Tου Γιάννη Χατζηθεοδοσίου*
Μία νέα εφαρμογή μπήκε στη ζωή μας -μετά πολλών διθυράμβων από την κυβέρνηση- με στόχο να αποτελέσει ένα επιπλέον «εργαλείο» για περισσότερη διαφάνεια στην αγορά και για καλύτερη ενημέρωση του καταναλωτή.
Μπορεί να ακούγεται χρήσιμο για τον πολίτη να ξέρει τις τιμές στην αγορά, όμως η αλήθεια είναι ότι αυτό που τον απασχολεί άμεσα είναι πώς θα πληρώνει κάθε αγορά που κάνει. Όλες οι έρευνες των τελευταίων ετών δείχνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημα για το μεγαλύτερο μέρος των νοικοκυριών της χώρας δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του μήνα. Οπότε το ερώτημα δεν πρέπει να είναι πόσο κοστίζει ένα αγαθό αλλά με την πραγματική δυνατότητα του καταναλωτή να το προμηθευτεί. Και η νέα εφαρμογή δεν δίνει καμία απάντηση σε αυτό.
Αντίθετα, αναδεικνύει κάποιες «ανορθογραφίες» που κατά τη γνώμη μου χρήζουν άμεσης βελτίωσης. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες:
– Όσο ενημερωτική κι αν είναι μια τέτοια εφαρμογή, δεν προσφέρει σχεδόν τίποτα στους κατοίκους της περιφέρειας και των μικρών αστικών κέντρων, καθώς δεν υπάρχουν όλα αυτά τα καταστήματα σε κάθε πόλη. Εκτός κι αν για την κυβέρνηση πολίτες της χώρας είναι μόνο οι κάτοικοι της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, άντε και της Πάτρας.
– Είναι πρακτικά αδύνατο να κάνει ένας πολίτης μια μίνι περιοδεία σε διάφορα σούπερ μάρκετ για να προμηθευτεί τα πιο φθηνά είδη. Αλλά κι αν καταφέρει να την κάνει, τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι στο τέλος δεν θα δει καμία διαφορά υπέρ του, καθώς θα έχει ξοδέψει χρήμα και χρόνο σε μετακινήσεις.
– Πόσο εύκολο είναι σε μια κοινωνία που οι πολίτες τρέχουν διαρκώς να μπαίνει κάθε πρωί ο καταναλωτής σε μια εφαρμογή για να κάνει συγκρίσεις τιμών; Θυμίζει τη μηνιαία έρευνα αγοράς για τα φθηνότερα τιμολόγια εταιριών ενέργειας. Και ουσιαστικά μεταθέτει την ευθύνη στον πολίτη.
– Οι ηλικιωμένοι, που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι και ψηφιακά αναλφάβητοι, αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν αυτή την εφαρμογή. Δεν τους υπολογίζει καθόλου η κυβέρνηση;
– Επίσης, στην εφαρμογή δεν υπάρχουν όλα τα προϊόντα.
– Δεν δίνεται καμία απάντηση στη διαπίστωση ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων τα ίδια προϊόντα έχουν σημαντικές διαφορές στις τιμές μεταξύ των καταστημάτων του εσωτερικού και του εξωτερικού.
– Τέλος, μια πτυχή που έχει άμεση σχέση με τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Με τις συγκρίσεις τιμών η κυβέρνηση ουσιαστικά «σπρώχνει» τους καταναλωτές στα σούπερ μάρκετ. Υπάρχουν, όμως, και εμπορικά καταστήματα που μπορεί να έχουν φθηνότερες τιμές. Και αυτά αγνοούνται χαρακτηριστικά. Αν αυτό δεν είναι ένα επιπλέον πλήγμα στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, τι ακριβώς είναι;
Εκτιμώ ότι η κυβέρνηση γνωρίζει με ακρίβεια την πορεία των τιμών στην αγορά. Και κυρίως τις ανατιμήσεις που δεν δικαιολογούνται. Όμως, ενώ αυτή η κατάσταση διαρκεί ήδη χρόνια, έχει αποφύγει να τα βάλει με τα οργανωμένα συμφέροντα.
Αν δεν ληφθούν πιο τολμηρά μέτρα, όπως η μείωση του ΦΠΑ για τα βασικά αγαθά και η εντατικοποίηση των ελέγχων ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα καρτέλ, η ακρίβεια θα συνεχίσει να πλήττει τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
*Προέδρου ΕΕΑ, επίτιμου διδάκτορα ΠΑ.ΠΕΙ. και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών




