Η κυβέρνηση προτιμά τα υψηλά έσοδα από τους έμμεσους φόρους αντί για ελάφρυνση των νοικοκυριών
Σημαντικά επιχειρήματα απέναντι στη μόνιμη κυβερνητική άρνηση για μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες καταγράφει ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, με τίτλο «Βαθμός μετακύλισης της μεταβολής των συντελεστών του ΦΠΑ στις τιμές και επιπτώσεις στο εισόδημα των νοικοκυριών».
Η μελέτη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά, ενώ η κυβέρνηση επιμένει να απορρίπτει κάθε συζήτηση για ουσιαστική μείωση των έμμεσων φόρων. Το βασικό επιχείρημα που επαναλαμβάνεται σταθερά είναι πως μια μείωση του ΦΠΑ θα προκαλούσε απώλεια δημοσίων εσόδων, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όφελος θα περνούσε στον τελικό καταναλωτή.
Πρόκειται για το ίδιο σκεπτικό που χρησιμοποιείται και στην περίπτωση των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, την ώρα που οι τιμές της βενζίνης εξακολουθούν να κινούνται σε δυσθεώρητα επίπεδα. Η κυβέρνηση, αντί να παρέμβει με μειώσεις φόρων, υποστηρίζει ότι η μείωσή τους θα ζημιώσει τα κρατικά ταμεία, με μηδαμινό όφελος στους πολίτες.
Το ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ωστόσο, αποδυναμώνει αυτό το αφήγημα. Η ανάλυση εξετάζει τις προσωρινές μειώσεις ΦΠΑ που εφαρμόστηκαν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης την περίοδο 2022-2023, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων για την ενεργειακή κρίση και την έκρηξη του πληθωρισμού. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι τα νεότερα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν το κυβερνητικό αφήγημα περί «χαμένου» δημοσιονομικού κόστους.
Αντιθέτως, δείχνουν ότι στις πιο πρόσφατες περιπτώσεις η μείωση του ΦΠΑ πέρασε σε πολύ μεγάλο βαθμό στις τελικές τιμές. Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ λαμβάνει υπόψη 32 εμπειρικές μελέτες, οι οποίες καλύπτουν 69 επεισόδια μεταβολών του ΦΠΑ. Μέσα από αυτήν την επισκόπηση προκύπτει μια σαφής μεταβολή σε σχέση με το παρελθόν: οι μειώσεις του ΦΠΑ δεν είναι καταδικασμένες να απορροφώνται από την αγορά, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση.
Οι παλαιότερες μελέτες, που αφορούσαν κυρίως την περίοδο έως το 2020, έδειχναν πράγματι περιορισμένη μετακύλιση των μειώσεων του ΦΠΑ στις τελικές τιμές, κοντά στο 50% κατά μέσο όρο. Με απλά λόγια, από κάθε ένα ευρώ φορολογικής ελάφρυνσης, περίπου τα 50 λεπτά έφταναν στον καταναλωτή, ενώ το υπόλοιπο παρέμενε στην αλυσίδα της αγοράς. Αυτή η εικόνα αποτέλεσε για χρόνια το βασικό επιχείρημα όσων απέρριπταν τις μειώσεις των έμμεσων φόρων ως εργαλείο αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Ομως, η πραγματικότητα φαίνεται ότι έχει αλλάξει. Σύμφωνα με τις νεότερες μελέτες που εξετάζει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, για την περίοδο 2022-2023 ο βαθμός μετακύλισης των μειώσεων του ΦΠΑ στις τιμές καταναλωτή έφτασε από 90% έως 100%. Δηλαδή, σχεδόν ολόκληρο το όφελος πέρασε στους καταναλωτές.
Η ρητορική της κυβέρνησης, όμως, έχει ένα καλά κρυμμένο «μυστικό»: προτιμά τα υψηλά έσοδα από τους έμμεσους φόρους αντί για μια στοχευμένη ελάφρυνση των νοικοκυριών. Οσο οι τιμές παραμένουν αυξημένες τόσο αυξάνονται και οι εισπράξεις από ΦΠΑ, αφού ο φόρος υπολογίζεται επί της τελικής τιμής. Με άλλα λόγια, το κράτος κερδίζει περισσότερα όσο η ακρίβεια παραμένει υψηλή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνεχή υπερπλεονάσματα στις πλάτες των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας.
Πλέον, η μελέτη του ΙΜΕ – ΓΣΕΒΕΕ αντιστρέφει το ερώτημα και καλεί πλέον την κυβέρνηση να απαντήσει στο αν τελικά έχει η ίδια στοιχεία που να αποδεικνύουν πως οι μειώσεις φόρων, όπως του ΦΠΑ και των ΕΦΚ, συνεχίζουν να μην περνούν στον τελικό καταναλωτή, όπως υποστηρίζουν τόσα χρόνια.
Περνούν στον καταναλωτή οι αυξήσεις ΦΠΑ;
Η έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ εξετάζει και την άλλη όψη του προβλήματος, δηλαδή τις αυξήσεις των συντελεστών ΦΠΑ. Η μετακύλιση στις τιμές παραμένει ατελής, με μέσο ποσοστό 74%, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις συχνά απορροφούν μέρος της επιβάρυνσης. Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου κυριαρχούν οι πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν με εξαιρετικά στενά περιθώρια κέρδους σε αντίθεση με τις πολυεθνικές και τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Πηγή: dimokratia.gr




