Φόβος για τον Σαμαρά ή κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον Σαμαρά;

Του Μάνου Λαμπράκη

Τι φοβάται πραγματικά το πολιτικό σύστημα;

Τον Αντώνη Σαμαρά ή κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον Αντώνη Σαμαρά;

Όσο περνούν οι μήνες, τόσο γίνεται φανερό ότι η συζήτηση έχει πάψει να αφορά ένα πρόσωπο. Έχει πάψει να αφορά ακόμη και το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος.

Η πραγματική συζήτηση αφορά ένα κενό.

Και η ιστορία μάς διδάσκει ότι τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα γεννιούνται πάντοτε μέσα από κενά τα οποία οι θεσμοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν μέχρι τη στιγμή που ήταν πλέον αργά.

Γι’ αυτό ίσως η πιο σημαντική φράση της ομιλίας του Ηρακλείου προχθές το βράδυ δεν ήταν κάποια αναφορά στην Τουρκία, στην οικονομία ή στη Νέα Δημοκρατία. Ήταν εκείνη η σχεδόν αφοριστική διατύπωση ότι «η πολιτική δεν αντέχει τα κενά» καθώς αυτή η φράση δεν αποτελεί πολιτικό σχόλιο. Αποτελεί θεωρία της ιστορίας.

Ολόκληρο το οικοδόμημα της νεότερης πολιτικής σκέψης περιστρέφεται γύρω από αυτή την αγωνία.

Τι συμβαίνει όταν οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, αλλά η κοινωνία παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σε αυτούς;

Τι συμβαίνει όταν η πολιτική εξακολουθεί να μιλά, αλλά οι πολίτες δεν ακούνε πλέον το δικό τους βίωμα μέσα στις λέξεις της; Τι συμβαίνει όταν η αντιπροσώπευση επιβιώνει τυπικά, αλλά εξαντλείται υπαρξιακά;

Ο Reinhart Koselleck περιέγραψε αυτή τη στιγμή με έναν από τους σημαντικότερους όρους της πολιτικής θεωρίας: τον «ορίζοντα προσδοκίας» (Erwartungshorizont).

Οι κοινωνίες, έλεγε, δεν κινούνται μόνο από τις εμπειρίες τους αλλά από τις προσδοκίες τους.

Υπάρχει ένας «χώρος εμπειρίας» (Erfahrungsraum) που αφορά όσα έχουν ήδη συμβεί και ένας «ορίζοντας προσδοκίας» που αφορά όσα οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν ακόμη να συμβούν.

Όταν αυτοί οι δύο κόσμοι παύουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, τότε αρχίζει η κρίση.

Όχι απλώς η πολιτική κρίση, αλλά η κρίση νοήματος μιας ολόκληρης εποχής.

Μήπως αυτό ακριβώς δεν συμβαίνει σήμερα;

Μήπως η πραγματική κρίση δεν είναι δημοσιονομική, κομματική ή εκλογική αλλά κρίση προσδοκίας;

Μήπως εκατομμύρια άνθρωποι αισθάνονται ότι το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να διαχειρίζεται το χθες ενώ αδυνατεί να γεννήσει το αύριο;

Εάν συμβαίνει αυτό, τότε η υπόθεση Σαμαρά αποκτά διαφορετικές διαστάσεις.

Γιατί παύει να αφορά έναν πρώην πρωθυπουργό και αρχίζει να αφορά το ερώτημα αν υπάρχει ένα ανεκπροσώπητο κοινωνικό και πολιτικό σώμα που αναζητά μορφή.

Ο Pierre Bourdieu είχε παρατηρήσει ότι η πολιτική εκπροσώπηση δεν είναι απλή αντανάκλαση μιας κοινωνικής πραγματικότητας.

Είναι πράξη δημιουργίας της.

Ο πολιτικός δεν εκπροσωπεί απλώς ένα συλλογικό υποκείμενο.

Το συγκροτεί.

Του δίνει όνομα.

Του δίνει γλώσσα.

Του δίνει συνείδηση του εαυτού του.

Το συλλογικό σώμα δεν προϋπάρχει πάντοτε της εκπροσώπησης.

Πολλές φορές γεννιέται μέσα από αυτήν.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σοβαρότητα της στιγμής.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Σαμαράς θα ιδρύσει κόμμα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν πιστεύει ότι έχει ήδη αρχίσει να συγκροτείται ένα νέο πολιτικό υποκείμενο.

Αν πιστεύει ότι πίσω από τη μαζική αποχή, πίσω από την απογοήτευση της μεσαίας τάξης, πίσω από την αμηχανία του ιστορικού σώματος της παράταξης, πίσω από τη σιωπή εκατομμυρίων πολιτών, υπάρχει κάτι που ακόμη δεν έχει αποκτήσει πολιτική μορφή αλλά αναζητά πολιτική έκφραση.

Εδώ η σκέψη του Ernst Bloch γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.

Ο Bloch μιλούσε για το Noch-Nicht («το Όχι-Ακόμη»). Για εκείνες τις δυνάμεις της ιστορίας που δεν έχουν εμφανιστεί αλλά ήδη κατοικούν μέσα στο παρόν. Για τις λανθάνουσες δυνατότητες που περιμένουν τον κατάλληλο χρόνο για να μετατραπούν σε πραγματικότητα.

Το μέλλον, έλεγε, δεν γεννιέται όταν εμφανίζεται.

Γεννιέται πολύ νωρίτερα, μέσα στις αθέατες ρωγμές του παρόντος.

Ίσως λοιπόν η σημερινή πολιτική συγκυρία να είναι ακριβώς αυτό.

Ένα μεγάλο Noch-Nicht.

Μια ιστορική εκκρεμότητα.

Μια αίσθηση ότι κάτι δεν έχει ακόμη συμβεί αλλά ήδη ασκεί πίεση πάνω στην πραγματικότητα.

Και κάπου εδώ συναντούμε τον Walter Benjamin.

Ο Benjamin πίστευε ότι η ιστορία δεν κινείται γραμμικά.

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο χρόνος συμπυκνώνεται. Στιγμές που ονόμαζε Jetztzeit («χρόνος του τώρα»).

Στιγμές κατά τις οποίες το παρόν πυκνώνει τόσο πολύ ώστε παύει να είναι απλή συνέχεια του χθες και γίνεται πεδίο ενδεχόμενης ρήξης με ολόκληρη την προηγούμενη πορεία.

Οι περισσότεροι εξακολουθούν να παρατηρούν πρόσωπα.

Η πραγματική μεταβολή όμως συμβαίνει αλλού.

Συμβαίνει όταν ένα κενό παύει να βιώνεται ως προσωπική δυσαρέσκεια και αρχίζει να αναγνωρίζεται ως συλλογική κατάσταση.

Συμβαίνει όταν η σιωπή αποκτά κοινωνική μορφή.

Συμβαίνει όταν η αναμονή γίνεται πολιτική κατηγορία.

Συμβαίνει όταν χιλιάδες άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους αρχίζουν να αισθάνονται ότι μοιράζονται την ίδια έλλειψη εκπροσώπησης.

Και τότε η ιστορία εισέρχεται σε αυτό που ο Benjamin θα ονόμαζε Jetztzeit.

Το γεγονός δεν έχει ακόμη συμβεί.

Αλλά η ιστορία έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει κατεύθυνση.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται ο Carl Schmitt.

Διότι ο Schmitt καταλάβαινε καλύτερα από πολλούς ότι η πολιτική δεν είναι πρωτίστως διαχείριση.

Είναι η ύπαρξη μιας ανοιχτής δυνατότητας που υποχρεώνει όλους τους υπόλοιπους να τοποθετηθούν απέναντί της. Είναι αυτό που, με σμιτιανούς όρους, θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πολιτική της δυνατότητας (Politik der Möglichkeit).

Η δύναμη δεν βρίσκεται πάντοτε σε εκείνον που ενεργεί.

Πολλές φορές βρίσκεται σε εκείνον που διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο της πράξης.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Επί μήνες ολόκληρο το πολιτικό σύστημα συμπεριφέρεται σαν να έχει ήδη εμφανιστεί μια νέα πολιτική δύναμη.

Υπουργοί απαντούν.

Δημοσιογράφοι σχολιάζουν.

Δημοσκόποι μετρούν.

Βουλευτές υπολογίζουν.

Κομματικοί μηχανισμοί ανησυχούν.

Και όμως το γεγονός δεν έχει ακόμη συμβεί.

Η δυνατότητα έχει ήδη αρχίσει να δρα πριν μετατραπεί σε πραγματικότητα.

Αλλά ο Schmitt μας προσφέρει και κάτι ακόμη βαθύτερο.

Την έννοια της απόφασης (Entscheidung).

Για τον Schmitt, η πολιτική αρχίζει όταν κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να μετατρέψει μια δυνατότητα σε πράξη. Όταν εγκαταλείπει την ατέρμονη διαχείριση και εισέρχεται στον χώρο της απόφασης.

Έτσι αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η φράση:

«Έχω πάρει τις αποφάσεις μου».

Δεν ακούγεται πλέον ως απλή πολιτική δήλωση.

Ακούγεται σχεδόν ως συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής φιλοσοφίας.

Η δυνατότητα υπάρχει.

Η αναμονή υπάρχει.

Το κενό υπάρχει.

Το μόνο που απομένει είναι η απόφαση.

Και ίσως γι’ αυτό το πολιτικό σύστημα εμφανίζεται τόσο νευρικό.

Γιατί δεν φοβάται πρωτίστως έναν πολιτικό.

Δεν φοβάται ένα κόμμα.

Δεν φοβάται ένα εκλογικό ποσοστό.

Φοβάται το ενδεχόμενο να αποδειχθεί ότι κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής κανονικότητας υπάρχει ήδη μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν εκπροσωπείται.

Φοβάται ότι η αναμονή μπορεί να αποκτήσει μορφή.

Ότι το Noch-Nicht μπορεί να γίνει παρόν.

Ότι ο Erwartungshorizont μπορεί να αναζητήσει νέο φορέα.

Ότι το Jetztzeit μπορεί να μετατραπεί σε γεγονός.

Ότι η πολιτική της δυνατότητας (Politik der Möglichkeit) μπορεί να καταλήξει σε απόφαση (Entscheidung).

Και τότε το ερώτημα παύει να αφορά τον Αντώνη Σαμαρά.

Αφορά την ίδια τη χώρα.

Κάθε εποχή γεννά τη δική της μεγάλη αγωνία.

Και η σημερινή αγωνία δεν είναι ποιος κυβερνά.

Είναι ποιος εκπροσωπεί.

Δεν είναι ποιος διαχειρίζεται.

Είναι ποιος εκφράζει.

Δεν είναι ποιος κατέχει την εξουσία.

Είναι ποιος μπορεί να δώσει μορφή σε μια κοινωνία που αναζητά ξανά τον εαυτό της.

Και αυτό είναι πάντοτε το σημείο όπου η πολιτική παύει να είναι επικαιρότητα και μετατρέπεται σε ιστορία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ο ανέμελος συλλέκτης ακινήτων…

Υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται με ένα ασημένιο κουτάλι στο στόμα. Υπάρχουν και εκείνοι...

Σαμαράς: Μητσοτάκης – Τσίπρας μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό…

Την ηγετική του υπεροχή σε σχέση με Μητσοτάκη-Τσίπρα στόχευσε να αναδείξει κατά τη γνώμη μας στη σημερινή του ομιλία...

Ένα θλιβερό «αφήγημα»…

Πού βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα από οικονομική άποψη; Η κυβέρνηση προσπαθεί να...

Μάχη για την καρέκλα στην… ηθική Αριστερά

Οι ραγδαίες εξελίξεις στον κεντροαριστερό χώρο, με αποκορύφωμα τη διάλυση της Κοινοβουλευτικής...