Η λήθη είναι η πιο επικίνδυνη μορφή κοινωνικής αφασίας, αφού επιλέγουμε να μη θυμόμαστε όσα μας υποχρεώνουν να αλλάξουμε ως άνθρωποι
Του Γιάννη Χ. Κουριαννίδη*
Για λίγες ημέρες η χώρα μας πάγωσε. Σήμερα, όμως, πόσοι θυμούνται τα δύο κορίτσια που χάθηκαν αυτόβουλα με τον πιο τραγικό τρόπο, στην Ηλιούπολη της Αθήνας, μόλις τον περασμένο Μάιο; Η τραγωδία αυτή δεν κράτησε πολύ στη συλλογική μνήμη. Συνεχίζεται, βέβαια, μέσα στις οικογένειές τους και στα άδεια θρανία της νέας σχολικής χρονιάς. Η συλλογική μας συγκίνηση, όμως, είχε ημερομηνία λήξεως, όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε ανάλογη περίπτωση στην εποχή μας, του βομβαρδισμού των ειδήσεων.
Οι αναλύσεις των ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, ψυχιάτρων, εγκληματολόγων, εκπαιδευτικών, που διαδέχονταν η μία την άλλη στα τηλεοπτικά παράθυρα, σίγησαν. Οι βαρύγδουπες διαπιστώσεις, διατυπωμένες με την ασφάλεια κάποιου που γνωρίζει ότι σε λίγες ημέρες θα κληθεί να σχολιάσει μία άλλη τραγωδία, έσβησαν. Οι κάμερες έφυγαν, τα πάνελ άλλαξαν αντικείμενο, οι «ειδικοί» βρήκαν μια νέα κρίση να ερμηνεύσουν, τα ΜΜΕ αναζήτησαν το επόμενο γεγονός που θα εξασφάλιζε τηλεθέαση ή επισκεψιμότητα, καταδεικνύοντας ότι και οι τραγωδίες λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς…
Βλέπετε, ο αδίστακτος αλγόριθμος αποτυπώνει (αν δεν διδάσκει κιόλας!) τις τάσεις μιας κοινωνίας που έχει μάθει να καταναλώνει ακόμα και τον ανθρώπινο πόνο. Κι όπως κάθε καταναλωτικό προϊόν, γίνεται εύκολα βαρετό και ακόμα πιο εύκολα ξεπερνιέται και ξεχνιέται.
Η λήθη είναι η πιο επικίνδυνη μορφή κοινωνικής αφασίας, αφού επιλέγουμε να μη θυμόμαστε όσα μας υποχρεώνουν να αλλάξουμε ως άνθρωποι. Γιατί αν συνεχίζαμε να θυμόμαστε, τότε σήμερα θα συζητούσαμε τι άλλαξε στα σχολεία, πόσοι ψυχολόγοι προσελήφθησαν, πόσοι κοινωνικοί λειτουργοί βρίσκονται δίπλα σε παιδιά που παλεύουν μόνα τους, πόσες οικογένειες απέκτησαν άμεση πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, χωρίς πολύμηνη αναμονή και οικονομικά εμπόδια.
Η Πολιτεία ασφαλώς και δεν μπορεί να αποτρέψει την κάθε τραγωδία, οφείλει όμως να αποδείξει ότι η υποχρέωσή της δεν εξαντλείται σε μια τηλεφωνική γραμμή στήριξης, που, όσο απαραίτητη και αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα σχολείο ή μια ευρύτερη κοινότητα που θα αναγνωρίζει εγκαίρως τα ανησυχητικά σημάδια και θα προλαμβάνει τις δυσάρεστες εξελίξεις.
Από τη μεριά της, η δημοσιογραφία θα πρέπει να μη περιορίζεται μόνο στο σοκ της στιγμής, αλλά να ερευνά τι απέγιναν οι όποιες κυβερνητικές εξαγγελίες, αλλά και να ασκεί πίεση αν διαπιστώνει ότι το δημόσιο ενδιαφέρον έχει υποχωρήσει. Διαφορετικά, μετατρέπει απλώς την ανθρώπινη τραγωδία σε αναλώσιμο προϊόν.
Η μεγαλύτερη ευθύνη, όμως, ανήκει σε όλους εμάς που δημιουργούμε την αγορά της λήθης και καταναλώνουμε την είδηση για λίγες ημέρες, συνεχίζοντας σαν να μη συνέβη τίποτα, ίσως γιατί είναι πιο εύκολο να πιστεύουμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνο σε άλλους και ότι η απόγνωση κατοικεί πάντα στο διπλανό σπίτι.
Όταν όμως το πρόσωπο της είδησης αποκτήσει το όνομα του δικού μας παιδιού, φίλου, συναδέλφου και κληθούμε να δώσουμε οδυνηρές απαντήσεις σε ερωτήματα του τύπου «μα πώς δεν το είδα;» ή «πού ήμασταν όλοι;», τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι η μνήμη και η ενσυναίσθηση αποτελούν κοινωνικές μας υποχρεώσεις. Γιατί μόνο όταν μια τραγωδία παραμένει στη δημόσια συζήτηση είναι ικανή να γεννήσει πολιτικές, θεσμούς, αλλαγές και λογοδοσία. Όταν ξεχνιέται, αφήνει πίσω της δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνους που θρηνούν για πάντα και εκείνους που υπόσχονται ανέξοδα πως «αυτή τη φορά κάτι θα αλλάξει». Και που στη συνέχεια περιμένουν την επόμενη τραγωδία για να το ξαναπούν…
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα», [email protected]
Πηγή: dimokratia.gr




