Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης
Αφορμή για την σημερινή μας κουβεντούλα στάθηκε ένα κείμενο που βρήκα στο θαυμάσιο μπλογκ « Ρουκουμούκου» (αριθμ. 5.615 της 16 Μαι. 2026) και την σελίδα Greek Army Signal Corps του Fb.
Διαβάστε το και μετά τα λέμε.
Σταθμοί Ενόπλων Δυνάμεων
Μετά το τέλος τού δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, λόγω τής ελλείψεως επαρκούς δικτύου Ραδιοφωνικών Σταθμών εις την Ελλάδα και λόγω των επικρατουσών έκ τού συμμοριτοπολέμου συνθηκών, έδημιουργήθησαν αρκετοί Στρατιωτικοί Ραδιοφωνικοί Σταθμοί.
Οι εξ αυτών σήμερον έν λειτουργία αναφέρονται κατωτέρω.
Η τιμή τής εμπνεύσεως τής Ιδρύσεως Στρατιωτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού και τής πραγματοποιήσεώς της οφείλεται εις τον Ταγματάρχην Σ.Ε.Μ. Ίωάννην Αύγέρην.
Ούτος, κατά το τέλος τού 1947 είχε την πρωτοβουλία και επέτυχε νά λάβει έγκρισιν των ανωτέρων του διά την όργάνωσιν, με πενιχρότατα μέσα, τού πρώτου Ελληνικού Στρατιωτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού.
Ό Σταθμός ούτος ώνομάσθη «Ραδιοφωνικός Σταθμός 781 Λόχου Γενικών Μεταφορών» καί ελειτούργησεν έγκατεστημένος εις Αμπελοκήπους, πλησίον τής Σχολής Χωροφυλακής, από τού Μαΐου 1948 μέχρι τού Απριλίου 1950, με εξαιρετικήν επιτυχίαν,
Ό Σταθμός ούτος έξέπεμπεν είς βραχέα καί μεσαία κύματα. Και ό μεν πομπός βραχέων ήτο ισχύος 450 βατ, συχνότητος 6,5 -7,8 Μκ., με διαμόρφωσιν ανόδου της τελικής λυχνίας EIMAC 250 TH, κατασκευασθείς υπό τού Γ. Γιάπαππα. Ό πομπός μεσαίων κυμάτων άφ’ ετέρου ήτο ισχύος 60 βάτ, κατασκευής Κ. Βλαχογιάννη, και έλειτούργει έπί συχνότητος 1552 Χκ.
Ο Σταθμός τού «781 Λ.Γ.Μ.», κατόπιν διαταγής τού Γ.Ε.Σ., μετεφέρθη το 1950 εις Θεσσαλονίκη, στην έδραν τού Γ’ Σώματος Στρατού. Το Γενικόν Επιτελείον Στρατού διέταξε την τοιαύτην μετακίνησιν του διά την καλυτέραν αναπροσαρμογήν τού δικτύου των Ραδιοφωνικών Σταθμών των Ενόπλων Δυνάμεων και ίνα το Γ’ Σώμα Στρατού άποκτήση ίσχυρόν πομπόν διά την άρτιωτέραν εξυπηρέτησιν των Στρατιωτικών Μονάδων τής Βορείου Έλλάδος,
Η επιτυχία, τόσον τού άνωτέρω, όσον και όλων τών μετέπειτα Ιδρυθέντων Στρατιωτικών Ραδιοφωνικών Σταθμών, όφείλεται κυρίως είς τό ότι οί Σταθμοί τού Ε.Ι.Ρ., λόγω τών υποχρεώσεών των ώς επισήμων Σταθμών να μεταδίδουν πολλάκις τής ημέρας Δελτία Ειδήσεων, Ελληνικών και ξένων, κρατικάς άνακοινώσεις, ομιλίας κλπ., δεν ήτο δυνατόν νά μεταδίδουν συνεχώς πρόγραμμα ψυχαγωγικόν (έλαφράν μουσικήν, δημοτικά τραγούδια κ.λπ.), το οποίον ένδιαφέρει τήν πλειονότητα των ακροατών.
Αντιθέτως, οι Στρατιωτικοί Ραδιοφωνικοί Σταθμοί, μή έχοντες καμίαν τοιαύτην ύποχρέωσιν, δύνανται να μεταδίδουν σχεδόν συνεχώς πρόγραμμα τής άρεσκείας τών ακροατών.
Ούτω, λοιπόν, εξηγείται ή μεγάλη δημοτικότης των, καθώς και εκ του ότι οι Στρατιωτικοί Ραδιοφωνικοί Σταθμοί, οι λειτουργούντες εις τας επαρχίας, μεταδίδουν πρόγραμμα ειδικού διά την έπαρχίαν ενδιαφέροντος, μέ συμμετοχήν εντοπίων καλλιτεχνών, διανοουμένων κ.λπ., οι οποίοι μέ εύχαρίστησιν και ενδιαφέρον ακούονται από τούς εν τη περιοχή ταύτη ακροατάς τού Σταθμού.
Σημειωτέον ότι οι Σταθμοί “Ενόπλων Δυνάμεων ελειτούργησαν και λειτουργούν άνευ ουδεμιάς επιχορηγήσεως, συντηρούμενοι με δωρεάς και τας όλίγας εκ διαφημίσεων εισπράξεις και εξυπηρετούμενοι υπό στρατιωτικών και εθελοντών.

Στη σημερινή πλημμυρίδα των μέσων (ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, διαδίκτυο, κινητά τηλέφωνα) φαίνεται πολύ αστείο το ότι υπήρχε κάποτε ραδιοφωνικός σταθμός και μάλιστα ο μοναδικός, τον οποίο λειτουργούσε ο 781 Λόχος Γενικών Μεταφορών. Κι’ όμως, αυτό συνέβαινε πριν από περίπου 80 χρόνια.
Όμως αυτή η ειδησούλα με κέντρισε για ένα ταξίδι στο παρελθόν. Για μια βουτιά στις αναμνήσεις που ξαναγυρίζουνε όπως μας τραγούδησε η Δούκισσα, κάπου εκεί το 1967.
Μία απαραίτητη διευκρίνιση.
Η περιπλάνησή μας με την χρονοκάψουλα του Ιουλίου Βερν ή του Κύρου Γρανάζη, δεν θα αφορά πολιτικά ευρήματα του απολιθωμένου παρελθόντος, αλλά όμορφες μελαγχολικές πινελιές από ένα χθες που πέρασε μεν, άφησε όμως τη σφραγίδα του και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει. Αξίζει όμως να το θυμηθούμε οι παλιότεροι και να το μάθουν οι νεότεροι.
Πάμε λοιπόν και καλό μας ταξίδι:
Παγωτό, Γάλα, Πάγος
«Έβγα μικρέ να πάρεις ΕΒΓΑ».

Αυτό ήταν ένα από τα πρώτα διαφημιστικά σλόγκαν, που σημάδεψαν την παιδική μας ηλικία, τότε που φτωχόπαιδα παίζαμε με πάνινες μπάλες στα λασπωμένα σοκάκια της φτωχογειτονιάς, προσμένοντας τον εργάτη πατέρα μας να γυρίσει από τη φάμπρικα, που πήγαινε στις 5 το πρωί και γύριζε στις 10 το βράδυ αφού τα αφεντικά του πίνανε το αίμα…
Εεεεεεεεεεεε πρρρρρρρρ.
Ζητώ συγγνώμη. Παρασύρθηκα από το κλίμα της τότε εποχής.
Δεν το έχετε προσέξει κι εσείς; Όποια συνέντευξη «επωνύμου» ή «ανθυεπωνύμου» διαβάσετε έτσι δεν λέει; Έχετε δει κάποιο από αυτά τα αλαλάζοντα κύμβαλα να έχει γεννηθεί στο Παγκράτι ή στην Κυψέλη (την παλαιά Κυψέλη εννοώ, αυτή που περιέγραψε η Κική Δημουλά και επειδή τσίριξαν οι γνωστοί, την ξεπεριέγραψε…) ή στην Κηφισιά ή στην Εκάλη; Απαπαπαπα, που λέει και η εγγονούλα μου. Όλοι έχουν γεννηθεί στην Κοκκινιά (ποτέ Νίκαια), στο Δουργούτι (ποτέ Νέο Κόσμο), στον Ασύρματο (ποτέ κάτω από την Ακρόπολη), στο Κερατσίνι, στη Καισαριανή, στο Περιστέρι (όπως εγώ….) και σε άλλες δημοκρατικές δυνάμεις.
Σ’ αυτές λοιπόν τις στράτες, που έλεγε και ο αθάνατος Γιώργος Ζαμπέτας, κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια ο παγωτατζής, ο παγοπώλης και ο γαλατάς. Ο παγωτατζής, περιέφερε την πραμάτεια του σ‘ ένα ιδιόρρυθμο τρίτροχο καροτσάκι, που το έσπρωχνε ο ίδιος. Αργότερα το καροτσάκι έγινε ποδοκίνητο, ύστερα έγινε μηχανοκίνητο και μετά μας άφησε χρόνους…

Δυό-τρείς ήταν τότε οι εταιρίες – όλες Ελληνικές παρακαλώ – παγωτών. Η πρώτη και καλύτερη η ΕΒΓΑ. Ακολουθούσε η ΑΣΤΥ, η ΑΣΠΡΟ και διάφορες άλλες μικροτέρου βεληνεκούς. Τα προϊόντα τους ήταν, στην αρχή, μόνον «ξυλάκια». Η κρέμα (1 δραχμή) και η σοκολάτα (1,5 δραχμή). Αργότερα εμφανίσθηκαν τα κυπελάκια που «στον πάτο είχαν βύσσινο» κατά τις εξαγγελίες του παγωτατζή.

Ο παγοπώλης, ήταν ο Άρχων του καλοκαιριού. Στο κατακαλόκαιρο, ήταν πολύ πιο δύσκολο να πετύχεις μισή κολώνα πάγο παρά να δεις τον… Πάπα. Μια απολαυστική εικόνα του παγοπώλη, μας έχει δώσει ο ανεπανάληπτος Θανάσης Βέγγος (ξέρετε αυτός που μόλις πέθανε τον ανακάλυψαν οι κουλτουριαραίοι, ενώ μέχρι τότε, ήταν ο σάχλας που έτρεχε κ.λπ…) σε μια ταινία του.
Για να μπείτε περισσότερο στο κλίμα του… παγοπώλη σας έχω μία σειρά από παλιές γελοιογραφίες που δημοσιεύονταν στα λαϊκά (πολύ καλύτερα από τα σημερινά δήθεν κυριλέ) περιοδικά «Θησαυρός» και «Ρομάντζο». Κάποια φορά θα μιλήσουμε και γι’ αυτά. Οι γελοιογραφίες περιλαμβάνονται σε λεύκωμα που κυκλοφόρησε η εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» με γενικό θέμα τις δεκαετίες ’50, ’60 και ’70.

Τέλος έχουμε έναν πιο παλιό επαγγελματία, που τον έφαγε κι αυτόν η πρόοδος. Τον γαλατά! Η πρώτη του εμφάνιση σημειώνεται λίγο μετά την Επανάσταση του 1821. Τότε, κάτοικοι των γύρω από την Αθήνα χωριών, κυρίως των… Βορείων προαστίων (Μενίδι, Καπανδρίτι κ.λπ) κατέβαιναν με ολόκληρο το «εργοστάσιο» παραγωγής γάλακτος στην Αθήνα, όπου εργοστάσιο το κοπάδι με τις κατσίκες. Έτσι, το καταναλωτικό κοινό προμηθευόταν το γάλα του φρέσκο – φρέσκο κατ’ ευθείαν από την παραγωγή. Αργότερα οι συμπαθείς γαλατάδες, ενισχυμένοι και από πιο μακρινές από την Αθήνα περιοχές (Λαμία, Καρπενήσι, Τρίπολη), άνοιξαν τα πρώτα γαλατάδικα, τα οποία μπροστά είχαν το μαγαζί και πίσω τα εργαστήριο, στο οποίο «απαγορεβόταν αφστηρός η είσοδος στους μη έχον εργασία». Ο λόγος ήταν απλός. Εκεί μέσα η χημεία τροφίμων γνώριζε την αποθέωση, αφού 1 οκά γάλα, ως διά μαγείας και χάρη στη θαυματουργή ιδιότητα του…νερού, γινόταν 2 ή και 3 (αναλόγως την ευσυνειδησία ή μάλλον την ασυνειδησία του γαλατά) οκάδες γάλα. Θυμηθείτε τη σχετική σκηνή από την παλιά Ελληνική ταινία «Γκολ στον έρωτα», όπου ο Θύμιος (Γιώργος Βλαχόπουλος) κατσαδιάζει τον παραγιό του, επειδή έβαλε λίγο νερό στο γάλα και θα τον… καταστρέψει.
Τέτοια γαλατάδικα εξελίχθηκαν αργότερα και έγιναν ΦΑΓΕ, ΔΕΛΤΑ κ.λπ.
Όμως όλα αυτά τώρα πιά είναι ανάμνηση γλυκειά που λέει και ο Πάριος.
Το παγωτό, αφού έγινε «παγωμένο γλύκισμα», άλλαξε μορφή (πύραυλοι, κασάτα, μπισκότα κ.λπ.) και προέλευση, αφού τώρα Ελληνικά παγωτά δεν υπάρχουν πλέον, αν εξαιρέσεις κάποιες μικρές επαρχιακές βιομηχανίες, που ακόμα αντιστέκονται.
Ο πάγος, έχει παραμείνει μόνο ως κατσάδα («του έβαλλε πάγο ο προϊστάμενος») και τα γάλατα σε χάρτινα κουτιά.
Δεν βαριέστε μπορεί και να είναι καλύτερα έτσι.
Αλλά βέβαια θα συνεχίσουμε…

Από φίλο που επιθυμεί την ανωνυμία έλαβα τις παρακάτω σκέψεις του και τις μοιράζομαι μαζί σας:
«Αγαπητέ Χρήστο,
τον κυρ‑Γιάννη τον είχα διαβάσει προ καιρού, και είχα κατά νου να υφάνω έναν διάλογο πιο πλούσιο, πιο στοχαστικό, σαν να συνομιλούν οι σκιές εκείνων των χρόνων με τη μνήμη μας. Με τα λόγια σου, όμως, αναδεύτηκαν μέσα μου πληγές που δεν επουλώνονται.
Κάθε φορά που αναφέρεσαι στα γεγονότα του συμμοριτοπολέμου, η ψυχή μου θολώνει. Γιατί από το χωριό μου άρπαξαν τότε πενήντα δύο παιδιά — ψυχές δεκατριών και δεκατεσσάρων ετών — κι ανάμεσά τους τον ίδιο μου τον αδελφό. Μας είπαν πως ήταν «παιδοπροστασία». Μα για εμάς ήταν ξερίζωμα, ήταν βίαιη αρπαγή, ήταν το σκοτάδι που μπήκε στο σπίτι μας και δεν έφυγε ποτέ.
Και τον πόλεμο εκείνον τον ονόμασαν «εμφύλιο». Μα όσοι ζήσαμε τα γεγονότα γνωρίζουμε πως ο Στρατός αντιμαχόταν αντάρτικες ομάδες Βουλγάρους και ξένες επιρροές που επιδίωκαν να αλλοιώσουν την ψυχή του τόπου. Ήταν χρόνια σκληρά, χρόνια που δοκίμασαν την αντοχή των ανθρώπων και την πίστη τους στο αύριο.
Δεν τα ανασύρω αυτά για να ξαναζωντανέψω μίση. Τα ανασύρω για να τιμήσω. Να τιμήσω τα παιδιά που χάθηκαν χωρίς να το θελήσουν. Τις μάνες που έμειναν με το μαντήλι στο χέρι και το βλέμμα στον δρόμο. Τους πατεράδες που λύγισαν σιωπηλά, για να μη δουν τα παιδιά τους τον πόνο τους. Τους ανθρώπους που έζησαν με την ελπίδα της επιστροφής και έσβησαν χωρίς να τη δουν.
Η μνήμη δεν είναι όπλο· είναι χρέος. Και το χρέος αυτό το κουβαλώ σαν προσευχή, σαν υπόμνηση πως η ιστορία δεν πρέπει να ξαναγράψει τέτοιες σελίδες».
Συμφωνώ απολύτως με τον φίλο.

§. Ρε μπας και δεν μπορεί κάθε Έλληνας πολίτης να ιδρύσει κόμμα;. Ρε μπας και ο πάσα ένας δεν έχει τη δυνατότητα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι; Αν ναι, τότε γιατί οι δημοκρατικοτοξοτούδες (συνομοταξία σπονδυλωτών, που ανήκουν στο ‘’δημοκρατικό τόξο’’) λύσσαξαν με την κα Καρυστιανού; Ρε μπας και δεν είναι ο κυρίαρχος λαός αυτός που αποφασίζει; Λες; Και τότε τι μας έχουν γεμίσει με φούμαρα περί λαϊκής κυριαρχίας και τα τοιαύτα; Αν ο λαός (αυτός που δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά, αλλά ξεχνά τι σημαίνει αριστερά…) είναι πράγματι (που δεν το βλέπω) κυρίαρχος, τότε άσε αυτόν να κρίνει την κα Καρυστιανού και το κόμμα της. Οι ειρωνείες και οι απαξιώσεις από τους τιποτάδες, προς μια καταξιωμένη επιστήμονα και πονεμένη, μην το ξεχνάμε αυτό, μάνα, μόνο κόμπλεξ φανερώνουν. Εδώ κάποτε είχαμε αρχηγό κόμματος τον αρχισφαγέα καπετάν Γιώτη και ουδείς από τους δημοκρατικοτοξοτούδες αντέδρασε. Μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς θαύμαζαν το χιούμορ του και την αγνότητά του, ενώ όταν πέθανε υποχρεώθηκε ακόμα και η Σχολή Ευέλπιδων να υψώσει μεσίστια την ένδοξη σημαία της. Να ρωτήσω κάτι; Αν ο προσφάτως αποφυλακισθείς αρχιεγκληματίας Γιωτόπουλος έκανε κόμμα, θα αντιδρούσαν έτσι οι δημοκράταροι; Δεν νομίζω. Ψυχραιμία και αφήστε τον κυρίαρχο να αποφασίσει.
§. Ο γνωστός σεισμολόγος κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος, δήλωσε: «Η οσμή στην Αττική δε νομίζω ότι έχει σχέση με επερχόμενο σεισμό. Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν αλλού, αλλά δεν είμαι ειδικός. Πριν από ισχυρούς σεισμούς έχει παρατηρηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις η έξοδος ευγενών αερίων, όπως το ραδόνιο. Αλλά αυτά είναι άοσμα και εντοπίζονται από κατάλληλους μετρητές. Εδώ δεν έχουμε τέτοια περίπτωση». Να ρωτήσω τον διαπρεπή επιστήμονα. Αφού εδώ δεν έχουμε τέτοια περίπτωση, δηλαδή έξοδο ευγενών αερίων κ.λπ. τότε γιατί τα αναφέρει; Εξυπηρετούν κάποια σκοπιμότητα αυτές οι αναφορές του τύπου «ξέρετε μπορεί αλλού να είναι σεισμός, αλλά εδώ δεν είναι»; Μου θύμισε την «Θεία απ’ το Σικάγο» και συγκεκριμένα την Ευτέρπη Μπάρδα (Ελένη Ζαφειρίου) που, κομπιάζοντας να πει ακριβώς αυτό που ήθελε στον σύζυγό της Χαρίλαο Μπάδρα (Ορέστη Μακρή) του λέει «άλλο ήθελα να πω» με τον Χαρίλαο να εξανίσταται: «Τότε αφού θέλεις να πεις άλλο γιατί δεν λες αυτό που θες, παρά λες το άλλο». Μήπως το ίδιο συμβαίνει και με τον κ. Παπαδόπουλο ή απλώς η δήλωσή του έχει την έννοια του «Να! Εδώ είμαστε κι εμείς και ό,τι χρειαστείτε στη διάθεσή σας»;












