Του Μανώλη Κοττάκη
Ο Ιούλιος απεδείχθη ότι είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων μήνας, καθώς σχηματοποιήθηκε σε πρώτη φάση η στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας στον δρόμο προς τις εκλογές οψέποτε διεξαχθούν αυτές.
Σχηματοποιήθηκε επίσης η νέα ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, η οποία θα αναλαμβάνει εφεξής τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος θα εμφανίζεται ως ο… μετριοπαθής Πόντιος Πιλάτος του πολιτικού συστήματος που πολεμά την… τοξικότητα.
Σχηματοποιήθηκε, τέλος, και το ύφος της προεκλογικής εκστρατείας της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο εμφανίζεται προς τα έξω ως επιθετικό, αλλά στην ουσία, αν αφαιρέσουμε την οξύτητα των διατυπώσεων, θα διαπιστώσουμε ότι είναι καθαρά αμυντικό. Στη λογική τού «φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς, φταίνε κι οι άλλοι». Ότι «είμαστε κι εμείς διεφθαρμένοι, είστε κι εσείς, είναι κι οι άλλοι». Και πως «αν δεν καθίσετε ήσυχοι», όπως δήλωσε μπροστά σε τηλεοπτικό μικρόφωνο ο εξ απορρήτων δημοσιογράφος ενός υπουργού, τότε «δεν θα καθίσουμε ούτε κι εμείς».
Στην ουσία, γίνονται τεράστια νομικά άλματα που κατατείνουν στη διατύπωση δημόσιων εκβιασμών για να μη βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο η φιλελεύθερη παράταξη στην προεκλογική περίοδο απολογούμενη για τα σκάνδαλά της. Απειλές διατυπώνονται για να κλείσουν στόματα. Απειλές διατυπώνονται από κάποιους τους οποίους ολόκληρη η επιχειρηματική αγορά θεωρεί βαριά διεφθαρμένους. Και βεβαίως επιλέγονται υψηλοί ακροδεξιοί τόνοι προκειμένου να συσπειρωθεί το πόπολο εναντίον του κομμουνιστικού «εχθρού» για να μην του μείνει χρόνος να αξιολογήσει τι συνέβη και τι δεν συνέβη αυτήν την επταετία.
Όσα ζούμε είναι εξαιρετικά διδακτικά. Πρώτα ακούσαμε πρώην υπουργό να διατυπώνει το «νομικό» επιχείρημα ότι η επωνυμία ενός κόμματος λειτουργεί ως παρότρυνση σε βία και ότι αυτός που επέλεξε την επωνυμία αυτού του κόμματος είναι ο ηθικός αυτουργός σε μία ποινική πράξη με την οποία εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να έχει καμία σχέση. Τα γκαζάκια. Όσο κι αν αντιπαθούμε και αποστρεφόμαστε αυτόν τον πολιτικό εναντίον του οποίου διατυπώθηκε αυτή η κατηγορία, μεγαλύτερη νομική βαρβαρότητα από αυτήν δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Μετά ακούσαμε από πολιτικό πρόσωπο, το οποίο ωρυόταν μπροστά στις κάμερες στο παρελθόν πως είναι θύμα σκευωρίας όταν κατηγορήθηκε ότι «τα έπιανε» από εταιρία, να κάνει ακριβώς το ίδιο: να κατηγορεί πολιτικό αρχηγό ότι χρηματίστηκε επειδή ψηφίστηκαν από το Κοινοβούλιο νέες διατάξεις για τον Ποινικό μας Κώδικα. Δεν αποκλείεται να συνέβη αυτό, όπως δεν αποκλείεται κατά τον ίδιο τρόπο σκέψης (υπόθεση εργασίας με βάση το επιχείρημα) να χρηματίζεται και ο πολιτικός του προϊστάμενος όταν νομοθετεί αντίστοιχες διατάξεις σήμερα για το ακαταδίωκτο των τραπεζών.
Με τη λογική ότι, επειδή κάποιος γλιτώνει την ποινική διαδικασία με νομοθετική ρύθμιση, μπορεί να διατυπωθεί το επιχείρημα ότι και ο Τσίπρας χρηματίστηκε, και ο Μητσοτάκης χρηματίστηκε. Ο ένας για τους Κώδικες και ο άλλος για τους τραπεζίτες. Μπορεί να το αποδείξει όμως; Η βάσανος του ποινικού νόμου χρειάζεται τις αποδείξεις.
Το οποίο σημαίνει ότι, όταν λες ότι ο Τσίπρας χρηματίστηκε, αυτό είναι εξόχως ενδιαφέρον, μας κινείς την περιέργεια να μάθουμε αν ισχύει, αλλά πρέπει να μας πεις από ποιον χρηματίστηκε, για ποιον λόγο χρηματίστηκε, τα τεκμήρια του χρηματισμού και τα λοιπά. Αυτό σημαίνει κράτος δικαίου.
Το ίδιο πράγμα θα ίσχυε αν έλεγε κάτι σχετικό για τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και για τη νομοθέτηση του ακαταδίωκτου των τραπεζιτών που είναι νομοθετική πρωτοβουλία αντίστοιχης σημασίας. Όποιος βγει να πει ότι ο πρωθυπουργός χρηματίστηκε τότε πρέπει να πει από ποιον τραπεζίτη χρηματίστηκε και με ποιον τρόπο χρηματίστηκε. Αυτός είναι ο δρόμος.
Γίνεται αντιληπτό ότι στη φάση που έχει μπει η πολιτική αντιπαράθεση οι ευθείες επιθέσεις πολιτικών κατά πολιτικών χωρίς αποδείξεις ότι δωροδοκήθηκαν βάζει τη χώρα σε μια καινούργια πίστα. Από την οποία όσοι μπουν μπροστά στο τέλος θα βγουν από τις μετωπικές σκόνη και θρύψαλα. Αδιακρίτως.
Επειδή οι πρωταγωνιστές το ξέρουν αυτό, είναι προφανές ότι λειτουργούν προληπτικά για να γλιτώσουν τυχόν καταγγελίες για σκάνδαλα με συγκεκριμένες αποδείξεις μέσα στην προεκλογική περίοδο.
Ωστόσο, η ομερτά αυτή που επιδιώκεται να επιβληθεί μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Μπορεί πράγματι κάποιοι να σιωπήσουν για να μη γίνει κι αυτή η συζήτηση, ωστόσο επαναφέρει και υπενθυμίζει με πάσα επισημότητα το ζήτημα της διαφθοράς, το οποίο η κυβέρνηση τόσο προσπάθησε να εξαφανίσει από τη δημόσια συζήτηση. Τώρα το υπογραμμίζει.
Και στη συνείδηση των πολιτών, οι οποίοι, για να δικάσουν τις κυβερνήσεις πίσω από το παραβάν, δεν χρειάζονται την προσκόμιση αποδείξεων, αλλά αίσθηση και ένστικτο, αυτό λειτουργεί ακόμα και ως πρόκληση.
Στην ίδια λογική της στρατηγικής της υστερίας εντάσσεται και η κατακόρυφη αύξηση των τόνων από μία σειρά φιλόδοξων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας μετά την εκλογή του νέου γενικού γραμματέα του κόμματος Κωνσταντίνου Κυρανάκη στο αξίωμά του.
Παρατηρούμε ότι στελέχη όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Παύλος Μαρινάκης, ο Μάκης Βορίδης συναγωνίζονται μάλλον αγχωμένα σε οξύτητα τον νεαρό γραμματέα του κόμματος, ο οποίος με την παρουσία του άλλαξε την επετηρίδα στην κορυφή της ιεραρχίας και μάλλον ενοχλεί.
Αυτή η τετράδα μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση της συσπείρωσης της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί όμως με τον ανταγωνισμό της να ανατινάξει τη Νέα Δημοκρατία.
Από την ώρα που εμφανίστηκε ο Κωνσταντίνος πάνω στην πίστα, οι άλλοι τρεις δίνουν ρέστα. Ο Άδωνις καταγγέλλει τους διεφθαρμένους , ο Μαρινάκης τους «αλήτες», ο Βορίδης την «ακτιβίστρια» Κοβέσι και πάει λέγοντας. Ο ανταγωνισμός τους, είτε είναι σε συνεννόηση με την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας είτε λειτουργεί με την ανοχή της, δίδει ένα συγκεκριμένο στίγμα στο κόμμα.
Μπορεί να συσπειρώνει σε πρώτη φάση κόσμο, αλλά δημιουργεί στο ευρύτερο εκλογικό σώμα μεγάλες αντισυσπειρώσεις, οι οποίες Κύριος οίδε πού θα συγκεντρωθούν. Όσα λένε οι τέσσερις ακούγονται ως μουσική στα αυτιά στον πτοημένο κόσμο της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται διαρκώς απολογούμενος για πράξεις ή παραλείψεις τους, μπορεί όμως να λειτουργούν και σαν κόκκινο πανί αντισυσπείρωσης σε πλειονότητες που μπορούν να συσπειρωθούν σε απροσδόκητους πολιτικούς χώρους. Ακόμη και συντηρητικούς χώρους.
Υπό αυτήν την έννοια, η στρατηγική της υστερίας μπορεί να δώσει μπόι και σταυρούς σε πολιτικά πρόσωπα που αύριο μπορεί να θελήσουν να πλασαριστούν στην κούρσα διαδοχής της Νέας Δημοκρατίας, αλλά σίγουρα μπορεί να αποτελέσει και μεγάλη στρατηγική ζημιά.
Όχι για την «κεντρώα» φυσιογνωμία του κόμματος. Αλλά για το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία επιτιθέμενη στην ουσία εμφανίζεται διαρκώς απολογούμενη. Σε βάθος χρόνου στις εκλογές, εφόσον συντρέξουν αυτές οι προϋποθέσεις, η πεποίθηση αυτή θα παγιωθεί.
Αυτό δεν αφορά δελφίνους και δελφινάκια που θα πάρουν σταυρούς και σταυρουδάκια, αλλά σίγουρα ενδιαφέρει όλους όσοι παρατηρούν την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος και αποστρέφονται αυτό το είδος του «πολιτεύεσθαι». Θα κάνουν τις τελικές επιλογές τους κι αυτοί.
Πηγή: dimokratia.gr




