Του Θανάση Κ.
Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα κανενός να δημιουργήσει τέχνη εμπνευσμένη από οτιδήποτε.
Το έκαναν οι αρχαίοι τραγωδοί, παίρνοντας γνωστούς μύθους και αλλάζοντάς τους για να πουν τα δικά τους. Και πολλές φορές δημιούργησαν αριστουργήματα.
Το έκανε αργότερα ο Σαίξπηρ. Το έκανε ο Γκαίτε.
Το έκανε όλη η μεγάλη τέχνη.
Η μυθοπλασία είναι ελεύθερη.
Ελεύθερη όμως δεν σημαίνει υπεράνω κριτικής.
* Την ταινία του Christopher Nolan δεν την έχω δει.
Και γι’ αυτό δεν πρόκειται να την κρίνω.
Θα κρίνω μόνο όσα είπε η πρωταγωνίστριά της, η κα. Lupita Nyong’o.
Η οποία, απόφοιτος του Yale παρακαλώ, δήλωσε ότι πριν πάρει τον ρόλο δεν είχε διαβάσει την Οδύσσεια. Και αφού τελικά τη διάβασε, θεώρησε σκόπιμο να …”εγκαλέσει” τον ίδιο τον Όμηρο επειδή, όπως είπε, δεν αφιέρωσε αρκετό χώρο στις γυναίκες και δεν έδωσε τη «γυναικεία οπτική».
* Εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Γιατί κάποιοι έχουν αρχίσει να πιστεύουν ότι η προσωπική τους ιδεοληψία είναι ταυτόσημη με τη «γυναικεία οπτική» γενικότερα…
Δεν είναι.
Οι γυναίκες δεν σκέφτονται όπως οι φανατικές woke ακτιβίστριες.
Ευτυχώς.
Ούτε οι άνδρες όπως οι “αρχετυπικοί φαλλοκράτες” που έχουν στο μυαλουδάκι τους…
Ευτυχέστατα…
* Και ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι να μιλά κανείς με τέτοια βεβαιότητα για ένα έργο που είτε δεν έχει καταλάβει είτε δεν έχει διαβάσει με προσοχή.
Γιατί αν υπάρχει ένα πράγμα που διαπερνά ολόκληρο το ομηρικό σύμπαν, αυτό είναι η – συχνά καταλυτική και σχεδόν πάντα τραγική – παρουσία των γυναικών. Και ο καταλυτικός ρόλος που διαδραματίζουν συνεχώς…
Ο Τρωικός Πόλεμος αρχίζει εξαιτίας της Ελένης.
Προηγείται η φιλονικία τριών γυναικείων θεοτήτων.
Θεές και οι ίντριγκές τους καθορίζουν την εξέλιξη του πολέμου.
Η μεγάλη σύγκρουση Αχιλλέα και Αγαμέμνονα ξεκινά από δύο γυναίκες, τη Χρυσηίδα και τη Βρισηίδα.
Η Ανδρομάχη, η Εκάβη, η Κασσάνδρα δεν είναι διακοσμητικά πρόσωπα. Είναι από τις πιο συγκλονιστικές μορφές της Ομηρικής αφήγησης και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Και μετά την άλωση της Τροίας ολόκληρος ο μυκηναϊκός κύκλος περιστρέφεται γύρω από την Κλυταιμνήστρα, την Ηλέκτρα και την τραγική σύγκρουσή τους.
Στον Θηβαϊκό κύκλο, η Αντιγόνη γίνεται το ηθικό κέντρο του δράματος.
Αυτό όμως δεν είναι «γυναικεία σκοπιά».
Είναι τραγικότητα.
Ο ελληνικός πολιτισμός δεν μετράει ήρωες με βάση το φύλο τους.
Μετράει το μέγεθος της ψυχής τους και το βάρος των διλημμάτων τους.
Άνδρες και γυναίκες στέκονται μπροστά στην ίδια Μοίρα.
Δεν κρατάει σκορ.
Δεν κάνει “ποσοστώσεις”.
Δεν μοιράζει μετάλλια εκπροσώπησης.
* Και ειδικά η Οδύσσεια:
Εκεί η θέση της κυρίας Lupita γίνεται ακόμη πιο ακατανόητη.
Γιατί η Οδύσσεια είναι ένα ταξίδι ανάμεσα σε γυναικείες μορφές.
Την Κίρκη.
Την Καλυψώ.
Την Αθηνά.
Τη Ναυσικά.
Την Αντίκλεια, μητέρα του Οδυσσέα, που φτάνει στον Κάτω Κόσμο να τη συναντήσει…
Και φυσικά την Πηνελόπη. Το “βαρυτικό κέντρο” όλου του έπους…
Και η κορυφαία στιγμή του έργου δεν είναι μια μάχη.
Είναι όταν η αθάνατη Καλυψώ προσφέρει στον Οδυσσέα αθανασία γυμνώνεται μπροστά του και τον προκαλεί.
— «Δεν φαντάζομαι η Πηνελόπη σου να είναι ομορφότερή μου…»
Κι εκείνος της απαντά πως καμία θνητή δεν συγκρίνεται με μια θεά.
Αλλά εκείνος λαχταρά την Πηνελόπη του!
Και την Ιθάκη του…
Πόσα εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο θα ήθελαν ΕΤΣΙ να αγαπηθούν;
Και πόσα εκατομμύρια άνδρες στον Κόσμο ζηλεύουν, γιατί δεν μπορούν ΕΤΣΙ να αγαπήσουν;
Εκείνο που δεν καταλαβαίνουν οι φανατικές woke φεμινίστριες, είναι ότι οι γυναίκες δεν θέλουν να “μισήσουν” τους άνδρες.
Να αγαπηθούν θέλουν!
Αυτή η συγκλονιστική συνομιλία Καλυψούς – Οδυσσέα στο Ε 210-232 της Οδύσσειας δεν είναι ούτε “ανδρική” ούτε “γυναικεία” σκοπιά.
Είναι ένας από τους μεγαλύτερους ύμνους στον έρωτα, που έγραψε ποτέ ανθρώπινο χέρι.
Αυτό είναι που κάνει τον Όμηρο αθάνατο.
Όχι οι μάχες.
Η τραγικότητα.
Η ανθρώπινη ψυχή.
Γι’ αυτό το πρόβλημα με την κυρία Lupita δεν είναι ότι είναι “μαύρη”.
Αυτό είναι εντελώς αδιάφορο.
Το πρόβλημα είναι η αυθάδειά της! Και η ρηχότητα (που σχεδόν πάντα υποκρύπτεται πίσω από την αχαλίνωτη αυθάδεια).
Δεν είχε διαβάσει τον Όμηρο πριν παίξει στην ταινία.
Δικαίωμά της.
Τον διάβασε μετά και πάλι δεν τον κατάλαβε.
Συμβαίνει.
Αλλά στη συνέχεια αποφάσισε να κάνει και τον… “δάσκαλο” στον Όμηρο.
Εκεί αρχίζει το γελοίο.
Όταν δεν καταλαβαίνεις ένα μεγάλο έργο, η φυσική αντίδραση είναι να αναρωτηθείς μήπως σου διαφεύγει κάτι.
Όχι να ζητήσεις “τα ρέστα” από τον δημιουργό του.
Και επιτρέψτε μου μια πρόβλεψη.
Σε εκατό χρόνια από σήμερα ο Όμηρος θα εξακολουθεί να είναι ό,τι είναι εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια.
Αξιοθαύμαστο – ίσως και αξεπέραστο – θεμέλιο της δυτικής Ποίησης και Λογοτεχνίας.
Την κυρία Lupita πιθανότατα δεν θα τη θυμάται κανείς πια.
Όπως δεν θυμάται κανείς σήμερα τη «Μαύρη Αθήνα» του Bernal, εκείνη τη θεωρία που πριν από μερικές δεκαετίες προκάλεσε θόρυβο υποστηρίζοντας οι αρχαίοι Έλληνες… «έκλεψαν» τον πολιτισμό της Αφρικής!
(Κάντε τον κόπο και γκουγκλάρετε το Black Athena του Μartin Bernal και τη συντριπτική απάντηση που του έδωσε τότε – και τον “έσβησε” κυριολεκτικά – η Mary R. Lefkowitz, μια αμερικανοεβραία Ιστορικός. Γιατί οι Έλληνες δεν “καταδέχθηκαν” τότε να του απαντήσουν…)
ΥΓ: Αξίζει πάντως να αναρωτηθούμε και κάτι ακόμη.
Τι ακριβώς προσθέτει καλλιτεχνικά η επιλογή μιας “μαύρης” Ελένης;
Ποια “νέα ερμηνεία” φωτίζει;
Ποια “βαθύτερη αλήθεια” αποκαλύπτει;
Ή μήπως η μόνη λογική είναι ότι κάποιοι θεωρούν «αντιρατσισμό»… να αλλάζουν το χρώμα των ηρώων της δυτικής παράδοσης;
Αν ισχύει το δεύτερο, τότε δεν μιλάμε για “υπέρβαση” του ρατσισμού.
Μιλάμε για αντίστοιχο ρατσισμό, απλώς με αντίστροφο πρόσημο.
Και ο ρατσισμός, όποιο χρώμα κι αν φοράει, παραμένει ρατσισμός…
Ο Πολιτισμός δεν προχωράει ξαναβάφοντας τους μύθους.
Προχωράει ανακαλύπτοντας κάθε φορά τις διαχρονικές αλήθειες τους.
Κι αυτό ακριβώς είναι που δεν κατάλαβαν:
Δεν χρειάζεται να “βάψεις” τον Όμηρο στα μέτρα της εποχής σου.
Αντίθετα, χρειάζεται να μεγαλώσεις λίγο για να μην εξαφανιστείς εσύ μέσα στον Όμηρο.





Εύγε!