε λίγο ούτε πολύ το… 81% της αγοράς στην Ελλάδα: η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, θυγατρική της ολλανδικής Heineken, και η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, μέλος του group της δανέζικης Carlsberg, με 54% και 27%, αντίστοιχα. Ολοι οι υπόλοιποι «παίκτες» μαζί αθροίζουν μόλις ένα 19%.

Στα portfolio τους διατηρούν, δε, αμφότερες πλήθος σημάτων. Και για να μην αναφερθεί όλη η… λίστα, πάμε στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τη Fix (Φιξ). Η ιστορικότερη, ίσως, ελληνική μπίρα (1864) ανήκει στον Ομιλο Carlsberg. Το story της, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του brand: Οταν η Ελλάδα προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ο Ιωάννης Φιξ ήρθε από το Μόναχο για να βρει τον πατέρα του. Δύο πιστολιές στη Μαγκουφάνα (Πεύκη), από τις οποίες ο πατέρας Φιξ έπεσε νεκρός ήταν η αιτία ο γιος να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο Αττικής και να αρχίσει την παραγωγή της μπίρας, ορμώμενος από το γεγονός ότι αρκετοί Βαυαροί αξιωματικοί είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ο Ιωάννης Φιξ, λοιπόν, φτιάχνει την πρώτη μπίρα στη χώρα μας, δίνοντάς της το όνομα της οικογένειάς του…

Η ολλανδο-βελγική παρουσία στα σούπερ μάρκετ

Στα σούπερ μάρκετ και στη βιομηχανία τροφίμων εντοπίζει κανείς ανάλογα παραδείγματα παραδοσιακών ελληνικών επωνυμιών που ελέγχονται σήμερα από ξένους «παίκτες».

Η ΑΒ Βασιλόπουλος, η αλυσίδα που άρχισε εκίνησε το 1939, εξαγοράστηκε ήδη από το 1992 από τη βελγική Delhaize και τώρα ανήκει στον πολυεθνικό ολλανδο-βελγικό Ομιλο Ahold Delhaize.

Αυτή την περίοδο, η ΑΒ διεκδικεί τη δεύτερη θέση του κλάδου στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, όπου leader είναι η ελληνική επιχείρηση Σκλαβενίτης.

Οσο για την Ελαΐς, η ιστορική βιομηχανία ελαιολάδου και λιπών (βούτυρο Vitam κ.ά.) περιήλθε για χρόνια στον ολλανδικό κολοσσό Unilever, ενώ το κομμάτι των ελαιολάδων (Αλτις) πουλήθηκε στη συνέχεια στο private equity fund KKR (Upfield).

Δεν λείπουν, βέβαια, και τα παραδείγματα εταιρειών που πωλήθηκαν σε ξένους και αργότερα «επέστρεψαν» σε ελληνικά χέρια. Ενα άλλο, επίσης ενδιαφέρον ρεπορτάζ…

Αλλη μια σημείωση: Το γεγονός ότι αυτά τα brands ανήκουν σε ξένους ομίλους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η παραγωγή τους έφυγε από την Ελλάδα. Πολλές από αυτές τις εταιρείες διατηρούν τα εργοστάσιά τους εδώ, απασχολούν χιλιάδες Ελληνες εργαζομένους και χρησιμοποιούν ελληνικές πρώτες ύλες, αλλά τα κέρδη και η στρατηγική αφορούν το εξωτερικό.

Διαβάστε ακόμα: Χημική βιομηχανία: Στόχος οι εξαγωγές και η ανταγωνιστικότητα

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 5/6/2026)

Πηγή: dealnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αισχροκέρδεια: Διπλάσιες αυξήσεις στο ράφι από το χωράφι

Το φαινόμενο της αισχροκέρδειας στην Ελλάδα και των μεγάλων ανατιμήσεων που καταγράφονται...

Το εμπόριο βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολούθησαν επαγγελματίες, έμποροι και επιχειρηματίες χθες...

Υπηρέτες των τοκογλύφων, εχθροί του λαού

Κάποιος πρέπει να εξηγήσει σ' αυτόν τον Πιερρακάκη, πως δεν είναι κυβερνήτης της Ελλάδας...

Αναπτυξιακός Νόμος: Ποιοι κόφτες κλείνουν την πόρτα στις ΜμΕ

Την οικονομική αντοχή που συχνά αναζητούν μέσα από τη δημόσια στήριξη καλούνται...