Πώς η κλιμάκωση στον Κόλπο, οι επιθέσεις των Χούθι και τα ουκρανικά πλήγματα απειλούν με πραγματική έλλειψη προσφοράς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας
Του Κωστή Σταμπολή*
Η σύγκρουση μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών έχει εισέλθει σε μια νέα και σημαντικά πιο επικίνδυνη φάση. Αυτό που ξεκίνησε ως αντιπαράθεση με επίκεντρο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και την περιφερειακή του επιρροή έχει πλέον εξελιχθεί σε μια ευρύτερη σύγκρουση για τον έλεγχο μιας από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου: των Στενών του Ορμούζ. Η εύθραυστη συμφωνία που επιτεύχθηκε στις 17 Ιουνίου έχει ουσιαστικά καταρρεύσει, ανοίγοντας τον δρόμο για νέα στρατιωτική κλιμάκωση με δυνητικά σοβαρές συνέπειες για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Το σημείο καμπής ήρθε όταν το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), και ιδιαίτερα η Δύναμη Κουντς (Quds Force), άρχισε να στοχοποιεί πλοία που επιχειρούσαν να εισέλθουν ή να εξέλθουν από τα Στενά χωρίς προηγούμενη άδεια από την Τεχεράνη. Οι επιθέσεις αυτές αμφισβήτησαν ευθέως μία από τις βασικές αρχές της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός: την αποκατάσταση της ελεύθερης και ασφαλούς ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η αντίδραση της Ουάσιγκτον ήταν άμεση, με τις αμερικανικές δυνάμεις να εξαπολύουν αεροπορικές επιδρομές εναντίον ιρανικών στρατιωτικών και στρατηγικών στόχων. Το Ιράν απάντησε στη συνέχεια με πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και άλλων στόχων σε διάφορες χώρες του Κόλπου.
Ο φαύλος κύκλος
Έτσι αναπτύχθηκε γρήγορα ένας φαύλος κύκλος κλιμάκωσης, μετατρέποντας μια ήδη εύθραυστη εκεχειρία σε μια νέα στρατιωτική αντιπαράθεση. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε επισήμως, κατά την επίσκεψή του στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δεσμεύονται πλέον από τη συμφωνία του Ιουνίου, θέση που ενισχύθηκε αργότερα με επιστολή προς το Κογκρέσο, στην οποία εξηγούνταν η αποχώρηση της Ουάσιγκτον από τη συμφωνία.
Στο επίκεντρο της αναζωπυρωμένης αυτής σύγκρουσης βρίσκεται η αποφασιστικότητα του Ιράν να διατηρήσει τον έλεγχο της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Κατά την προηγούμενη φάση του πολέμου, η Τεχεράνη διαπίστωσε ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών —και κατ’ επέκταση η άσκηση πίεσης στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και LNG— μπορούσε να αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικότερος από τις συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των αντιπάλων της. Τα Στενά του Ορμούζ μετατράπηκαν έτσι στο ισχυρότερο στρατηγικό όπλο του Ιράν, το οποίο επ’ ουδενί λόγω διατίθεται να εγκαταλείψει.
Η σημασία αυτής της μεταβολής δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Μέχρι πρότινος, η κύρια προτεραιότητα του Ιράν ήταν η διατήρηση των πυρηνικών του δυνατοτήτων και η εξασφάλιση της άρσης των κυρώσεων. Σήμερα, το στρατηγικό του βάρος φαίνεται να έχει μετατοπιστεί στον έλεγχο των θαλάσσιων μεταφορών. Απειλώντας την ελεύθερη διέλευση των πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, το Ιράν μπορεί να επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς τιμές της ενέργειας και να δημιουργεί αβεβαιότητα στις παγκόσμιες αγορές.
Οι ιρανικές δυνάμεις έχουν, συνεπώς, στοχοποιήσει πλοία που επιχειρούν να κινηθούν τόσο από τη βόρεια διαδρομή, πλησίον των ιρανικών χωρικών υδάτων, όσο και από τη νότια διαδρομή, η οποία προστατεύεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και βρίσκεται κοντά στις ακτές του Ομάν. Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι σαφές: το Ιράν θεωρεί ότι διαθέτει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας σε ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά περάσματα του πλανήτη.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη με την επανενεργοποίηση των συμμάχων του Ιράν, των Χούθι στην Υεμένη. Το κίνημα των Χούθι προειδοποίησε ναυτιλιακές εταιρείες, προμηθευτές και ναυλωτές ότι πλοία που διέρχονται από την Ερυθρά Θάλασσα —είτε προς νότο μέσω των Στενών Μπαμπ Ελ-Μαντέμπ είτε προς βορρά με κατεύθυνση τη Διώρυγα του Σουέζ— ενδέχεται να αποτελέσουν στόχους επιθέσεων. Η απειλή αυτή επιβεβαιώθηκε ήδη με τις επιθέσεις εναντίον δύο δεξαμενόπλοιων σαουδαραβικών συμφερόντων στην Ερυθρά Θάλασσα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα.
Σοβαρές επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο
Οι επιπτώσεις για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός του Ιουνίου, η θαλάσσια κυκλοφορία μέσω των Στενών του Ορμούζ είχε αρχίσει σταδιακά να αποκαθίσταται. Πριν από τη νέα κλιμάκωση, περίπου 30 έως 40 πλοία διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά. Σήμερα, ο αριθμός αυτός έχει μειωθεί δραματικά, με μόλις 5 έως 10 πλοία να πραγματοποιούν τη διέλευση. Η επανεμφάνιση των επιθέσεων και η εμπλοκή των Χούθι δημιουργούν πλέον την προοπτική μιας ευρύτερης αναταραχής, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο τα Στενά του Ορμούζ αλλά και το Μπαμπ Ελ-Μαντέμπ και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε μια πρωτοφανή πρόκληση για τις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Σήμερα, οι χώρες του Κόλπου εξάγουν περίπου 7 έως 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων μέσω εναλλακτικών διαδρομών, συμπεριλαμβανομένων χερσαίων αγωγών που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, εάν οι επιθέσεις των Χούθι καταφέρουν να περιορίσουν σημαντικά τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα, τότε και αυτές οι εναπομείνασες εξαγωγικές διαδρομές θα μπορούσαν να επηρεαστούν σοβαρά.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι εξαγωγές από την περιοχή του Κόλπου θα μπορούσαν να μειωθούν κάτω από τα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, δημιουργώντας μια σημαντική έλλειψη προσφοράς. Δεδομένου ότι η αγορά πετρελαίου λειτουργεί σε ένα εξαιρετικά ισορροπημένο παγκόσμιο σύστημα, η αιφνίδια απώλεια 5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως από μια συνολική παγκόσμια ημερήσια παραγωγή περίπου 100 εκατομμυρίων βαρελιών συνιστά σοβαρό πλήγμα, με άμεσες επιπτώσεις στις τιμές και στα συμβόλαια. Με το πετρέλαιο να έχει ανατιμηθεί κατά 38% από τις αρχές Ιουλίου, έχοντας φθάσει σχεδόν τα $100 το βαρέλι, για το αργό Brent, και η τιμή του φυσικού αερίου κατά την ίδια περίοδο να έχει αυξηθεί κατά 48% και να διαπραγματεύεται στα €62.00/MWh στο Ολλανδικό TTF.
Το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα αντιμετωπίζει ταυτόχρονες διαταραχές
Μέχρι στιγμής, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου έχει αποφύγει τις χειρότερες συνέπειες της σύγκρουσης με το Ιράν, καθώς η αυξημένη παραγωγή εκτός του Κόλπου έχει συμβάλει στην αντιστάθμιση των απωλειών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βραζιλία, ο Καναδάς, η Νορβηγία, η Ρωσία, η Γουιάνα και άλλοι παραγωγοί έχουν αυξήσει την παραγωγή τους, ενώ τα στρατηγικά αποθέματα των χωρών του ΟΟΣΑ, προσφέρουν πρόσθετη ασφάλεια στις αγορές. Ωστόσο, αυτό το περιθώριο ασφαλείας μειώνεται ταχύτατα. Το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα αντιμετωπίζει ταυτόχρονες διαταραχές σε πολλές περιοχές. Στη Μαύρη Θάλασσα, το Καζακστάν φέρεται να αναγκάστηκε να διακόψει εξαγωγές περίπου 1 εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως, έπειτα από επανειλημμένες ουκρανικές επιθέσεις που έπληξαν κρίσιμες εξαγωγικές υποδομές. Παράλληλα, ο ρωσικός τομέας διύλισης έχει υποστεί σοβαρές ζημιές από επιθέσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αναγκάζοντας τη Μόσχα να εισάγει ντίζελ και άλλα διυλισμένα προϊόντα από χώρες όπως η Ινδία. Το αποτέλεσμα είναι μια ολοένα πιο εύθραυστη παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού, όπου πολλαπλές εστίες διαταραχής εξελίσσονται ταυτόχρονα.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
Ο κόσμος ενδέχεται σύντομα να φθάσει σε ένα σημείο όπου οι πρόσθετες ποσότητες αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων που διοχετεύονται στην αγορά για να αντισταθμίσουν τις απώλειες από τα Στενά του Ορμούζ δεν θα επαρκούν πλέον. Εάν αυτό συμβεί, η αγορά θα περάσει από μια κατάσταση αβεβαιότητας σε μια πραγματική φυσική έλλειψη προσφοράς, που είναι και ο στόχος της Τεχεράνης.
Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε βαθιές συνέπειες. Οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτοξευθούν, οι πληθωριστικές πιέσεις να ενταθούν και οικονομίες που ήδη βρίσκονται υπό πίεση να αντιμετωπίσουν νέες δυσκολίες, η ακόμα να οδηγηθούν σε ύφεση. Για την Ευρώπη, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι κίνδυνοι είναι ιδιαίτερα σοβαροί. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι ακόμη πιο εκτεθειμένη λόγω της υψηλής εξάρτησής της από εισαγόμενα πετρελαϊκά προϊόντα και της περιορισμένης δυνατότητας ταχείας υποκατάστασης από εναλλακτικές ενεργειακές πηγές. Στο μεταξύ, σοβαρές ανησυχίες για τις προοπτικές των διεθνών αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου εξέφρασε πρόσφατα και ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, σε δημόσια δήλωσή του.
Η ευπάθεια του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος
Η παρούσα κρίση αναδεικνύει επίσης την ευπάθεια του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος απέναντι σε γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς. Για δεκαετίες, οι στρατηγικές ενεργειακής ασφάλειας επικεντρώνονταν κυρίως στη διασφάλιση επαρκούς παραγωγικής δυναμικότητας. Σήμερα, όμως, η ασφάλεια των διαδρομών μεταφοράς έχει καταστεί εξίσου σημαντική. Οι αγωγοί, οι θαλάσσιες οδοί και τα στρατηγικά σημεία συμφόρησης αποτελούν πλέον θεμελιώδη στοιχεία της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας. Τα Στενά του Ορμούζ, το Μπαμπ Ελ-Μαντέμπ και η Διώρυγα του Σουέζ δεν είναι απλώς στενά γεωγραφικά περάσματα· είναι οι αρτηρίες της σύγχρονης παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας.
Καθώς ο πόλεμος με το Ιράν εισέρχεται σε αυτή τη νέα φάση, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς, πορεύονται σε αχαρτογράφητα νερά. Μια παρατεταμένη διαταραχή των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο, σε συνδυασμό με την αστάθεια σε άλλες παραγωγικές περιοχές, θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει θεμελιωδώς τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Το ερώτημα πλέον δεν είναι απλώς εάν οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν-αυτό θεωρείται βέβαιο- αλλά εάν η παγκόσμια οικονομία είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια πραγματική κρίση σε έλλειψη φυσικών ενεργειακών προμηθειών. Προς το παρόν, απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει.
*Πρόεδρος του ΙΕΝΕ και Διευθυντής του Energia.gr
Πηγή: estianews.gr




