Μαίρη Λίντα: Το «αηδονάκι» που ένωσε Μίκη και Μάνο

Η Μαίρη Λίντα πέθανε στα 91 της. «Εφυγε» χωρίς να μετανιώνει και χωρίς να λυπάται για τίποτα. Εκτός από ένα: «Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη»

Οταν στις αρχές της δεκαετίας του ’40 ένα κοριτσάκι μόλις επτά χρονών ανέβηκε στη σκηνή στο θέατρο Αλκαζάρ, στα παιδικά θεάματα του Ορέστη Λάσκου, το ελληνικό λαϊκό τραγούδι απέκτησε την πιο ανεξίτηλη φωνή του. Ηταν η Μαρία Δημητροπούλου, που λίγο αργότερα θα γινόταν η μοναδική Μαίρη Λίντα.

  • Από τον Βασίλη Γαλούπη

Χθες η Μαίρη Λίντα πέθανε, στα 91 της. Και παρά τον σχεδόν έναν αιώνα πολυτάραχης ζωής, «έφυγε» χωρίς να μετανιώνει και χωρίς να λυπάται για τίποτα. Εκτός από ένα: «Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Ακόμα και σήμερα πονάω. Για μένα ο Μανώλης ήταν τα πάντα. Μακάρι να με άκουγε από εκεί που βρίσκεται τώρα και να του έλεγα πόσο πολύ τον αγάπησα και τον λάτρεψα και θα συνεχίσω να έχω τα ίδια αισθήματα μέχρι το τέλος της ζωής μου» θα επαναλάμβανε αργότερα, μέχρι και το τέλος.

Από μικρό παιδί ακόμα, η Μαίρη Λίντα διέθετε το σπάνιο χάρισμα να γοητεύει τους πάντες. Ολοι την αγαπούσαν. Εκτός ίσως από τους ανθρώπους που η ίδια αγάπησε. Ο δεύτερος άντρας της, μετά τον Χιώτη, την ξυλοφόρτωνε. «Δεν άντεχα άλλο την πολύ κακή συμπεριφορά και το ξύλο. Εφυγα. Είχα τη δύναμη όμως, γιατί είχα ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι μου, τη φωνή μου» θα εξομολογούνταν χρόνια αργότερα για την κακοποίηση που υπέστη. Ο τρίτος την απατούσε συστηματικά.

Γεννήθηκε το 1935 στον Πύργο Ηλείας, σε μια οικογένεια πάμφτωχη. Ο πατέρας της ήταν φούρναρης και η μητέρα της είχε φέρει στον κόσμο 17 παιδιά! Μετακόμισαν στον Κολωνό, αλλά η φτώχεια τούς ακολούθησε. Οταν πρωτοανέβηκε στο πάλκο σε ηλικία επτά χρονών, στον διαγωνισμό ταλέντων του Ορέστη Λάσκου, το ταλέντο της ήταν ήδη εντυπωσιακό. Από παιδί άρχισε να τραγουδάει επαγγελματικά.

Οσο άντεχε, συνέχισε το σχολείο το πρωί και το τραγούδι το βράδυ μέχρι που αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση. Η φωνή της ήταν η μόνη διέξοδος απ’ την ανέχεια. Ο πατέρας της αρρώστησε από την ασθένεια των δυτών, οπότε το τραγούδι ήρθε από αγάπη και ανάγκη επιβίωσης. «Υπήρχε ανάγκη στο σπίτι μου. Μου έπεσε το βάρος, ήμασταν, βλέπετε, πολλά παιδιά, αλλά το ήθελα. Κεφάτη κι έξω καρδιά, από παιδάκι μου άρεσε να τραγουδάω».

Οπου κι αν δούλευε, η μητέρα της τη συνόδευε, άγρυπνος φύλακας. Η νύχτα δεν είναι εύκολο πράγμα για ένα μικρό κορίτσι. «Στη ζωή έκανα πολλά χιλιόμετρα στο πάλκο. Δύσκολοι καιροί, αλλά η μητέρα με ακολουθούσε παντού. Πού να με κοιτάξει άνθρωπος. Ο “δράκος” έλεγαν όταν την έβλεπαν. Ευτυχώς, γιατί μικρό κοριτσάκι όπως ήμουν τότε, θα μπορούσα να κάνω τραγικά λάθη. Με είχε από κοντά, γιατί πήγαινα στη σχολή Μοριάνωφ, έκανα χορό, μάθαινα. Οταν βγήκα να τραγουδήσω, ήμουν έτοιμη. Είχα τη σκηνή στην ψυχή μου» θυμόταν η Μαίρη Λίντα πριν από δέκα χρόνια. Η μητέρα της θα έβρισκε τραγικό θάνατο το 1970, δολοφονημένη από ληστές που εισέβαλαν στο σπίτι της.

Μια μέρα, δεν ήταν ακόμα ούτε δώδεκα χρονών, η Λίντα πήγε να τραγουδήσει στο Πίγκαλς, που ήταν μαέστρος ο Χιώτης. Εκεί είδε πρώτη φορά τον Μανώλη Χιώτη. Και μαγεύτηκε. Τον αγάπησε από τότε, κρυφά κι αμετάκλητα. Αποδείχθηκε ο μοιραίος άνθρωπος της ζωής της. Στο τέλος, στα 91 της, παρέμενε ο μόνος της καημός που είχε ακόμα σημασία για εκείνη. Για τον Χιώτη, βέβαια, το δωδεκάχρονο ερωτευμένο κοριτσάκι ήταν αόρατο. «Εγώ παιδάκι, εκείνος μεγάλος. Ηταν η εποχή που παντρεύτηκε τη Ζωή Νάχη και έκανε τα δύο παιδιά. Βρεθήκαμε μαζί αργότερα».

Το 1959 παντρεύτηκαν, με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου, όμως χώρισαν το 1966. «Δεν υπάρχουν τέτοιες αγάπες σήμερα. Αν ξαναζούσα, πάλι τον Χιώτη θα διάλεγα». Επαγγελματικά, τα ταλέντα τους ταίριαξαν τόσο απόλυτα, που έγιναν το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό ζευγάρι που είδε ποτέ η Αθήνα. «Ο ένας άκουγε τον άλλον. “Πώς το έκανες, κουτσούνα μου, αυτό, ξαναπές το” μου έλεγε όταν έκανα μια στροφή. Είχαμε μεράκι και οι δυο. Σχεδιάζαμε κάθε βήμα. Προσέχαμε τα πάντα». Ο ιδιοφυής ήχος του μπουζουκιού του Χιώτη και η πάντα ανάλαφρη, χαρισματική φωνή της Μαίρης Λίντα έφτιαξαν έναν ήχο τόσο χαρακτηριστικό, που παραμένει αξεπέραστος.

Η κόρη του φούρναρη, που έπιασε δουλειά απ’ τα εφτά της για να επιβιώσει απ’ τη φτώχεια, έφτασε να τραγουδάει για προέδρους, διεθνείς αστέρες και εφοπλιστές. Ο κόσμος τη λάτρευε, από εργάτες μέχρι τον Ωνάση και τη Μαρία Κάλλας, που αποκαλούσε τη Λίντα «αηδονάκι» και της ζητούσε να πει τ’ αγαπημένα της τραγούδια. Ο Γεώργιος Παπανδρέου τής έκανε παραγγελιά το «Στον άλλο κόσμο που θα πας», ο Ρενιέ του Μονακό ήταν θαυμαστής της. Το ίδιο και ιερά τέρατα του Χόλιγουντ, όπως ο Αντονι Πέρκινς.

Το 1964, σε περιοδεία που έκαναν με τον Χιώτη στην Αμερική, τους κάλεσαν να τραγουδήσουν στα γενέθλια του προέδρου Λίντον Τζόνσον. «Σαν παιδί γελούσε ο πρόεδρος. “Είστε σπουδαίοι καλλιτέχνες”, μας λέει, “σας αρέσει η Αμερική;”». Και σε 15 μέρες τούς έδωσε πράσινη κάρτα για να τους δελεάσει να μείνουν στην Αμερική.

Μουσικά, η Λίντα ένωσε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, ερμηνεύοντας τραγούδια και των δύο. «Στην καριέρα μου πάντα με οδηγούσε το ένστικτο. Πρόσεχα και διάλεγα τα καλύτερα. Ακόμη και τα τραγούδια που είπα ήταν όλα διαλεχτά». Ο,τι κι αν ερμήνευε, η φωνή της διατηρούσε το κρύσταλλο και το μπρίο, σαν μόνιμη λιακάδα. Αν η Αθήνα είχε φωνή, θα ήταν της Μαίρης Λίντα.

ΜΑΙΡΗ ΛΙΝΤΑ – Τραγουδίστρια – ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκε το 1935 στον Πύργο Ηλείας, ως Μαρία Δημητροπούλου. Το 1942 πρωτοτραγούδησε στα ταλέντα του Ορέστη Λάσκου, ο οποίος την ξεχώρισε κι άλλαξε το όνομά της σε Μαίρη Λίντα. Αρχισε να δουλεύει από τότε, αρχικά σε βαριετέ και μικρά νυχτερινά κέντρα. Στις αρχές του ’50 γνώρισε τον Μανώλη Χιώτη, με τον οποίο λίγο αργότερα θα δημιουργούσαν το θρυλικότερο μουσικό ντουέτο της δεκαετίας του ’60. Το 1961 απέσπασε το Α’ Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Απαγωγή» του Μίκη Θεοδωράκη. Στη διάρκεια της καριέρας της ερμήνευσε πάνω από 1.200 τραγούδια συνεργαζόμενη με κορυφαίους δημιουργούς, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου κ.ά. Μαζί με τον Χιώτη έφτιαξε έναν μοναδικό ήχο στα χρονικά του ελληνικού τραγουδιού, που συνδύαζε το τετράχορδο μπουζούκι, επινόηση του Χιώτη, με ρυθμούς λαϊκούς, τζαζ και λάτιν. Πέθανε χθες σε ηλικία 91 ετών.

Πηγή: dimokratia.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Πέντε λεπτά θλίψης

Για λίγες ημέρες η χώρα μας πάγωσε. Σήμερα, όμως, πόσοι θυμούνται τα δύο κορίτσια...
Κάλλι Αναγνώστου (Πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική)

8 χρόνια από το Μάτι: Η αλήθεια για την τραγωδία της...

Με αφορμή τη συμπλήρωση 8 ετών από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, στις 23 Ιουλίου...
Συνωστισμός στο Μετρό

Το «επιτελικό» χάος των ΜΜΜ

Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη και η καθημερινότητα των πολιτών...
Εικονογράφημα για την Οδύσσεια του Νόλαν

Διαβάστε Όμηρο, μη δείτε Νόλαν

Στη φωτογραφία Νο 1 βλέπετε πώς ήταν ντυμένος ο Μενέλαος στην ταινία «Τροία»...