Η Ευρώπη αναλαμβάνει τον λογαριασμό του ΝΑΤΟ

Καθώς η παγκόσμια κατανομή ισχύος μεταβάλλεται, οι ΗΠΑ αναγκάζονται να επανεξετάσουν την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας πάνω από την Ευρώπη

Του Εμμανουήλ Μπέζα*

Ευρωπαίοι και κυρίως Αμερικανοί πολιτικοί του Δημοκρατικού Κόμματος που πιστεύουν στη διαχρονική ισχύ του ΝΑΤΟ παρουσιάζουν συχνά τον Ντόναλντ Τραμπ ως έναν απομονωτιστή πρόεδρο που αποδυνάμωσε τις συμμαχικές δομές σε πρωτοφανή βαθμό. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τους συμμάχους των ΗΠΑ προβάλλεται ως απόδειξη αυτής της αντίληψης, ενώ η ιδιοσυγκρασία του θεωρείται η βασική της αιτία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, και ιδιαίτερα εκείνη του Τζο Μπάιντεν, παρουσιάζονται ως οι κατεξοχήν υπερασπιστές των συμμαχιών, της πολυμερούς διπλωματίας και της διατλαντικής τάξης.

Στην περίπτωση της Ευρώπης, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο χαρακτηρισμός του Τραμπ μπορεί να θεωρηθεί βάσιμος. Εκείνος του Μπάιντεν, όμως, είναι πολύ λιγότερο χρήσιμος για την κατανόηση του στρατηγικού μέλλοντος της Ευρώπης.

Οι ΗΠΑ στην Ευρώπη

Το ΝΑΤΟ αποτέλεσε τον στρατιωτικό πυλώνα της αμερικανικής πολιτικής της ανάσχεσης (containment), την οποία διατύπωσε ο διπλωμάτης Τζορτζ Φ. Κέναν. Η στρατηγική αυτή συνοψίζεται στη γνωστή φράση του πρώτου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Χάστινγκς Ισμέι: «Σκοπός του ΝΑΤΟ είναι να κρατά τους Αμερικανούς μέσα, τους Ρώσους έξω και τους Γερμανούς κάτω».

Η μόνιμη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη καθιστούσε οποιαδήποτε σοβιετική επίθεση εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ εξαιρετικά δαπανηρή, καθώς εξασφάλιζε την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ και την παρουσία σημαντικών στρατιωτικών δυνάμεων από την πρώτη στιγμή μιας σύγκρουσης.

Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Μπάιντεν μπορούν εύλογα να υποστηρίξουν ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία άλλαξε ριζικά το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφαλείας. Ωστόσο, αυτό δεν μεταβάλλει δύο θεμελιώδεις πραγματικότητες. Πρώτον, η Ρωσία δεν επιτέθηκε σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, επομένως η συλλογική εγγύηση άμυνας της Συμμαχίας δεν δοκιμάστηκε ποτέ άμεσα. Δεύτερον, η πολιτική της ανάσχεσης δεν στόχευε στην εξάλειψη του γεωπολιτικού ανταγωνισμού, αλλά αναγνώριζε ότι και οι αντίπαλες μεγάλες δυνάμεις διαθέτουν διαχρονικά συμφέροντα ασφαλείας.

Από αυτή την οπτική, η επέκταση του ΝΑΤΟ, ιδίως η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας, δεν αποτέλεσε μόνο μια ρωσική «κόκκινη γραμμή», αλλά και απόκλιση από την αρχική λογική της ανάσχεσης, η οποία βασιζόταν στην αξιόπιστη αποτροπή και όχι στη συνεχή διεύρυνση των αμερικανικών δεσμεύσεων.

Από την ανάσχεση στην υπερεπέκταση

Η πολιτική της ανάσχεσης στηριζόταν σε μια απλή αρχή: οι στρατηγικές επιδιώξεις ενός κράτους πρέπει να συμβαδίζουν με τις δυνατότητές του. Την εποχή του Κέναν, οι ΗΠΑ ανέλαβαν μια συμμαχική αρχιτεκτονική που ανταποκρινόταν τόσο στη διπολική κατανομή ισχύος όσο και στις δυνατότητες που μπορούσαν ρεαλιστικά να υποστηρίξουν.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν στη μοναδική υπερδύναμη του διεθνούς συστήματος. Ήταν, επομένως, λογικό να επεκτείνουν τόσο το γεωπολιτικό τους αποτύπωμα όσο και το ίδιο το ΝΑΤΟ, καθώς δεν υπήρχε αντίπαλο κέντρο ισχύος ανάλογου μεγέθους. Καθώς όμως ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων εξελισσόταν προς μια πολυπολική μορφή, το χάσμα ανάμεσα στις αμερικανικές δεσμεύσεις και τις πραγματικές δυνατότητες διευρυνόταν συνεχώς.

Η διακυβέρνηση Μπάιντεν επιχείρησε να διατηρήσει -και σε ορισμένες περιπτώσεις να διευρύνει ακόμη περισσότερο- τις εγγυήσεις ασφαλείας που είχαν σχεδιαστεί για τη μονοπολική περίοδο, παρά τη σταδιακή υποχώρηση του αμερικανικού μεριδίου στην παγκόσμια ισχύ. Το αποτέλεσμα ήταν η ολοένα μεγαλύτερη απόκλιση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τις δυνατότητες· το χαρακτηριστικό γνώρισμα της στρατηγικής υπερεπέκτασης.

Από αυτή την οπτική, η προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να επανεξετάσει και να περιορίσει τον αμερικανικό ρόλο στην Ευρώπη μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά ορθολογική. Αυτό που την κάνει να φαίνεται τόσο ανατρεπτική είναι, αφενός, ο ανορθόδοξος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τις συμμαχίες και τη διπλωματία και, αφετέρου, το γεγονός ότι έρχεται ύστερα από μια παρατεταμένη περίοδο υπερεπέκτασης, αντί να αποτελεί μέρος μιας σταδιακής και ομαλής προσαρμογής στη μεταβαλλόμενη ισορροπία ισχύος.

Η επόμενη ημέρα για την Ευρώπη

Οι Ευρωπαίοι ίσως δικαιολογημένα εκτιμούν ότι μια μελλοντική κυβέρνηση μετά τον Τραμπ θα επιδιώξει να αποκαταστήσει τη διπλωματική και στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Αν όμως θεωρούν ότι αυτό θα αποκαταστήσει αυτομάτως και την αξιοπιστία της αμερικανικής εγγύησης ασφαλείας, ενδέχεται να σφάλλουν.

Η αρχιτεκτονική των συμμαχιών αλλάζει επειδή μεταβάλλεται το ίδιο το διεθνές σύστημα. Η μεταβολή αυτή είχε αρχίσει πριν από τον Τραμπ. Επιδιώκοντας να διατηρήσει μια μονοπολική συμμαχική στρατηγική σε έναν ολοένα πιο πολυπολικό κόσμο, ενώ αύξανε τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, η κυβέρνηση Μπάιντεν αποδυνάμωσε την αξιοπιστία της αποτροπής πάνω στην οποία στηριζόταν επί δεκαετίες το ΝΑΤΟ.

Το ίδιο δομικό δίλημμα εμφανίζεται και στη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ ενήργησαν σαν να μπορούν ακόμη να κυριαρχούν στο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας και σαν το Ισραήλ να παραμένει ο αδιαμφισβήτητος στρατιωτικός πόλος της περιοχής. Η αντίδραση όμως των κρατών του Κόλπου μετά τον πόλεμο με το Ιράν δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Αναρωτιούνται πλέον αν η αμερικανική στρατιωτική παρουσία τα προστατεύει ή τα εκθέτει σε μεγαλύτερους κινδύνους. Όπως και στην Ευρώπη, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις επιλογές μιας αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά τη διατήρηση συμμαχικών στρατηγικών που διαμορφώθηκαν σε μια εποχή αμερικανικής υπεροχής, η οποία πλέον αμφισβητείται.

Ανακατανομή της υπερεπέκτασης

Καθώς η παγκόσμια κατανομή ισχύος μεταβάλλεται, οι ΗΠΑ αναγκάζονται να επανεξετάσουν την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας πάνω από την Ευρώπη, ώστε οι δεσμεύσεις τους να ανταποκρίνονται καλύτερα στις πραγματικές δυνατότητες ισχύος τους.

Η απαίτηση να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι μεγαλύτερο μέρος του βάρους της Συμμαχίας μπορεί να αποτελεί τον καλύτερο τρόπο διατήρησης του ΝΑΤΟ. Αν όμως οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι κληθούν να επωμιστούν αυτό το μεγαλύτερο μέρος, συνεχίζοντας παράλληλα να ακολουθούν τις ίδιες πολιτικές υπερεπέκτασης, τότε το ΝΑΤΟ δεν αναπροσαρμόζεται πραγματικά. Απλώς ανακατανέμει την υπερεπέκταση.

Με απλά λόγια, το διεθνές σύστημα έχει αλλάξει. Αν οι δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ δεν αλλάξουν μαζί του, η μεταφορά του κόστους από την Αμερική στην Ευρώπη δεν λύνει το θεμελιώδες στρατηγικό πρόβλημα της Συμμαχίας, αλλά μεταφέρει το βάρος δυσανάλογα στους ώμους της Ευρώπης.

(*) Μηχανικός Ορυκτών Πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής

Πηγή: dimokratia.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ο Ερντογάν αποκαλύπτει τις βλέψεις του για τη Θράκη

Σε μια άνευ προηγουμένου προκλητική ενέργεια ο Τούρκος πρόεδρος Ρ.Τ. Ερντογάν...
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο βήμα της Βουλής

Το θέατρο του «ενός ανδρός αρχή»

Στη χθεσινή συζήτηση που έγινε στη Βουλή για την ακρίβεια μάθαμε για «συνεννόηση»...
Μετανάστες σε προκυμαία

Μεταναστευτικό: Ξέφραγο αμπέλι με ευθύνη Πλεύρη

Μια εκκωφαντική σιωπή συνοδεύει κάθε δημόσια εμφάνιση του Θάνου Πλεύρη...
Κλόουν με ριγέ κοστούμι

Το μητσοτακικό παπατζιλίκι πότε θα το συλλάβουν;

Για να αυτογελοιοποιείται σε τέτοιο βαθμό το Μητσοτακιστάν, μάλλον ο Σαμαράς...