Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο μιας πρωτοφανούς υποστήριξης προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εν όψει της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου, προκαλούν ισχυρούς τριγμούς στην ανατολική Μεσόγειο, όμως το πιο ανησυχητικό στοιχείο παραμένει η παθητική στάση της Αθήνας.
Την ώρα που η Τουρκία ενισχύει τη θέση της και εξασφαλίζει τη στήριξη του Λευκού Οίκου, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να μη βγάζει τσιμουδιά, αποφεύγοντας πεισματικά να τοποθετηθεί δημόσια. Η απόλυτη σιωπή του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εξωτερικών για το ενδεχόμενο η Αγκυρα να αποκτήσει πρόσβαση σε υπερσύγχρονους κινητήρες και στα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 γεννά σοβαρά ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής του «καλού και δεδομένου συμμάχου».
Η ελληνική διπλωματία φαίνεται ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις με μια ανεξήγητη αμηχανία, την ίδια στιγμή που οι ισορροπίες στο Αιγαίο κινδυνεύουν να ανατραπούν οριστικά, εκθέτοντας την ελληνική πλευρά στις νέες αμερικανικές γεωπολιτικές προτεραιότητες. Μπροστά σε αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις, η Αθήνα οχυρώνεται πίσω από μια στάση αναμονής και υποβάθμισης των γεγονότων.
Αντί η κυβέρνηση να προσαρμόσει άμεσα τη στρατηγική της, τα στελέχη της επιλέγουν μια ρητορική εσωτερικής κατανάλωσης που απευθύνεται αποκλειστικά στο κομματικό ακροατήριο. Ενδεικτική είναι η δημόσια τοποθέτηση του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, ότι κάθε αμυντική προμήθεια των ΗΠΑ προς την Τουρκία εξακολουθεί να απαιτεί έγκριση από το αμερικανικό Κογκρέσο, υπενθυμίζοντας τις κυρώσεις για τους S-400.
Πολιτικό ανέκδοτο
Ομως, η θεωρία ότι το Κογκρέσο θα εμποδίζει πάντα τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου τείνει να εξελιχθεί σε πολιτικό ανέκδοτο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποδείξει ότι θέλει και μπορεί να ξεπεράσει τα νομοθετικά εμπόδια, με το Reuters ήδη να μεταδίδει πως ο σχεδιασμός για την πώληση δεκάδων κινητήρων της General Electric προς την Αγκυρα, αξίας 700 εκατομμυρίων δολαρίων, προχωρά κανονικά παρά τις αντιρρήσεις των νομοθετών.
Την ίδια ώρα, η συζήτηση διολισθαίνει σε επικίνδυνες απλουστεύσεις, με τον υπουργό Μετανάστευσης Θάνο Πλεύρη να δηλώνει με έπαρση ότι η Τουρκία βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της «υποσχετικής», ενώ η Ελλάδα έχει κλείσει συγκεκριμένες συμφωνίες. Με αυτόν τον τρόπο επανέρχεται στο προσκήνιο το γνωστό, σχεδόν παιδικό επιχείρημα ότι «τα αεροπλάνα τα δικά μας είναι καλύτερα» επειδή η χώρα διαθέτει τα Rafale και περιμένει τα δικά της F-35. Η Αθήνα εθελοτυφλεί μπροστά στην ουσία της απώλειας του στρατηγικού πλεονεκτήματος. Οι κινητήρες που δίνει ο Τραμπ προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό KAAN, ενισχύοντας μακροπρόθεσμα την αμυντική βιομηχανία της Αγκυρας, τη στιγμή μάλιστα που η Τουρκία ετοιμάζει νομοσχέδιο που κινείται αυστηρά στο πλαίσιο του αναθεωρητικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η επιλογή του Μαξίμου να καθησυχάζει την κοινή γνώμη λέγοντας ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι στρατηγικές και ανεξάρτητες από τρίτους αποδεικνύεται παντελώς ανεπαρκής. Την ώρα που η Τουρκία ενισχύει τη διεθνή της θέση και ο Τραμπ δηλώνει έτοιμος να προσφέρει μια τέτοια υποστήριξη, η παντελής απουσία δημόσιας τοποθέτησης από την ελληνική πλευρά συνιστά δείγμα ηττοπάθειας. Η ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο δεν διασφαλίζεται με επικοινωνιακές τακτικές και στρουθοκαμηλισμό, αλλά με ουσιαστικές γεωπολιτικές πρωτοβουλίες, από τις οποίες η Ελλάδα αυτή τη στιγμή επιλέγει να απέχει, παραμένοντας ένας παθητικός θεατής των εξελίξεων.
Πηγή: dimokratia.gr




