Ο Λευκός Οίκος επιμένει να αντιμετωπίζει την προκλητική Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο στην περιοχή
Στην επίσημη ενημέρωση του Κογκρέσου για την πρόθεσή της να εγκρίνει την πώληση δεκάδων αμερικανικής κατασκευής κινητήρων αεροσκαφών για τα τουρκικής μαχητικά KAAN, αξίας άνω των 700.000.000 δολαρίων, στην Τουρκία προχώρησε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Προβαίνοντας σε μια κίνηση που ουσιαστικά σηματοδοτεί τη βούληση του Λευκού Οίκου να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη διαρκώς προκλητική και παραβατική βάσει Διεθνούς Δικαίου Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο στην περιοχή.
Συγκεκριμένα, η σχετική σκανδαλώδης ειδοποίηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με ημερομηνία 24 Ιουνίου, εστάλη προς το Κογκρέσο, εν μέσω των συνεχιζόμενων έντονων -όσο κι εύλογων- αντιδράσεων μερίδας Αμερικανών βουλευτών, που διαπιστώνοντας το αυτονόητο εξακολουθούν να εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις λόγω του ότι η Άγκυρα ήδη από το 2019 έχει προβεί στην απόκτηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Χαρακτηριστικό είναι, πάντως, πως, παρά τις κοινοβουλευτικές αντιδράσεις εντός ΗΠΑ, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε πως η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ είναι έτοιμη να εγκρίνει την εξαγωγή των εν λόγω κινητήρων, έχοντας λάβει υπόψη «πολιτικούς, στρατιωτικούς, οικονομικούς, ανθρωπιστικούς παράγοντες και ζητήματα ελέγχου των εξοπλισμών».
Αναλυτές ήδη κρίνουν την έγκριση της πώλησης ως μια πολιτική χειρονομία υψηλού συμβολισμού εκ μέρους του Αμερικανού προέδρου προς τον Τούρκο ομόλογό του και ειδικά τη δεδομένη χρονική στιγμή. Δηλαδή, εν όψει της κρίσιμης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που είναι προγραμματισμένη να λάβει χώρα στην Άγκυρα κατά το διήμερο 7 και 8 Ιουλίου.
Συγχρόνως, δεν παραλείπουν να συνυπολογίσουν και την καταγεγραμμένη «καλή χημεία» μεταξύ των δύο ηγετών, όπως όμως και τις θερμές δηλώσεις που έχει κάνει κατά καιρούς ο Τραμπ για τον «σουλτάνο». Δεν είναι, άλλωστε, λίγες οι φορές που έχει χαρακτηρίσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «σπουδαίο φίλο» ή «σπουδαίο ηγέτη», ενώ ουδείς μπορεί να παραβλέψει και το γεγονός πως όταν ρωτήθηκε για την πώληση των κινητήρων, αλλά και για το πρόγραμμα των F-35, όπως και για τη συνάντησή τους στη Σύνοδο δεν δίστασε να δηλώσει πως «πιθανότατα θα κάνω κάτι που θα τους κάνει πολύ χαρούμενους».
«Η κυβέρνηση αγνόησε επανειλημμένα τα επίμονα αιτήματα για πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με κρίσιμες πτυχές της αμερικανικής πολιτικής» κατηγόρησε ο Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Συγχρόνως και ο βουλευτής Κρις Πάπας προειδοποίησε μέσω ανάρτησής του ότι «δεν μπορούμε να επιβραβεύουμε την κυβέρνηση Ερντογάν όσο συνεχίζει να παραβιάζει την αμερικανική νομοθεσία και να απειλεί τους αξιόπιστους, δημοκρατικούς συμμάχους μας. Απολύτως κανένα F-35 στην Τουρκία».
Το Κογκρέσο έχει πλέον προθεσμία 15 ημερών για να καταθέσει κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας κατά της πώλησης των κινητήρων. Ακόμη όμως και αν εγκριθεί από τα δύο νομοθετικά σώματα, ο πρόεδρος Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει βέτο.
Είναι σαφές ότι μετά τις δηλώσεις Τραμπ, η Αθήνα έχει αποφασίσει ακόμα μία φορά να βαπτίσει την απραξία και τη σιωπή της… ψυχραιμία,
παραμένοντας παθητικός θεατής στις εξελίξεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει τη στρατηγική της αδράνειας, ελπίζοντας σε κάποιου είδους καραμπόλες στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ, χωρίς να λαμβάνει ενεργή θέση έναντι των προθέσεων Τραμπ να «δωρίσει» στον Ερντογάν ό,τι αυτός επιθυμεί.
Αντιθέτως, η αγωνία της κυβέρνησης φαίνεται να είναι το εσωτερικό μέτωπο και το πώς θα διαχειριστεί όχι μόνον την άσχημη εικόνα γι’ αυτήν, αλλά κυρίως τη διάψευση των προσδοκιών που ήθελαν την τακτική του «σταθερού και πρόθυμου συμμάχου» να επιφέρει θετικά αποτελέσματα για την Ελλάδα στην ανατολική Μεσόγειο.
Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κάποιοι, συντονισμένα, αφήνουν να διαρρεύσει σε μέσα αλλά και σε «παπαγάλους» ότι οι κινητήρες της General Motors, που θέλουν οι Τούρκοι, είναι δήθεν κατώτεροι των Rafale, αγνοώντας την ενίσχυση της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας.
Αντί για έγκαιρη διπλωματική κινητοποίηση σε διμερές, νατοϊκό ή οποιοδήποτε άλλο, επιλέγεται η επικοινωνιακή υποτίμηση του αντιπάλου.
Επί της ουσίας, η ελληνική πλευρά οχυρώνεται πίσω από τις αμερικανικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, ελπίζοντας ότι το Κογκρέσο ή το ακανθώδες ζήτημα των S-400 θα βγάλουν τελικά το φίδι από την τρύπα.
Πηγή: dimokratia.gr




