Του Αλέξανδρου Τάρκα*
Εισηγήσεις για την καταγγελία στο προσεχές Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (18-19 Ιουνίου) των μεθοδεύσεων της Τουρκίας, ως προς τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το συναφές νομοσχέδιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο εξετάζει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, χωρίς να έχει καταλήξει ακόμη σε οριστικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών, η ελληνική πλευρά έχει ήδη προβεί σε ανεπίσημη ενημέρωση των αρμόδιων συνεργατών τόσο του προέδρου του Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, όσο και της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον Ντερ Λάιεν, για την… ενδεχόμενη πρόθεση του κ. Μητσοτάκη.
Πάντως, σε περίπτωση που ο πρωθυπουργός αποφασίσει τελικά να θέσει το ζήτημα, προκρίνεται η εκδοχή της απλής «περιγραφής» του στους άλλους 26 ηγέτες κρατών και κυβερνήσεων αντί του -μεγαλύτερης βαρύτητας- αιτήματος επίσημης εγγραφής του στην ημερήσια διάταξη της συνόδου κορυφής. Στο πλαίσιο αυτό, για να σωθούν τα προσχήματα και να γίνει δυνατή η επικοινωνιακή εκμετάλλευση, ο κ. Μητσοτάκης θα ζητήσει το ελάχιστο: μία λακωνική καταγραφή στα επίσημα Συμπεράσματα του Συμβουλίου, χωρίς αξίωση για ευρωπαϊκά αντίμετρα κατά της Άγκυρας ή προειδοποίηση για αντίμετρα. Ασφαλώς, όσο πανηγυρικά κι αν παρουσιαστεί η συγκεκριμένη παράγραφος των Συμπερασμάτων στην ελληνική κοινή γνώμη (π.χ., σαν κίνηση προστασίας των εθνικών και ευρωπαϊκών συνόρων), η πραγματική αξία της θα είναι πολύ περιορισμένη.
Άλλωστε, το ίδιο συνέβη και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2019. Τότε, η κυβέρνηση παρουσίασε σαν μέγιστη νίκη, που «απομόνωνε» και εξουδετέρωνε τον πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν, την προτελευταία παράγραφο των Συμπερασμάτων, η οποία (υπό τον τίτλο «Άλλα Θέματα») ανέφερε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και ότι η Ε.Ε. εκφράζει την «αλληλεγγύη» της προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Ως γνωστόν, παρά τους πανηγυρισμούς, ακολούθησε το καλοκαίρι του 2020 η οξεία ελληνοτουρκική κρίση, η οποία τερματίστηκε μόνον μετά τη δήλωση του τότε υπουργού Επικρατείας και νυν υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, για αυτο-περιορισμό της Ελλάδας στα 6 ναυτικά μίλια. Επομένως, η επανάληψη του όρου «αλληλεγγύη», που πιθανώς θα επιδιώξει ο πρωθυπουργός χωρίς την απαίτηση άλλων μέτρων, θα έχει μικρή σημασία.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν τα ίδια στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών, καμία κίνηση του κ. Μητσοτάκη, στο πλαίσιο της συνόδου της προσεχούς εβδομάδος, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί από τη στιγμή που οι νεότερες διαρροές από την Άγκυρα μεταθέτουν την κατάθεση του νομοσχεδίου από τον Ιούνιο στον Οκτώβριο, ίσως επικρατήσουν άλλες εισηγήσεις που θεωρούν πρόωρη την -όποιας μορφής- συζήτηση στην Ε.Ε. Και, δεύτερον, γιατί ο κ. Μητσοτάκης δεν θέλει να φανεί ότι σύρεται από τον πρώην πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος πρώτος ζήτησε (σε ομιλία του στη Βουλή στις 22 Μαΐου) επείγουσες και σοβαρότερες πρωτοβουλίες στην Ε.Ε. και άλλα διεθνή fora.
Παράλληλα, ως προς την επίσημη ατζέντα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η ελληνική κυβέρνηση αναμένεται να συναινέσει απολύτως σε όποια απόφαση επιτάχυνσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ουκρανίας, ενώ παραμένει ασαφής η στάση της ως προς την επικείμενη 21η δέσμη κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ειδικά, όσον αφορά τις προτάσεις για το άμεσο πάγωμα της οροφής τιμής («oil price cap») του νόμιμα μεταφερόμενου πετρελαίου που έμμεσα θα έπληττε και τον ελληνικό εφοπλισμό, την πλήρη απαγόρευση παροχής ναυτιλιακών υπηρεσιών στην επικράτεια της Ε.Ε. (στο πλαίσιο καταπολέμησης του σκιώδους στόλου) και τη συμπερίληψη του Πατριάρχη Μόσχας, Κύριλλου, στον κατάλογο περιοριστικών μέτρων.
Επιπλέον, εξόχως δυσάρεστη πλευρά των εξελίξεων αποτελεί η διαπίστωση ότι, λόγω του πολέμου κατά του Ιράν και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, τα προβλήματα των ευρωπαϊκών οικονομικών αυξάνονται. Πιστεύεται ότι θα χρειαστεί να αναθεωρηθούν βασικές προβλέψεις του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034 και πως οι τελικές αποφάσεις των «27» θα πρέπει να ληφθούν πολύ νωρίτερα από το αρχικά εκτιμώμενο όριο του Δεκεμβρίου του 2026.
* Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη




