Δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες οι οποίοι είναι αποκαλυπτικοί των προθέσεων της Άγκυρας για την επόμενη περίοδο. Η συνάντηση του Ερντογάν με τον Τραμπ και η ομιλία του Τούρκου προέδρου στη Σύνοδο Κορυφής
Γράφει ο Λάζαρος Καμπουρίδης*
Οι τελευταίες εξελίξεις με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ρίχνουν φως στην τακτική η οποία φαίνεται ότι θα ακολουθήσει η Άγκυρα το επόμενο διάστημα με σκοπό την υλοποίηση των στόχων της.
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρ.Τ. Ερντογάν δεν θα αποκλίνει καθόλου από τον στόχο του στα Ελληνοτουρκικά, αν και προσεκτικός, λόγω της ανάγκης της Τουρκίας να ενταχθεί στον ευρωπαϊκό μηχανισμό άμυνας και ασφάλειας. Η διαχρονική προσήλωση του Ερντογάν στον στόχο του φαίνεται από μία πολύ παλιά του ομιλία στην οποία αυτός είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «θα φορούσα ακόμη και ρούχα παπά προκειμένου να εκτελέσω το καθήκον μου επειδή ο αγώνας μας είναι ξεχωριστός».
Δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες οι οποίοι είναι αποκαλυπτικοί των προθέσεων της Άγκυρας για την επόμενη περίοδο. Η συνάντηση του Ερντογάν με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντ. Τραμπ και η ομιλία του Τούρκου προέδρου στη Σύνοδο Κορυφής.
Από τις δηλώσεις Τραμπ κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Ερντογάν φάνηκε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμπιστεύεται απόλυτα τον Τούρκο Πρόεδρο, προκαλώντας εκνευρισμό στο Ισραήλ. Μπορεί οι δηλώσεις του Τραμπ για το θέμα των F-35 να είχαν πισωγυρίσματα, προκαλώντας μία συγκεχυμένη εικόνα, όμως από την άλλη πλευρά φάνηκε ότι ο Τούρκος πρόεδρος ασκεί επιρροή στον Αμερικανό πρόεδρο σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο για τα Ελληνοτουρκικά.
Το έδαφος για τη στάση αυτή του Ντ. Τραμπ φαίνεται ότι είχε προετοιμάσει ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα και απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου για τη Συρία και το Ιράκ Τ. Μπάρακ, ο οποίος αποτελεί τον βασικό παράγοντα για την ήττα των Κούρδων της Συρίας, την αναβάθμιση του μεταβατικού προέδρου της Συρίας Αλ Σάρα και για τον προνομιακό ρόλο της Τουρκίας στο τρίγωνο Τουρκία, Ιράκ, Συρία – ανατολική Μεσόγειος.
Οι πολύ θετικές αναφορές του Ντ. Τραμπ για τον Ερντογάν αναβαθμίζουν την Τουρκία και στα μάτια της Ε.Ε., σε μια περίοδο που κρίνεται το μέλλον της Άγκυρας για τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή άμυνα. Ο Τούρκος πρόεδρος έχει αποκτήσει τον αέρα του «ισχυρού» και αυτό του προσδίδει μια περισσή αλαζονεία και αίσθηση ισχύος έναντι του Ισραήλ αλλά και της Ελλάδας.
Από την άλλη πλευρά, η ομιλία του Τούρκου προέδρου στη Σύνοδο Κορυφής, οι έμμεσες αναφορές του σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και οι απαντήσεις του σε σχετικές ερωτήσεις δημοσιογράφων αποκαλύπτουν την εμμονή της Άγκυρας στον στρατηγικό της στόχο αλλά και μια προσπάθεια να επιδείξει στην Ε.Ε. ότι οι διαφορές με την Ελλάδα είναι θέμα ανάγνωσης και όχι ουσιαστικές. Αυτή η επιλογή της τουρκικής πλευράς έχει σχέση με τη δίψα της Άγκυρας να ενταχθεί πάση θυσία στο ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοδότησης της αμυντικής βιομηχανίας και κυρίως στην ευρωπαϊκή άμυνα. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός προσπάθησε να παντρέψει τους στόχους της ευρωπαϊκής άμυνας με τους αντίστοιχους του ΝΑΤΟ. Επίσης, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η αναφορά του Ερντογάν στην αντιαεροπορική ομπρέλα της Ευρώπης, αφού ο ίδιος γνωρίζει ότι μπορεί να πετύχει την ένταξη της χώρας του στην ευρωπαϊκή άμυνα μέσω της συμμετοχής της στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή αντιαεροπορική ομπρέλα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τούρκος πρόεδρος τόνισε ότι η Τουρκία έχει διαθέσει επιπλέον 24 δισ. δολάρια στον προϋπολογισμό για το πρόγραμμα «Steel Dome», με σκοπό την ενίσχυση των αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών συστημάτων του ΝΑΤΟ. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ερντογάν βιάστηκε να ανακοινώσει τη λειτουργία του τουρκικού αντιαεροπορικού θόλου τον Ιούλιο του 2025, ασχέτως εάν αυτός στη συνέχεια αποδείχθηκε ελλειμματικός. Η Τουρκία δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να δει την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία ως τα προωθημένα φυλάκια της ευρωπαϊκής άμυνας, αφού έτσι η Τουρκία θα ετίθετο εκτός της σχεδίασης της ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής. Για τον λόγο αυτό η Άγκυρα έσπευσε να δηλώσει ενδιαφέρον το 2024 στην πρωτοβουλία της Γερμανίας για την «Ευρωπαϊκή Αντιαεροπορική Ομπρέλα» (European Sky Shield Initiative – ESSI), η οποία αφορά τη δημιουργία ενός κοινού, διαλειτουργικού συστήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας για την Ευρώπη.
Οι επιδιώξεις, όμως, του Ερντογάν και ειδικά στα Ελληνοτουρκικά έχουν ένα πιεστικό χρονοδιάγραμμα, καθώς αυτός θέλει να κεφαλαιοποιήσει τη θετική συγκυρία των ενεργειών Τραμπ – Μπάρακ, όσο ο Αμερικανός πρόεδρος θα βρίσκεται στην εξουσία λόγω των άριστων σχέσεων και της εύνοιας που η Άγκυρα αισθάνεται από τη στάση του Αμερικανού προέδρου έναντι της Τουρκίας. Αυτός είναι και ο λόγος που η Άγκυρα τόσο εύκολα και γρήγορα έχει «απαρνηθεί» τις σχέσεις της με τη Μόσχα και έχει ταχθεί στο πλευρό των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Στο σημείο αυτό βρίσκεται επίσης και η ερμηνεία του γεγονότος ότι η Τουρκία φέρνει την περίοδο αυτή προς ψήφιση τον νόμο «Γαλάζια Πατρίδα». Η Τουρκία βιάζεται, όμως δεν θέλει να έχει την Ελλάδα διαμαρτυρόμενη προς την Ε.Ε. γιατί η Άγκυρα, όπως προαναφέρθηκε, έχει ανάγκη την ευρωπαϊκή οικογένεια. Εκεί βρίσκεται και το μεγάλο σφάλμα της Αθήνας να μην έχει θέσει ακόμη το θέμα του νόμου αυτού στην Ε.Ε. και να καταδείξει με έμφαση την τουρκική απειλή εναντίον της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Συμπερασματικά, οι επιδιώξεις της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. έχουν στόχο όχι μόνο τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Άγκυρας η οποία θα την φέρει σε θέση υπεροχής έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και την εκμετάλλευση των δύο οργανισμών για την προώθηση της αμυντικής της βιομηχανίας. Στο ΝΑΤΟ φαίνεται ότι η Άγκυρα έχει ευκολότερο έργο, αφού αποτελεί χώρα-μέλος της Συμμαχίας, όμως στην Ε.Ε. η εικόνα είναι διαφορετική, αφού η Αθήνα και η Λευκωσία μπορούν να θέσουν αναχώματα, μια και Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν χώρες-μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Η αφωνία μας βολεύει την Τουρκία.
* Αντιστράτηγος ε.α. Διδάκτορας Παντείου
Πηγή: dimokratia.gr




