Του Νίκου Καραχάλιου*
Αν στο πρώτο μέρος επιχειρήσαμε να αναδείξουμε τη σημασία μιας συγκεκριμένης πολιτικής στάσης απέναντι στους θεσμούς, στο δεύτερο οφείλουμε να απομακρυνθούμε από την επικαιρότητα. Γιατί η ποιότητα μιας Δημοκρατίας δεν κρίνεται από μία μόνο υπόθεση, μία μόνο κυβέρνηση ή έναν μόνο Πρωθυπουργό. Κρίνεται από το αν οι θεσμοί της παραμένουν ισχυρότεροι από την εκάστοτε εξουσία.
Η Ιστορία διδάσκει ότι οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα σπάνια καταρρέουν απότομα. Δεν προηγούνται πάντοτε πραξικοπήματα, στρατιωτικοί νόμοι ή κατάλυση του Συντάγματος. Πολύ συχνότερα προηγείται μια αργή, σχεδόν αδιόρατη, θεσμική φθορά. Οι θεσμοί εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά χάνουν σταδιακά την αξιοπιστία τους. Οι νόμοι εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά η κοινωνία αμφιβάλλει ότι εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Αυτή η διαδικασία περιγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως θεσμική διάβρωση (institutional erosion).
Η Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα σύστημα εκλογής κυβερνήσεων. Είναι ένα σύστημα περιορισμού της εξουσίας.
Ο Μοντεσκιέ διατύπωσε ήδη από τον 18ο αιώνα τη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ο Alexis de Tocqueville παρατήρησε ότι η αντοχή μιας δημοκρατίας δεν εξαρτάται μόνο από τους νόμους αλλά και από την πολιτική κουλτούρα των πολιτών. Ο Robert Dahl εξήγησε ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν εξαντλείται στις εκλογές, αλλά απαιτεί συνεχή λογοδοσία, ελευθερία ελέγχου και πραγματική ισότητα απέναντι στους κανόνες. Πιο πρόσφατα, ο Larry Diamond υπογράμμισε ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν απειλούνται τόσο από εξωτερικούς εχθρούς όσο από την εσωτερική αποδυνάμωση των θεσμών τους.
Όλοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα.
Η δύναμη μιας Δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από το ποιος κυβερνά.
Μετριέται από το ποιος μπορεί να ελέγχει αυτόν που κυβερνά.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η διαφθορά.
Η κοινή αντίληψη τη συνδέει σχεδόν αποκλειστικά με φακελάκια, μίζες ή οικονομικά εγκλήματα. Αυτή όμως είναι μόνο η επιφάνεια του προβλήματος.
Η πραγματική διαφθορά είναι βαθύτερη.
Είναι η στιγμή κατά την οποία οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους.
Είναι η στιγμή που η προσωπική γνωριμία θεωρείται αποτελεσματικότερη από τη θεσμική διαδικασία.
Είναι η στιγμή που η πρόσβαση αντικαθιστά το δικαίωμα.
Και τότε η ζημιά παύει να είναι οικονομική.
Γίνεται δημοκρατική.
Γι’ αυτό και η Transparency International επιμένει διαχρονικά ότι η διαφθορά δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόβλημα. Υπονομεύει την ανάπτυξη, διευρύνει τις ανισότητες, αποδυναμώνει τη λογοδοσία και διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος. Οι χώρες με χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς εμφανίζουν σταθερά υψηλότερη αντίληψη διαφθοράς, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματός τους.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τον ΟΟΣΑ.
Στις πρόσφατες μελέτες του για τη δημόσια διακυβέρνηση, ο Οργανισμός υπογραμμίζει ότι η εμπιστοσύνη αποτελεί τον σημαντικότερο “θεσμικό κεφάλαιο” μιας χώρας. Όταν οι πολίτες δεν πιστεύουν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με διαφάνεια και ισονομία, μειώνεται η φορολογική συμμόρφωση, περιορίζεται η συμμετοχή στα κοινά και ενισχύεται ο πολιτικός κυνισμός.
Το Ευρωβαρόμετρο καταγράφει επίσης μια σταθερή ευρωπαϊκή τάση.
Η μεγάλη πλειονότητα των Ευρωπαίων θεωρεί ότι η διαφθορά εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ενώ σημαντικό ποσοστό αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών στην αντιμετώπισή της.
Αξίζει όμως να γίνει μία κρίσιμη διευκρίνιση.
Οι έρευνες αυτές δεν μετρούν μόνο πόσα περιστατικά διαφθοράς υπάρχουν.
Μετρούν κυρίως κάτι πολύ πιο σημαντικό:
την αντίληψη των πολιτών για το αν οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια.
Και η αντίληψη αυτή είναι πολιτικά καθοριστική.
Διότι οι δημοκρατίες στηρίζονται στην εμπιστοσύνη.
Όχι στην εμπιστοσύνη προς μία κυβέρνηση.
Αλλά στην εμπιστοσύνη ότι οι θεσμοί θα λειτουργήσουν ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά.
Ακριβώς γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της ετήσιας Έκθεσης για το Κράτος Δικαίου, δεν αξιολογεί μόνο τη νομοθεσία των κρατών-μελών. Αξιολογεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την ποιότητα των ελεγκτικών μηχανισμών, τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών, την ελευθερία του Τύπου και τις δικλίδες λογοδοσίας.
Αντίστοιχα, η GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης υπενθυμίζει διαρκώς ότι η αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν εξαντλείται στην αυστηροποίηση των ποινών. Προϋποθέτει θεσμούς που λειτουργούν προληπτικά, διαφανείς διαδικασίες και κουλτούρα ακεραιότητας στη δημόσια διοίκηση.
Θεσμούς για τους οποίους και μόνο η αναφορά σε αυτούς κάνει τον μέσο πολίτη να βαριέται..
Όλα αυτά οδηγούν σε ένα συμπέρασμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα.
Η μεγαλύτερη απειλή για μια Δημοκρατία δεν είναι η ύπαρξη περιστατικών διαφθοράς.
Καμία χώρα δεν είναι απολύτως απαλλαγμένη από αυτά.
Η πραγματική απειλή εμφανίζεται όταν η κοινωνία παύει να πιστεύει ότι η διαφθορά μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Όταν ο πολίτης λέει:
“Έτσι λειτουργεί το Σύστημα.”
“Παντού τα ίδια συμβαίνουν…”
“Πάντα τα ίδια δεν γινόντουσαν..;”
“Όλοι ίδιοι δεν είναι..;”
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η διαφθορά παύει να είναι μια παράνομη συμπεριφορά.
Μετατρέπεται σε κοινωνική κανονικότητα.
Και η κανονικότητα αυτή παράγει δύο εξίσου επικίνδυνα αποτελέσματα.
Από τη μία πλευρά, αποθαρρύνει τους έντιμους πολίτες. Δημιουργεί την αίσθηση ότι η αξιοκρατία αποτελεί εξαίρεση και όχι κανόνα.
Από την άλλη, δημιουργεί μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι σε κάθε θεσμό. Η Δικαιοσύνη, η Δημόσια Διοίκηση, τα πολιτικά κόμματα, ακόμη και οι ανεξάρτητες αρχές, αντιμετωπίζονται συλλήβδην με καχυποψία.
Αυτό είναι το πραγματικό κόστος της διαφθοράς.
Δεν μετριέται μόνο σε ευρώ.
Μετριέται σε χαμένη εμπιστοσύνη.
Σε μειωμένη συμμετοχή.
Σε ενισχυμένο λαϊκισμό.
Σε αποχή από τις εκλογές.
Σε αμφισβήτηση της ίδιας της Δημοκρατίας.
Γι’ αυτό η διαφθορά δεν αποτελεί απλώς ένα πρόβλημα χρηστής διοίκησης.
Αποτελεί πρόβλημα δημοκρατικής ποιότητας.
Και γι’ αυτό η μεγαλύτερη νίκη της δεν είναι να μείνει ατιμώρητη.
Η μεγαλύτερη νίκη της είναι να γίνει αποδεκτή.
Η διαφθορά δεν θριαμβεύει πια όταν αποκαλύπτεται. Θριαμβεύει όταν παύει να εκπλήσσει!
Και όταν παύει να εκπλήσσει, έχει ήδη -δυστυχώς- κερδίσει τη σημαντικότερη μάχη…
Έχει πείσει την κοινωνία ότι δεν υπάρχει εναλλακτική..!
Είναι όμως πράγματι αυτή η εικόνα που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα ή πρόκειται για μια υπερβολική εκτίμηση;
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στις κυβερνητικές ανακοινώσεις ούτε στις αντιπολιτευτικές καταγγελίες.
Βρίσκεται στους ίδιους τους πολίτες.
Στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα σας παρουσιάσουμε τα ευρήματα μιας πρωτογενούς ποσοτικοποιοτικής έρευνας του Forum2020.gr, τα οποία επιχειρούν να απαντήσουν στο πιο κρίσιμο ερώτημα: πώς αντιλαμβάνονται οι Έλληνες τη διαφθορά, τους θεσμούς και την ποιότητα της Δημοκρατίας σήμερα.
Και γιατί αν τα αντιλαμβάνονται δεν αντιδρούν δυναμικά,
αλλά υφίστανται τις συνέπειες παθητικά…
*Πρόεδρος forumgreece.org
Το Α’ Μέρος: Η Δημοκρατία δεν γιορτάζεται. Δοκιμάζεται! (Μέρος Α΄ – Η στιγμή που η ανομία γίνεται κανονικότητα)




