Του Μανώλη Κοττάκη
Ο ΣΥΡΙΖΑ ιδρύθηκε από τον Αλέκο Αλαβάνο το 2005 και μετεξελίχθηκε από το πολιτικό του παιδί, τον Αλέξη Τσίπρα, το 2012 σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ήταν στο παρελθόν η Αριστερά. Τόλμησε και διεκδίκησε την εξουσία, δεν περιορίστηκε στη διαμαρτυρία.
Από τα πρώτα χρόνια της ηγεσίας του στη συνιστώσα του Συνασπισμού και μετά ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ο κ. Τσίπρας έπαιζε σε δύο ταμπλό. Ικανοποιούσε τους ακραίους του Αριστερού Ρεύματος που τον εξέλεξε με την υποστήριξή του στο κίνημα της Γένοβα και τους ακτιβισμούς στον σκοτεινό Δεκέμβριο του 2008, αλλά ταυτόχρονα κατέστη συνομιλητής μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων και ολιγαρχών.
Αν ανατρέξει κανείς σε δημοσκοπήσεις του 2008, θα ανακαλύψει ότι αμέσως μετά την ανάρρησή του στην προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ τα ποσοστά του εκτοξεύτηκαν στην πρόθεση ψήφου στο 18%, για να κατακρημνιστούν στις ευρωεκλογές του 2009 στο 5%. Αν ανατρέξει επίσης κανείς σε δημοσιεύματα παραμονή της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, θα ανακαλύψει ότι 50 κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εκείνης της εποχής με κείμενό τους υπογεγραμμένο και από στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής υποστήριζαν τη θέση του ρεπουμπλικάνου προέδρου Μπους υπέρ της αναγνώρισης των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία και όχι την άποψη του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή που ήγειρε το βέτο. Κορυφαίο στέλεχος της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, μετέπειτα υπουργός και υποψήφια αρχηγός διαδήλωνε με άλλες νεολαίες στο κέντρο των Σκοπίων για την αναγνώριση του κρατιδίου με το όνομα Μακεδονία!
Ο μόνος που κατάλαβε τότε ότι ο Τσίπρας δεν ήταν ένας κλασικός αριστερός πολιτικός και πήρε αποστάσεις σε μία συνέντευξή του στην ΕΡΤ προς τον υπογράφοντα, την πρώτη μετά το 1996, ήταν ο Αντώνης Σαμαράς! Ήταν επικριτικός στον Τσίπρα από την πρώτη στιγμή, ακόμα και τότε που δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνος!
Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση του τόπου, προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις και πλησίαζαν οι εκλογές του 2015, ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα επισκέφτηκε την Κουμουνδούρου, συναντήθηκε με τον Αλέξη Τσίπρα και έλαβε διαβεβαιώσεις τις οποίες τηλεγράφησε στην κυβέρνησή του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως εξουσία δεν θα προκαλέσει πρόβλημα. Ανάλογο μήνυμα πρέπει να πέρασε και στην Αμερική κατά την επίσκεψή του στο Τέξας το 2013, σε πολιτικά ανύποπτο χρόνο.
Ο Αλέξης Τσίπρας, πιστός στον χαρακτήρα του, μιλούσε πάντοτε σε δύο κοινά. Άλλη γλώσσα μέσα, άλλη γλώσσα έξω. Πιθανόν και λόγω του θαυμασμού του στον Ανδρέα Παπανδρέου, που κρατούσε τις βάσεις των ΗΠΑ στην Αθήνα «διώχνοντάς» τες.
Η υπόσχεση αυτή τηρήθηκε μέσα στο θυελλώδες πρώτο οκτάμηνο του 2015. Ο Τζακ Λιου, υπουργός Οικονομικών του Ομπάμα, τον κάλεσε ξημερώματα στο σπίτι του στην Κυψέλη και του ζήτησε να ακολουθεί τις οδηγίες του προέδρου του και όχι αυτά που κάνει ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης. Ενώ ο προκάτοχός του, Τίμοθι Γκάιτνερ, εξέφρασε τον θαυμασμό του για το πώς ο Τσίπρας κατάφερε να μετατρέψει το 60% του «Όχι» του δημοψηφίσματος σε «Ναι» και να κερδίσει τις εκλογές.
Αν ο Τσίπρας ήταν ριζοσπάστης και όχι συστημικός, θα είχε αξιοποιήσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και θα είχε βγάλει τη χώρα από την ευρωζώνη. Δεν το έκανε. Μέσα στη σύσκεψη των 17 ωρών οι τρεις από τους τέσσερις συμμετέχοντες, περιλαμβανομένου του ίδιου, ήταν ατλαντιστές κατά βάθος. Ο ίδιος, ο οποίος είχε συνεννοηθεί με τον Μπιλ Κλίντον που ενεργούσε ως πληρεξούσιος του Ομπάμα, η Μέρκελ και ο Τουσκ. Όλοι οι πρώην Ανατολικοευρωπαίοι που γνώρισαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό είναι συνήθως κρυπτοατλαντιστές. Ο μοναδικός Ευρωπαίος στην παρέα ήταν ο Ολάντ.
Το ηρωικό αυτό πρώτο οκτάμηνο ήταν το άλλοθι του ίδιου του Τσίπρα απέναντι στην Αριστερά για να ισχυριστεί ότι τα δοκίμασε όλα, για να ξεφορτωθεί 35 βουλευτές, μεταξύ των οποίων Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκης και Λαφαζάνης, και να παραμείνει στην εξουσία. Οι μόνες μεγάλες ρήξεις που επιχείρησε να κάνει ο κ. Τσίπρας στην εξουσία ήταν οι συγκρούσεις με τους καναλάρχες, με επιχειρηματίες και με τη Δικαιοσύνη για να ελέγξει πράγματι τους αρμούς της, που στην Ελλάδα ελέγχει παραδοσιακά, με εξαίρεση την περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Καραμανλή, η αστική παράταξη.
Αλλά οι αρμοί δεν επιδιώχθηκε να ελεγχθούν με τη βία της 17 Νοέμβρη που δολοφόνησε εμβληματικούς βιομηχάνους, δικαστές και εκδότες της συντηρητικής παράταξης, όπως το 1974-1993 (δεν γινόταν άλλωστε) αλλά με θεσμικό κατσαπλιαδισμό. Γι’ αυτό ο Τσίπρας ηττήθηκε.
Σε όλα τ’ άλλα έκανε πράγματα που οι ξένοι περίμεναν από μία νεοφιλελεύθερη δεξιά κυβέρνηση. Γι’ αυτό και η Μέρκελ τον αποθεώνει. Έκλεισε το Σκοπιανό (Καραμανλής – Σαμαράς τής το αρνήθηκαν) δίνοντάς τα όλα, ακόμα και τη μακεδονική γλώσσα και το μακεδονικό έθνος, στους γείτονες για να ασφαλιστεί η περίμετρος του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας στα Βαλκάνια (οι Βούλγαροι τους τα αρνούνται με βέτο στην Ε.Ε. μέχρι σήμερα, ενώ ο ηγέτης του Μακεδονισμού Γκρούεφσκι πήρε την ουγγρική υπηκοότητα!). Γέμισε την Ελλάδα με βάσεις των ΗΠΑ χωρίς εθνικά ανταλλάγματα. Δεν εφάρμοσε τα διατάγματα Κοτζιά για επέκταση στα 12 μίλια. Εφάρμοσε μνημόνια χωρίς πεζοδρόμια. Έκανε φθηνές ιδιωτικοποιήσεις. Υποθήκευσε τη δημόσια περιουσία (κάτι που επίσης αρνήθηκε ο Αντώνης Σαμαράς) ως ενέχυρο για το χρέος για 99 ολόκληρα χρόνια. Η ήττα του όμως από τους καναλάρχες και τη Δικαιοσύνη του στοίχισε. Γιατί, κατά βάθος, πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να χάσει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Μετά τη δεύτερη ήττα στις εκλογές του 2023 ο Τσίπρας κατάλαβε δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν ότι ο ιστορικός κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε με τη συναίνεση των συμμάχων, η αποστολή εξετελέσθη, και ότι αυτός, αν ήθελε ποτέ να επιστρέψει, θα έπρεπε να περιμένει να δει τις επιδόσεις του Ανδρουλάκη και έπειτα α) να τα βρει με τη διαπλοκή και να της ζητήσει συγγνώμη, όπως και έκανε, το rebranding άρχισε από το mea culpa για τη Novartis, β) να προχωρήσει χωρίς τους παλιούς, όπως ο Παύλος Πολάκης, ο Νίκος Παππάς, ο Πάνος Σκουρλέτης και άλλοι, γ) να ανανεώσει τις σχέσεις με τη συμμαχία (χαιρέτισε την εκλογή του σκληροπυρηνικού Τουρκοκύπριου προέδρου Ερχιουμάν, δεν είπε λέξη για το ουκρανικό drone στη Λευκάδα και την απόσυρση των Patriot από την Κάρπαθο).
Το δεύτερο που κατάλαβε ήταν πως προϋπόθεση για να επιστρέψει είναι η πλήρης ενσωμάτωση και ο συμβιβασμός με το κατεστημένο. Η ήττα του από τους καναλάρχες ήταν τραυματική. Για να μπορέσει να επιστρέψει θα έπρεπε να μη φοβίζει το κατεστημένο, των επιχειρηματιών περιλαμβανομένων. Ο λαός δεν ήταν η πρώτη προτεραιότητα. Αυτό επιδιώκει από την έκδοση του βιβλίου του και μετά.
Η επιστροφή του έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Στα κομβικά θέματα που απασχολούν τους συμμάχους μας στην περιοχή ΗΠΑ και Ισραήλ ταυτίζεται απολύτως με τον πρωθυπουργό. Το θέμα που άνοιξε ο Σαμαράς στην Κρήτη με τα δύο τουρκικά νατοϊκά στρατηγεία σε Άδανα και Κωνσταντινούπολη δεν το έχει θίξει!
Η επιστροφή του ουσιαστικά αντιγράφει τις παλιές πρακτικές του. Κολακεύει το αριστερό ακροατήριό του με το εμφυλιοπολεμικό ΕΛΑΣ για να το συσπειρώσει γύρω του, να ξεκινήσει με μία ισχυρή βάση και για να ανοιχτεί μετά στην Κεντροαριστερά (ο Δούκας θα είναι το μελλοντικό θύμα του), αλλά κατά βάθος και πάλι το κοροϊδεύει.
Ο νέος Τσίπρας δεν είναι αριστερός, είναι κατά βάση συστημικός σοσιαλδημοκράτης. Γι’ αυτό και στα βασικά, πέρα από τα τακτικά θέματα (υποκλοπές), δεν λέει πολύ διαφορετικά πράγματα από τον πρωθυπουργό. Μαζί ψήφισαν σύμφωνο συμβίωσης και γάμο το 2017 και το 2024, μαζί νομιμοποίησαν μετανάστες, μαζί εφάρμοσαν τις Πρέσπες (ο Μητσοτάκης είχε υποσχεθεί βέτο το 2019), μαζί τις αποζημιώσεις σε εργολάβους εθνικών οδών και ομίλους αερομεταφορών για διαφυγόντα κέρδη λόγω της πανδημίας, μαζί τις ρήτρες που κατέπεσαν υπέρ εργολάβων σε δημόσια έργα με ευθύνη του Δημοσίου. Έχει σε μεγάλο βαθμό απόλυτο δίκιο ο Αντώνης Σαμαράς που τους ταυτίζει με την ομιλία του στο Ηράκλειο.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει λοιπόν από τη μελέτη των πρώτων κινήσεων είναι με ποιον Τσίπρα θα γίνει η αντιπαράθεση στις εκλογές. Με αυτόν που έχει στο μυαλό της και φαντασιώνεται η συντηρητική παράταξη, με τα τότε αγγλικούλια, με τη ρετσινιά του καταληψία, με το πτυχίο που πήρε με το ζόρι στο Μετσόβιο με 5 αλλά δεν το χρησιμοποίησε ποτέ για να ασκήσει επάγγελμα, με τα capital controls ή με τον νέο που ενσωματώνεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας στο σύστημα χωρίς τα αριστερά βαρίδια του;
Προοπτικά αυτό θα δημιουργήσει αμηχανία στο Μέγαρο Μαξίμου και ήδη οι δημοσκοπήσεις έδειξαν και κάτι αδιανόητο: ένα πολύ μικρό ποσοστό ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας του 2023, 2%, μάλλον κεντρώο, ψηφίζει Τσίπρα.
Υπό αυτήν την έννοια η διαχωριστική γραμμή που τράβηξε ο Αντώνης Σαμαράς στην ομιλία του από το Ηράκλειο την Παρασκευή το βράδυ μπορεί να είναι και το πραγματικά νέο δεδομένο. Αν πράγματι Μητσοτάκης – Τσίπρας, πέρα από τα συνθήματα, ταυτίζονται στην πράξη στα στρατηγικά θέματα εξωτερικής πολιτικής, δικαιωμάτων, τμημάτων της οικονομικής πολιτικής (ο ένας διέλυσε τον λαό με άμεσους φόρους, ο άλλος με έμμεσους), τότε το αντίπαλο δίπολο με όρους συστήματος – αντισυστήματος με βάση όσα λένε (όσο κι αν ακούγεται περίεργο σήμερα) είναι ο Αντώνης Σαμαράς ως κύριος εκφραστής με τη Μαρία Καρυστιανού συνιστώσα.
Διότι ο Σαμαράς λέει άλλα πράγματα κι από τους δύο για την εξωτερική πολιτική, για αξιακά θέματα, για θέματα δικαιωμάτων, ενώ η Καρυστιανού επικεντρώνεται περισσότερο σε θέματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου. Εάν ο Σαμαράς είναι ο εκφραστής των αντισυστημικών δυνάμεων, μολονότι και ο ίδιος μέσα στην ταραγμένη περίοδο των Μνημονίων και της χρεοκοπίας αναγκαστικά ήταν συστημικός, τότε το ερώτημα είναι ποιος θα είναι τώρα ή στο μέλλον ο βασικός εκφραστής των συστημικών δυνάμεων. Το πρωτότυπο ή το γενόσημο, ο Κυριάκος ή ο Αλέξης;
Επίσης αντίπαλο δεν διαλέγει μόνο ο Μητσοτάκης, αντίπαλο μπορεί να διαλέξει και ο Τσίπρας, και αυτός να είναι ο Σαμαράς!
Νομίζουμε ότι η προεκλογική εκστρατεία θα μας δώσει συναρπαστικές εμπειρίες, αν γίνει πραγματικά προγραμματική αντιπαράθεση και δεν εξελιχθεί σε ένα σίριαλ προσωπικών χτυπημάτων του ενός κατά του άλλου κάτω από τη ζώνη με όρους παρελθόντος. Θα δούμε.





Εύστοχο άρθρο. Η ουσία είναι απλή: εκτός από τον Σαμαρά, όλοι οι υπόλοιποι είναι 100% συστημικοί — πρωτότυπο και γενόσημο μαζί. Κυριάκος, Αλέξης, οι «αντίπαλοι» που στα στρατηγικά ταυτίζονται και απλώς μοιράζονται ρόλους στο ίδιο θέατρο.
Και πίσω από τα συνθήματα, η πραγματική σταθερά είναι μία: ταΐζουν τον εαυτό τους, τις οικογένειές τους και τα ημέτερά τους από την τσέπη του λαού. Άμεσοι φόροι ή έμμεσοι, μνημόνια ή αποζημιώσεις σε εργολάβους — το χρήμα πάντα ανηφορίζει προς τους ίδιους και κατηφορίζει ως λογαριασμός στον πολίτη.
Το μόνο ερώτημα που μένει: πρωτότυπο ή γενόσημο; Γιατί η δραστική ουσία είναι ολόιδια.