Του Ανδρέα Καψαμπέλη
«Ίσως σύντομα να ταξιδέψουμε πάλι μαζί σε πιο όμορφες θάλασσες». Η φράση του Αλέξη Τσίπρα, με την οποία συνοδεύει την παραίτησή του από βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, είναι όμορφη, σχεδόν λυρική. Δίνει μια αίσθηση επανεκκίνησης, νοσταλγίας, συλλογικής πορείας. Ίσως και κάποιου ποιητικού ρομαντισμού που θα μπορούσε να έχει και ελπίδα, αν δεν είχε προηγηθεί όλο το προηγούμενο ταξίδι…
Σε τέτοιες στιγμές, δύσκολο να μη θυμηθεί κανείς τον Κωνσταντίνο Καβάφη: «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα…» Μόνο που, όπως ήξερε ο ποιητής, ούτε η γη αλλάζει ούτε η θάλασσα. Ούτε φυσικά η πόλη που κουβαλάμε μέσα μας. Το ίδιο και οι επιλογές και οι ευθύνες. Μάλλον, λοιπόν, δεν φταίει η θάλασσα.
Ο Οδυσσέας Ελύτης, πιο λιτός αλλά και πιο σαφής, έγραφε: «Θάλασσα, και πίκρα μου, και θάλασσα…» Κι αν αυτές είναι οι «πιο όμορφες θάλασσες» που μας περιμένουν στο επόμενο ταξίδι, ίσως αξίζει να μείνουμε στην ξηρά. Το στομάχι δεν αντέχει άλλες φουρτούνες. Και κάποτε, στη «Λιλιπούπολη» του Μάνου Χατζιδάκι, το παιδικό στόμα είπε: «Θάλασσα που ‘γινες αίμα και πίσσα». Όχι μεταφορά αυτή – κυριολεξία. Γιατί κάποιες θάλασσες πέρασαν πάνω από ανθρώπους. Με πραγματικό κόστος. Πριν γίνουν ποιητική πρώτη ύλη.
Ο Γιάννης Αγγελάκας είχε μια εύστοχη ερώτηση: «Ποια θάλασσα σε ταξιδεύει; Ποιο κύμα σ’ ανεβάζει ψηλά;» Και η απορία παραμένει: ποια είναι η θάλασσα αυτή που τόσο συχνά επιστρέφει στον πολιτικό λόγο ως υπόσχεση; Μήπως είναι η ίδια που πνίγει τα ναυάγια των προηγούμενων;
Ο Μάνος Ελευθερίου ήταν πιο ρομαντικός: «Θάλασσα πλατιά, σ’ αγαπώ γιατί μοιάζεις μ’ αγάπη παλιά». Κι αυτή η παλιά αγάπη όντως υπάρχει. Αλλά, όπως οι περισσότερες παλιές αγάπες, ζει περισσότερο στη μνήμη παρά στην πραγματικότητα. Ίσως όπως και πολλές πολιτικές υποσχέσεις.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε γράψει: «Κάτω απ’ τη θάλασσα, μέσα στο κύμα…» Άλλοι ταξιδεύουν πάνω απ’ τα κύματα, επιφανειακά. Οι πολλοί παλεύουν κάτω απ’ το νερό. Με κουπιά, με σωσίβια ή και με τα χέρια, γιατί δεν έμαθαν να ταξιδεύουν με ωραίες λέξεις – μόνο να τις ακούνε…
Ο Νίκος Καββαδίας κοιτούσε τη θάλασσα «τη μαύρη» από ψηλά. «Όχι όμορφη – απλώς γνωστή». Μια φράση που θυμίζει πως η επανάληψη δεν εγγυάται πάντα πρόοδο. Μπορεί απλώς να είναι… επανάληψη. Τέλος, ο Γιάννης Ρίτσος έγραφε: «Η θάλασσα είναι πικρή και δεν ξεδιψάει». Όντως, ταξίδια γίνονται και ρότες αλλάζουν. Αλλά η δίψα για κάτι ουσιαστικότερο, λιγότερο συμβολικό και περισσότερο χειροπιαστό, επιμένει.
Εν κατακλείδι, πριν βιαστούμε να ανέβουμε ξανά στο καράβι, ας ρίξουμε μια ματιά στο ημερολόγιο καταστρώματος του προηγούμενου ταξιδιού. Και ας ελέγξουμε καλύτερα ποιος κρατάει το τιμόνι – ή, έστω, ποιος νομίζει ότι το κρατάει…





Πιο εύκολο το νοστιμο ημαρ μεσω θαλάσσης εξ αρχαιοτάτων χρόνων καθ οτι στη ξηρά βούρκοι ,έλη,φέουδα πολιτικά και παράνομα , ήταν εμπόδια. Μονο οι θεοι μπορούν να το μετατρέψουν σε Οδύσσεια.Καλή νοσταλγία λοιπον!
Επειδή ο Τσίπρας , μεταξύ των άλλων , είναι και αγράμματος , δανείστηκε απ’ τον Ναζίμ Χικμέτ , την “πιό όορφη θάλασσα”
Μα γιατί να πάμε μαζί σε άλλες θάλασσες; Δεν μπορούμε να πάμε με άλλο καπετάνιο; Θα πήγαινε ποτέ κάποιος με τον ίδιο καπετάνιο που δεν άντεξε στις φουρτούνες; Και αυτό το μαζί εμένα μου λέει ότι ο καθένας το λέει για την πάρτη του. Αυτός θέλει πάλι να είναι στη χλιδή, αυτό θέλει και χέστηκε για τους υπόλοιπους. Η εξουσία φθείρει και όποιος την αγξαλιζει δεν θέλει να την αφήσει.
απορία
στην φωτογραφία κοιμάται με ανοιχτά;
βρίσκεται αλλού;
διαλογιζεται σε άμεση επαφή με κανένα εξωγήινο;
πάντως το μόνο σίγουρο δεν βρίσκεται να είναι εκεί που τον έβγαλαν φωτογραφία