Από τα μουχαπέτια της Κοζάνης μέχρι τις μεγάλες μουσικές σκηνές της Ελλάδας και του εξωτερικού, ο Αλέξης Παρχαρίδης διέγραψε μία μεγάλη ιστορία υπερασπιζόμενος μέσα από το τραγούδι του Πόντου τις ρίζες, τη μνήμη και την ιστορία του
Λίγο πριν από τη συμμετοχή του στο «Βάκχαι Φεστ 2026», που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 6 Ιουνίου στη Μονή Λαζαριστών και θα φέρει στη Θεσσαλονίκη μουσικές παραδόσεις από κάθε γωνιά της Ελλάδας, ο Αλέξης Παρχαρίδης μιλά για τη δική του διαδρομή μέσα στην ποντιακή μουσική. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια στην Κοζάνη, τα μουχαπέτια και τις ιστορίες των προσφύγων που άκουγε μεγαλώνοντας, τη γνωριμία του με τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη αλλά και τη βαθιά σχέση της νέας γενιάς με την παράδοση. Παράλληλα αναφέρεται στις σημαντικές συνεργασίες της πορείας του -από τον Σταύρο Ξαρχάκο μέχρι την Ευανθία Ρεμπούτσικα και τον Μάνο Αχαλινωτόπουλο. Εξηγεί γιατί «το πανηγύρι είναι κάτι ιερό», πώς η ποντιακή μουσική κατάφερε να μείνει ζωντανή μέσα στους αιώνες και γιατί, παρά τις αλλαγές της εποχής, «όλα θα είναι αλλιώς αλλά και πάλι θα είναι Πόντος».
Στο «Βάκχαι Φεστ 2026» συναντιούνται μουσικές από τον Πόντο μέχρι την Κρήτη και την Ήπειρο. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών παραδόσεων;
Είναι κοινή παραδοχή πλέον ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι άνθρωποι και κυρίως νέοι, επιστρέφουν στην παράδοση. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει γιατί μέσα στην παραδοσιακή μουσική ανακαλύπτουν χρώματα, αρώματα, εικόνες και συναισθήματα που δύσκολα βρίσκουν στη σύγχρονη μουσική. Παράλληλα, μέσα από αυτήν αναζητούν και την ταυτότητά τους, την ιστορία τους, την προέλευσή τους.
Εμείς τα φεστιβάλ τα λέμε και πανηγύρια. Για τους Πόντιους το πανηγύρι είναι κάτι σχεδόν ιερό. Όχι μόνο επειδή συγκεντρώνεται πολύς κόσμος αλλά γιατί εκεί υπάρχει ο χορός -και ιδιαίτερα ο κυκλικός χορός, που εκφράζει την ενότητα και τη δύναμη της κοινότητας. Εκεί ο άνθρωπος εξωτερικεύει τα συναισθήματά του μέσα από τον στίχο, τη μουσική και την κίνηση. Υπάρχει μια βαθύτερη επικοινωνία των ανθρώπων. Για μένα η διασκέδαση χωρίς χορό είναι ανούσια.
Πόσο καθοριστικά ήταν τα παιδικά σας βιώματα για όσα ακολούθησαν;
Μεγάλωσα στην Κοζάνη, όπου εγκαταστάθηκαν πολλοί Πόντιοι από τη Ματσούκα, την περιοχή από την οποία κατάγεται η οικογένειά μου. Η Ματσούκα, επειδή ήταν ορεινή περιοχή, διατήρησε πολύ έντονα μουσικά στοιχεία και παραδόσεις. Οι άνθρωποι εκεί ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι και η μουσική αποτελούσε βασικό κομμάτι της ζωής τους. Αυτά τα στοιχεία μεταφέρθηκαν αργότερα και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στα χωριά της Κοζάνης.
Εγώ είχα την τύχη να μεγαλώσω μέσα σε ένα σπίτι όπου οι γονείς μου μιλούσαν μόνο ποντιακά. Η γιαγιά μου, που έμενε μαζί μας, ήταν ουσιαστικά το «φροντιστήριο» της γλώσσας. Από μικρός άκουγα ιστορίες, τραγούδια και αφηγήσεις από την πατρίδα. Με τον αδερφό μου, ακόμη και σήμερα, όταν βρισκόμαστε μιλάμε ποντιακά. Όλα αυτά δεν ήταν απλώς αναμνήσεις. Ήταν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής.
Θυμάμαι επίσης τα «μουχαπέτια» στα καφενεία, όπου οι μεγαλύτεροι τραγουδούσαν, συζητούσαν και μοιράζονταν ιστορίες. Εκεί αποθήκευσα, χωρίς να το καταλαβαίνω τότε, έναν τεράστιο πλούτο εικόνων και βιωμάτων. Νομίζω ότι όλα αυτά διαμόρφωσαν τη σχέση μου με την παράδοση πολύ πριν ασχοληθώ επαγγελματικά με τη μουσική.
Θυμάστε την πρώτη στιγμή που νιώσατε ότι η ποντιακή μουσική δεν ήταν απλώς οικογενειακή παράδοση αλλά προσωπική σας ανάγκη;
Νομίζω ότι αυτό συνέβη όταν ξεκίνησα να μαθαίνω λύρα. Στην αρχή οι δικοί μου μού είχαν πάρει ένα αρμόνιο αλλά δεν κατάφερα ποτέ να συνδεθώ με αυτό το όργανο. Στο σπίτι μας όμως υπήρχε λύρα, γιατί είχαμε συγγενή κατασκευαστή. Εκείνη την εποχή δεν έβρισκες εύκολα λυράρηδες ή κατασκευαστές.
Ξεκίνησα δειλά παρακολουθώντας πρώτα τον αδερφό μου, που μάθαινε λύρα. Σιγά -σιγά άρχισα να γοητεύομαι όλο και περισσότερο από αυτόν τον ήχο. Εκεί κατάλαβα ότι η ποντιακή μουσική ήταν κάτι που με γέμιζε βαθιά. Ένιωθα ότι ολοκληρωνόμουν μέσα από αυτήν.
Θυμάμαι ότι οι συμμαθητές μου τότε άκουγαν ξένη μουσική. Μιλούσαν για Cure, U2 και Rolling Stones κι εγώ δεν ήξερα σχεδόν τίποτα από αυτά. Ήμουν πάντα εκτός της συζήτησης. Το μόνο που γνώριζα πραγματικά ήταν η ποντιακή μουσική. Και όσο μεγάλωνα, καταλάβαινα ότι αυτό δεν ήταν μειονέκτημα αλλά η δική μου αλήθεια.
Ήρθατε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Πώς έγινε και τελικά σας κέρδισε η μουσική;
Πριν ακόμη έρθω στη Θεσσαλονίκη είχα ήδη αρχίσει να τραγουδώ σε μαγαζιά της Κοζάνης και της δυτικής Μακεδονίας. Στο χωριό της μητέρας μου, τα Αλωνάκια Κοζάνης, τραγουδούσα στο κέντρο «Ακρίτας» και σιγά -σιγά άρχισε ο κόσμος να με γνωρίζει ως ένα νέο παιδί που τραγουδούσε ποντιακά.
Το 1989 ήρθα στη Θεσσαλονίκη για σπουδές αλλά ήδη είχα πολλές γνώσεις γύρω από την ποντιακή παράδοση, ιδιαίτερα για το μουσικό ιδίωμα της Ματσούκας και τα ποντιακά στιχάκια. Πολύ γρήγορα συνδέθηκα με τον Σύλλογο Ποντίων Φοιτητών και Σπουδαστών Θεσσαλονίκης. Εκεί δημιουργήθηκε ένας πολύ δυνατός πυρήνας νέων ανθρώπων που πίστευαν βαθιά στην αυθεντική ποντιακή παράδοση. Εκείνη την εποχή κυριαρχούσε περισσότερο μια «νέο – ποντιακή» αισθητική, με τραγούδια πιο εμπορικά και πιο κοντά στη λογική των σουξέ. Εγώ όμως πήγαινα προς τη ρίζα. Όχι επειδή το σχεδίασα στρατηγικά, αλλά γιατί αυτό ήξερα και αυτό εξέφραζα.

Συνδεθήκατε στενά με τον βάρδο του ποντιακού πολιτισμού Χρύσανθο Θεοδωρίδη… Ποια είναι η κληρονομιά του;
Η παρουσία του Χρύσανθου Θεοδωρίδη στη ζωή μου υπήρξε σημαντική και καθοριστική. Από την πρώτη στιγμή με αγκάλιασε και θέλησε να με βοηθήσει. Την περίοδο εκείνη ήμουν ο μικρότερος ηλικιακά τραγουδιστής στον χώρο.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως στην πρώτη μας συνάντηση τον αποκάλεσα «θείο», κάτι που εκτίμησε ιδιαίτερα γιατί θεώρησε ότι έχω αρχές και αξίες από την ποντιακή κουλτούρα.
Το 1990 προέκυψε μια πρόταση από την Αθήνα, όπου τραγούδησα για περίπου έναν χρόνο. Όταν επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη, ο Χρύσανθος ο οποίος πίστευε σ εμένα, μεσολάβησε να πάω στον «Ξενιτέα», ένα ιστορικό ποντιακό μαγαζί της εποχής. Μετά από εκεί η καριέρα μου ακολούθησε μία ανοδική πορεία.
Η πρώτη σας δισκογραφική δουλειά, το «Καπίκιοϊ», κυκλοφόρησε όταν ήσασταν ακόμη πολύ νέος. Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;
Ήταν μια παραγωγή που έγινε μαζί με τον Σύλλογο Ποντίων Φοιτητών και Σπουδαστών Θεσσαλονίκης στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεν υπήρχε εταιρεία από πίσω. Το κάναμε μόνοι μας, με μεράκι και αγάπη. Μέσα από εκείνη τη δουλειά άρχισε να με γνωρίζει περισσότερο ο κόσμος.
Μέχρι σήμερα έχω ηχογραφήσει εννιά προσωπικούς δίσκους με παραδοσιακά τραγούδια του Πόντου ως συνθέτης και στιχουργός, ενώ έχω συμμετάσχει σε πολλές δισκογραφικές παραγωγές. Είναι μεγάλη μου χαρά επίσης να βλέπω τραγούδια μου να ερμηνεύονται και από άλλους πόντιους τραγουδιστές.
Είναι ο ίδιος ο ποντιακός παλμός στην Ελλάδα και το εξωτερικό;
Υπάρχει το ίδιο πάθος παντού όπου υπάρχουν πόντιοι. Ειδικά στη Γερμανία, όπου ζει μεγάλος αριθμός ανθρώπων ποντιακής καταγωγής, η σχέση με την παράδοση είναι πολύ έντονη. Θα έλεγα μάλιστα ότι σήμερα η Γερμανία αποτελεί μία από τις πιο ισχυρές εστίες της ποντιακής μουσικής παράδοσης.
Το ίντερνετ έπαιξε τεράστιο ρόλο σε αυτό. Πλέον μπορείς να βρεθείς σε ένα αυθεντικό ποντιακό μουχαπέτι στη Γερμανία, τον Καναδά ή την Αυστραλία και να νιώσεις σαν να βρίσκεσαι στην Ελλάδα. Οι πόντιοι της διασποράς δεν ξέχασαν ποτέ τις ρίζες τους. Αντίθετα, πολλές φορές τις κρατούν ακόμη πιο δυνατά.
Η εποχή των social media και του TikTok αλλάζει τον τρόπο που ακούμε μουσική. Πιστεύετε ότι η ποντιακή παράδοση θα επιβιώσει;
Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Δεν μπορούμε να τη σταματήσουμε. Παρ’ όλα αυτά είμαι πολύ αισιόδοξος. Θεωρώ ότι η ποντιακή μουσική περνά σήμερα μία περίοδο ακμής. Αν πάτε στα πανηγύρια, θα δείτε ότι οι περισσότεροι είναι νέοι άνθρωποι. Αυτά τα παιδιά θα πάρουν αυτή τη μουσική και θα τη μεταφέρουν στο μέλλον.
Φυσικά θα αλλάξουν τα ηχοχρώματα, οι εικόνες και ο τρόπος έκφρασης. Όμως ο πυρήνας θα παραμείνει. Όλα θα είναι αλλιώς αλλά θα είναι πάλι Πόντος.

Τι αλλαγές έχετε δει στην ποντιακή μουσική σκηνή από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα;
Τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές του ’90 υπήρχε περισσότερο η «νεοποντιακή» τάση. Στη συνέχεια όμως άρχισε μια δυνατή επιστροφή προς την παράδοση. Αυτή η προσπάθεια βρήκε πολλούς αποδέκτες και δημιούργησε ένα κλίμα που κρατά μέχρι σήμερα. Φυσικά γράφονται και νέα τραγούδια -και πρέπει να γράφονται. Το σημαντικό είναι ότι στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην παράδοση και δεν απομακρύνονται εντελώς από αυτήν. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η γλώσσα. Η ποντιακή διάλεκτος είναι βιωματική. Δεν μαθαίνεται εύκολα μέσα από βιβλία. Γίνονται προσπάθειες ακόμη και στα πανεπιστήμια αλλά φοβάμαι ότι όσο περνούν τα χρόνια η γλώσσα χάνεται σιγά-σιγά, γιατί δεν μιλιέται μέσα στα σπίτια όπως στα δικά μου χρόνια.
Συνεργαστήκατε με καλλιτέχνες όπως ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος, η Ευανθία Ρεμπούτσικα, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Βασίλης Σκουλάς. Τι σας έδωσαν αυτές οι συναντήσεις;
Πάντα δήλωνα αμιγώς πόντιος καλλιτέχνης. Μου άρεσαν όμως και οι δημιουργικές «ακροβασίες», οι συναντήσεις δηλαδή με άλλους μουσικούς κόσμους, αρκεί να μη χάνεται η ταυτότητά μου.
Η πρώτη μεγάλη έξοδος προς το έντεχνο τραγούδι έγινε το 1998 με τον δίσκο «Υάκινθος» του Μάνου Αχαλινωτόπουλου. Τότε συμμετείχα και σε συναυλίες και μουσικές σκηνές της Αθήνας δίπλα σε σημαντικούς ερμηνευτές του έντεχνου χώρου. Η «Ηλιογέννητη» ήταν ένα τραγούδι που με άγχωσε πολύ στην αρχή, γιατί ήταν κάτι διαφορετικό από όσα είχα κάνει μέχρι τότε. Όταν όμως είδα πόσο αγαπήθηκε από τον κόσμο, κατάλαβα ότι αυτές οι μουσικές συναντήσεις μπορούν να ανοίξουν νέους δρόμους χωρίς να σε απομακρύνουν από τις ρίζες σου.
Αργότερα ήρθαν οι συνεργασίες με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο, την Ευανθία Ρεμπούτσικα και τον Χρήστο Παπαδόπουλο. Μέσα από αυτές γνώρισα διαφορετικές μουσικές προσεγγίσεις και τρόπους σκέψης. Η συμμετοχή μου στη δουλειά «Αυτή η γη έχει φωνή» αλλά και η κοινή ερμηνεία με τον Βασίλη Σκουλά, ήταν από τις στιγμές που ένιωσα πιο έντονα ότι ο Πόντος και η Κρήτη έχουν βαθιά συγγένεια, όχι μόνο μουσική αλλά και ανθρώπινη.
Ξεχωριστή εμπειρία ήταν και η συμμετοχή μου στη διεθνή παραγωγή «Sacred Imaginations» με τους Susheela Raman και Sam Mills, όπου συναντήθηκαν στοιχεία από τη βυζαντινή και ανατολική χριστιανική μουσική με τη σύγχρονη σύνθεση, αναδεικνύοντας σπάνιες φωνητικές και οργανικές τεχνικές σε παραστάσεις στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Εκεί καταλαβαίνεις πως η μουσική μπορεί να ξεπεράσει σύνορα και γλώσσες.
Και φυσικά κορυφαία στιγμή για μένα ήταν η συνεργασία με τον Σταύρο Ξαρχάκο στην παράσταση «Από τον Πόντο ως την Κρήτη». Ο Σταύρος Ξαρχάκος είναι μια σπουδαία προσωπικότητα και μόνο η παρουσία του σε κάνει να θέλεις να γίνεις καλύτερος. Όλες αυτές οι συνεργασίες μού έδωσαν εμπειρίες, γνώσεις και νέες εικόνες, χωρίς όμως ποτέ να με κάνουν να ξεχάσω ποιος είμαι και ποιο είδος μουσικής υπηρετώ.
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι νέοι επιστρέφουν σήμερα στη λύρα και το ποντιακό τραγούδι;
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Παλιά γνωρίζαμε σχεδόν όλους τους λυράρηδες με το όνομά τους. Σήμερα υπάρχουν χιλιάδες παιδιά που παίζουν λύρα. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα όργανα που κινδύνευαν να χαθούν.
Θυμάμαι ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’90 υπήρχαν ελάχιστοι άνθρωποι που έπαιζαν αγγείο. Σήμερα υπάρχουν δεκάδες και μάλιστα νέοι άνθρωποι που παίζουν εξαιρετικά. Έχουν σωθεί όργανα, τεχνικές και παιξίματα που φοβόμασταν ότι θα χαθούν.
Η ποντιακή μουσική έχει δυνατότητες να συνομιλήσει με άλλες μουσικές κουλτούρες;
Φυσικά και μπορεί να συνομιλήσει με άλλες μουσικές. Χρειάζεται όμως προσοχή ώστε να μη χαθεί το ύφος και η γοητεία της. Οι εποχές αλλάζουν πολύ γρήγορα και αυτό απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη από όσους υπηρετούν αυτή τη μουσική.
Τελικά, τι είναι αυτό που κρατά ζωντανή την ποντιακή μουσική μέσα στον χρόνο;
Νομίζω ότι μας αγαπάει ο Θεός. Με τόσους διωγμούς, μετακινήσεις και δυσκολίες, το γεγονός ότι η ποντιακή γλώσσα και μουσική παραμένουν ζωντανές ύστερα από χιλιάδες χρόνια είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Αυτό είναι που μας κρατά.

INFO
«ΒΑΚΧΑΙ ΦΕΣΤ 2026»
Μονή Λαζαριστών | Σάββατο 6 Ιουνίου 2026
Ώρα προσέλευσης:18:00 | Ώρα έναρξης: 18:30
Συμμετέχουν:
Αλέξης Παρχαρίδης (Πόντος)
Μανώλης Κονταρός (Κρήτη)
Πέτρος Χαλκιάς με τα Αδέλφια Κόντη (Ήπειρος)
Ξέφραγο Αμπέλι (Νησιά)
Bronza Banda (Μακεδονία)
Παραγωγή: Εταιρεία Τέχνης και Πολιτισμού «ΒΑΚΧΑΙ»
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
Πηγή: thitanews.gr




