Του Απόστολου Αποστόλου*
Ο Άρθουρ Καίσλερ δεν υπήρξε προφήτης. Υπήρξε όμως ένας από τους ελάχιστους στοχαστές του 20ού αιώνα που κατάλαβαν ότι ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο ένα πολιτικό σύστημα, αλλά πρωτίστως είναι, ένας τρόπος σκέψης. Μια κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να αμφισβητεί, επειδή έχει εκχωρήσει τη συνείδησή του σε μια ανώτερη αρχή, όπως είναι το Κόμμα, το Κράτος, την Ιστορία, την Αγορά ή ακόμη και την Επιστήμη.
Αν ζούσε σήμερα, πιθανότατα δεν θα έγραφε άλλο ένα «Μηδέν και Άπειρο» αλλά θα έγραφε ένα βιβλίο για τον ψηφιακό ολοκληρωτισμό, ο οποίος δεν επιβάλλεται πλέον με στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά με εφαρμογές, με αλγορίθμους, με πλατφόρμες και επίσης με συστήματα βαθμολόγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ο Καίσλερ είχε προειδοποιήσει ότι κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της «Απόλυτο». Σήμερα, ίσως έλεγε, το «Απόλυτο» δεν είναι μια ιδεολογία αλλά είναι ο ίδιος ο αλγόριθμος. Δεν αποφασίζει πλέον ο άνθρωπος τι αξίζει να δει, να διαβάσει ή να πιστέψει, γιατί αποφασίζει μια μηχανή που έχει μάθει να προβλέπει και να κατευθύνει τις επιθυμίες του. Εξάλλου η ελευθερία δεν καταργείται βίαια, γιατί απλά σήμερα γίνεται περιττή υπόθεση.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο σύγχρονος πολίτης γνωρίζει περισσότερα για τους όρους χρήσης μιας εφαρμογής παρά για το Σύνταγμα της χώρας του.
Ο Καίσλερ θα παρατηρούσε επίσης μια βαθύτερη μεταμόρφωση. Στον 20ό αιώνα, η εξουσία ήθελε πειθαρχημένους πολίτες. Στον 21ο αιώνα η εξουσία χρειάζεται πειθαρχημένους χρήστες.
Ο πολίτης συμμετέχει.
Ο χρήστης καταναλώνει.
Ο πολίτης διεκδικεί.
Ο χρήστης αποδέχεται τους όρους χρήσης.
Η γλώσσα δεν είναι αθώα. Όταν οι κυβερνήσεις μιλούν για «ψηφιακές υπηρεσίες» και οι μεγάλες εταιρείες αποκαλούν τους ανθρώπους «χρήστες», κάτι βαθύτερο αλλάζει. Η πολιτική ιδιότητα του ανθρώπου αντικαθίσταται από την ιδιότητα του καταναλωτή δεδομένων.
Ίσως ο Καίσλερ να έγραφε ότι η μεγαλύτερη νίκη του σύγχρονου συστήματος είναι πως κατάφερε να μετατρέψει τον πολίτη σε πελάτη του κράτους και ταυτόχρονα σε προϊόν των πολυεθνικών της πληροφορίας.
Το ίδιο ανήσυχος θα ήταν για το χρήμα.
Ο συγγραφέας που έζησε τις οικονομικές κρίσεις του Μεσοπολέμου θα δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι ολόκληρη η οικονομική ζωή μπορεί πλέον να στηρίζεται σε άυλες εγγραφές, ψηφιακές συναλλαγές και αόρατα χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Δεν θα πολεμούσε την τεχνολογία, αλλά θα αναρωτιόταν όμως ποιος τελικά ελέγχει αυτό το νέο χρήμα.
Όταν το χρήμα παύει να έχει υλική υπόσταση και μετατρέπεται αποκλειστικά σε πληροφορία, η οικονομική εξουσία γίνεται ακόμη πιο αόρατη. Και, όπως είχε δείξει η εμπειρία του ολοκληρωτισμού, η πιο επικίνδυνη εξουσία είναι εκείνη που δεν φαίνεται.
Δεν αποκλείεται να έβλεπε στα ψηφιακά νομίσματα των κεντρικών τραπεζών (CBDCs) ως ένα ιστορικό παράδοξο, αλλά και τη δυνατότητα ενός κράτους να γνωρίζει όχι μόνο τι σκέφτεται ο πολίτης αλλά και τι αγοράζει, πότε αγοράζει και πού βρίσκεται τη στιγμή της συναλλαγής, ως έναν ανίκητο υπερ-ολοκληρωτισμό. Δηλαδή μια μορφή οικονομικής επιτήρησης που κανένας ολοκληρωτισμός του 20ού αιώνα δεν είχε ποτέ στη διάθεσή του.
Οι πόλεμοι θα αποτελούσαν μια ακόμη πηγή προβληματισμού.
Ο Καίσλερ είχε γνωρίσει τους πολέμους των χαρακωμάτων, των αρμάτων και των βομβαρδισμών. Σήμερα θα έβλεπε πολέμους χωρίς επίσημη κήρυξη, κυβερνοεπιθέσεις, drones που σκοτώνουν χωρίς πιλότο, τεχνητή νοημοσύνη που επιλέγει στόχους και κοινωνικά δίκτυα που προηγούνται ακόμη και των στρατηγών στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Επιπλέον θα έλεγε ότι η προπαγάνδα, δεν παράγει πλέον μόνο ψεύδη, αλλά παράγει πραγματικότητες.
Θα διέκρινε επίσης με ευκολία ότι κάθε κοινωνία θα κατοικούσε μέσα στη δική της πληροφοριακή φούσκα.
Εκεί όμως που ο Καίσλερ πιθανότατα θα σταματούσε περισσότερο είναι η εργασία.
Ο βιομηχανικός καπιταλισμός εκμεταλλευόταν τον εργαζόμενο.
Ο ψηφιακός καπιταλισμός ίσως δεν τον χρειάζεται καν.
Η ρομποτική, η αυτοματοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη δεν υπόσχονται μόνο μεγαλύτερη παραγωγικότητα αλλά απειλούν να καταστήσουν εκατομμύρια ανθρώπους οικονομικά περιττούς. Και μια δημοκρατία στην οποία μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν είναι πλέον αναγκαία για την παραγωγή πλούτου κινδυνεύει να χάσει και την πολιτική της συνοχή.
Ο Καίσλερ είχε γράψει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνδέεται με την αίσθηση της συμμετοχής στην ιστορία. Σήμερα ίσως θα έλεγε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η ανεργία αλλά η αντικατάσταση του ανθρώπου ως κοινωνικού υποκειμένου.
Όταν ο αλγόριθμος εργάζεται καλύτερα, ταχύτερα και φθηνότερα, τι απομένει στον άνθρωπο;
Η κατανάλωση.
Η ψυχαγωγία.
Η παραγωγή δεδομένων.
Και αυτό οδηγεί σε μια νέα μορφή εξάρτησης.
Η δημοκρατία μετασχηματίζεται επίσης.
Όλο και περισσότερο ακούμε για «ψηφιακή δημοκρατία», για ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, πλατφόρμες συμμετοχής, εφαρμογές διαβούλευσης. Ο Καίσλερ δύσκολα θα γοητευόταν από αυτή την τεχνολογική αισιοδοξία. Θα υπενθύμιζε ότι η δημοκρατία δεν είναι λογισμικό, αλλά σύγκρουση ιδεών, δημόσιος λόγος, θεσμικές εγγυήσεις και ανεξάρτητοι πολίτες.
Θα τόνιζε με σθένος ότι η ταχύτητα δεν είναι συνώνυμη της ελευθερίας.
Η ψηφιοποίηση δεν είναι συνώνυμη της δημοκρατίας.
Αντίθετα, όσο περισσότερο η πολιτική λειτουργεί ως εφαρμογή, τόσο περισσότερο ο πολίτης συμπεριφέρεται σαν πελάτης που αξιολογεί υπηρεσίες αντί να συνδιαμορφώνει το κοινό μέλλον.
Ίσως αυτή να ήταν και η πιο σκληρή του διαπίστωση.
Ο εικοστός αιώνας προσπάθησε να πείσει τον άνθρωπο ότι είναι ένα γρανάζι της Ιστορίας.
Ο εικοστός πρώτος αιώνας προσπαθεί να τον πείσει ότι ο άνθρωπος είναι ένας λογαριασμός χρήστη. Και επιπλέον μια καθαρή κενότητα που βρίσκεται ερήμην οποιασδήποτε σημασίας.
Η μετάβαση μπορεί να φαίνεται πιο ήπια, είναι όμως εξίσου βαθιά. Οι μετανεωτερικοί άνθρωποι θα μας έλεγε ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από σκλάβοι με πνευματική αγωνία, ξεχασμένοι στις γωνιές του κόσμου ως ζωντανά ναυάγια.
Ο Καίσλερ δεν θα καταδίκαζε την τεχνολογία. Δεν ήταν λουδίτης. Θα προειδοποιούσε, όμως, ότι κάθε τεχνολογική επανάσταση που δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχη ηθική και δημοκρατική επανάσταση μετατρέπεται αναπόφευκτα σε μηχανισμό συγκέντρωσης ισχύος.
Και ίσως να έκλεινε με μια φράση αντάξια της διαδρομής του: ο μεγάλος κίνδυνος της εποχής μας δεν είναι ότι οι μηχανές θα αποκτήσουν ανθρώπινη νοημοσύνη. Είναι ότι οι άνθρωποι θα αρκεστούν να σκέφτονται σαν μηχανές.
Αυτό θα ήταν, πιθανότατα, το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα του Άρθουρ Καίσλερ για τον κόσμο του 2026: ότι ο ολοκληρωτισμός δεν φορά πλέον στολή, ούτε κρατά κόκκινη ή μαύρη σημαία. Φορά την ουδετερότητα της τεχνολογίας, μιλά τη γλώσσα της αποτελεσματικότητας και ζητά από τον άνθρωπο όχι να υπακούσει, αλλά απλώς να… συνδεθεί.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας




