Του Outsider
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου η εξουσία παύει να λειτουργεί ως εργαλείο διακυβέρνησης και μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοσυντήρησης. Τότε η πραγματικότητα παραμορφώνεται, οι προτεραιότητες χάνονται και η αγωνία για το πολιτικό μέλλον υπερισχύει της ανάγκης αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων της κοινωνίας. Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα η εικόνα που εκπέμπει το Μέγαρο Μαξίμου.
Την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να εξαντλεί τα νοικοκυριά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ασφυκτιούν, οι πολίτες βλέπουν την καθημερινότητά τους να γίνεται ολοένα δυσκολότερη και η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται, η κυβέρνηση δείχνει να αναλώνει υπερβολική ενέργεια σε εσωκομματικές ανησυχίες και προσωπικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η δημόσια εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η αγωνία για τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της παράταξης έχει καταστεί σημαντικότερη από την αγωνία για τα προβλήματα των πολιτών.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε οικοδομήσει το προφίλ του ψύχραιμου και μεθοδικού πολιτικού. Ωστόσο, όσο πληθαίνουν τα σημάδια φθοράς, τόσο περισσότερο φαίνεται να κυριαρχεί ο εκνευρισμός. Λέγεται συχνά ότι μιλά άπταιστα γαλλικά. Το τελευταίο διάστημα, όμως, η πολιτική ατμόσφαιρα δίνει την εντύπωση ότι μιλά μόνο… «γαλλικά», καθώς η δυσφορία και η νευρικότητα είναι πλέον εμφανείς σε κάθε επίπεδο της κυβερνητικής λειτουργίας.
Και όταν η κορυφή εκπέμπει ανησυχία, η ανησυχία μεταδίδεται προς τα κάτω. Οι συνεργάτες βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση, οι μηχανισμοί λειτουργούν με όρους πολιτικής επιβίωσης και οι αποφάσεις λαμβάνονται υπό το βάρος του φόβου. Όμως η πολιτική ιστορία έχει αποδείξει αμέτρητες φορές ότι ο πανικός είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Ο πανικός οδηγεί σε λάθη, υπερβολές και επιλογές που τελικά επιταχύνουν αυτό ακριβώς που επιχειρούν να αποτρέψουν.
Χαρακτηριστική είναι και η εικόνα που άφησαν πρόσφατες πολιτικές εμφανίσεις του πρωθυπουργού στην περιφέρεια. Ανεξάρτητα από τους ακριβείς αριθμούς ή τις κομματικές ερμηνείες, η ουσία παραμένει η ίδια: η εικόνα ενθουσιασμού που κάποτε συνόδευε τις δημόσιες παρουσίες του δεν είναι πλέον δεδομένη. Και όταν η πολιτική δυναμική αρχίζει να εξασθενεί, καμία επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματικότητα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι η φθορά. Όλες οι κυβερνήσεις φθείρονται. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η άρνηση αποδοχής της φθοράς. Είναι η πεποίθηση ότι για κάθε δυσκολία φταίνε οι άλλοι, οι αντίπαλοι, οι διαφωνούντες, οι επικριτές, οι πρώην σύμμαχοι. Είναι η αδυναμία αυτοκριτικής που συχνά συνοδεύει τη μακρά παραμονή στην εξουσία.
Όσο για τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι εγκλωβίζεται στις ίδιες του τις τοποθετήσεις. Η υπερβολική προσπάθεια υπεράσπισης κάθε κυβερνητικής επιλογής οδηγεί συχνά σε αντιφάσεις που τελικά δυσκολεύουν περισσότερο το κυβερνητικό αφήγημα παρά το ενισχύουν.
Η πολιτική, όμως, έχει έναν αμείλικτο κανόνα. Οι πολίτες παρατηρούν, αξιολογούν και στο τέλος κρίνουν. Κανένας επικοινωνιακός μηχανισμός δεν μπορεί να ακυρώσει αυτή τη διαδικασία. Και όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να ασχολείται περισσότερο με τους φόβους της παρά με τις ανάγκες της κοινωνίας, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους αντιπάλους της αλλά στον ίδιο της τον καθρέφτη.
Γιατί, πράγματι, το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη. Και στην πολιτική, η παραφροσύνη αρχίζει τη στιγμή που η εξουσία χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα.




