Η Ελλάδα χρειάζεται μετάβαση από την αδράνεια στην πρωτοβουλία. Από την παθητική συμμετοχή στην παραγωγή πολιτικής. Από την Αθήνα που περιμένει, στην Ελλάδα που προτείνει
Τα Βαλκάνια αποκτούν αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ενδιαφέρον, το οποίο δεν μπορεί να αγνοήσει η Αθήνα. Αποτελούν πλέον πεδίο όπου συγκρούονται συμφέροντα, διαδρομές, αγωγοί, λιμάνια, αμυντικές βιομηχανίες, πολιτικές επιρροές και κρατικές στρατηγικές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να βρίσκεται στο ενδιαφέρον όλων των βαλκανικών χωρών, αλλά η διαδικασία ένταξής τους είναι αργή και αβέβαιη.
Η Αλβανία είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Δεν εγκαταλείπει επισήμως την Ευρώπη, όμως, στην πράξη, τα Τίρανα αναζητούν και άλλες σταθερές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν γι’ αυτά την πραγματική στρατηγική ασφάλεια. Η Τουρκία εμφανίζεται ως δύναμη με θρησκευτική, πολιτιστική, οικονομική και αμυντική παρουσία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να ενθαρρύνει την Ελλάδα να δείξει αυξημένο ενδιαφέρον, με την κάλυψη των Βρυξελλών. Τα Βαλκάνια, όμως, χρειάζεται να τα γνωρίζεις για να ασκήσεις πολιτική. Είναι δουλειά της Θεσσαλονίκης να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, με την υποστήριξη του κράτους.
Η Τουρκία είναι σήμερα η πιο δραστήρια δύναμη στην περιοχή. Δεν περιορίζεται πλέον στο κλασικό τρίγωνο Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Καύκασος και Κεντρική Ασία. Θέλει να γίνει αναντικατάστατος κόμβος ανάμεσα στη Δύση, τον μουσουλμανικό κόσμο, τη Μαύρη Θάλασσα, την Κεντρική Ασία και την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Διεκδικεί τον ρόλο. Δεν περιμένει να της ανατεθεί.
Πολιτική αδράνεια
Σε αντίθεση με την Τουρκία, που παράγει συνεχώς πολιτική, η Ελλάδα, κατά κανόνα, αντιδρά σε πολιτικές που παράγουν άλλοι. Η Άγκυρα ανοίγει μέτωπα, παζαρεύει, διαπραγματεύεται, πιέζει, διαμεσολαβεί, εξάγει οπλικά συστήματα, συμμετέχει σε κρίσεις, εμφανίζεται ως απαραίτητη ακόμη και όταν προκαλεί προβλήματα. Η Αθήνα, αντίθετα, συχνά περιμένει. Συμμετέχει όταν την καλέσουν. Παρίσταται όταν έχει ήδη διαμορφωθεί το πλαίσιο. Ακολουθεί αντί να σχεδιάζει.
Αυτή η συντηρητική αδράνεια δεν είναι πλέον ασφαλής πολιτική. Υπήρξαν εποχές, όπου ένα μικρότερο κράτος μπορούσε να επιβιώσει αποφεύγοντας την πρωτοβουλία. Αυτές οι εποχές παρήλθαν. Σήμερα, όποιος δεν παράγει πολιτική, γίνεται αντικείμενο πολιτικής άλλων.
Η Τουρκία δεν είναι απλώς μια χώρα που αναπτύσσεται. Αν ήταν μόνο αυτό, θα μπορούσε κανείς να προτείνει μια στρατηγική συνεννόησης και συνεργασίας. Είναι, όμως, αναθεωρητική δύναμη, που αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και, ενίοτε, κυριαρχία.
Η αυτονομία της Τουρκίας
Το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο, επειδή η Τουρκία αυτονομείται σταδιακά αμυντικά. Τα drones, τα τεθωρακισμένα, τα ναυπηγικά της προγράμματα, το μαχητικό KAAN και οι εξαγωγές σε βαλκανικές και ευρωπαϊκές χώρες, δείχνουν μια χώρα που δεν αγοράζει απλώς ισχύ. Την κατασκευάζει. Δεν είναι ακόμη πλήρως αυτόνομη. Εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από δυτικές τεχνολογίες. Όμως, η κατεύθυνση είναι σαφής: περισσότερη εγχώρια παραγωγή, περισσότερες εξαγωγές, μεγαλύτερη διαπραγματευτική αξία.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον του Τραμπ φαίνεται να ξαναβλέπει την Τουρκία ως αναγκαίο εταίρο. Το θέμα των αμερικανικών κινητήρων για το KAAN και η συζήτηση για πιθανή επαναπροσέγγιση στο ζήτημα των F-35 είναι πολιτικά μηνύματα. Δείχνουν ότι η Τουρκία, παρά τους S-400, παρά τις αντιφάσεις της και παρά τις εντάσεις με συμμάχους, ξαναμπαίνει στο κέντρο της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης.
Παράλληλα, η Ευρώπη ξανανοίγει οικονομικούς διαύλους με την Άγκυρα. Η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης, η επανενεργοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και οι μεγάλες επενδύσεις στην τουρκική οικονομία δημιουργούν περιβάλλον αναβάθμισης. Ακόμη σοβαρότερο είναι το αμυντικό σκέλος. Η Τουρκία επιχειρεί να πλησιάσει τον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής άμυνας, είτε μέσω σχημάτων που σχετίζονται με το SAFE, είτε μέσω συμπράξεων και εξαγορών ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Η εξαγορά της ιταλικής Piaggio Aerospace από την Baykar και η σύμπραξη με τη Leonardo, δείχνουν ότι η τουρκική αμυντική βιομηχανία δεν χτυπά απλώς την πόρτα της Ευρώπης. Αναζητεί εγκατάσταση μέσα στο ευρωπαϊκό παραγωγικό σύστημα.
Η σχέση 3+1
Η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτύξει πολιτική. Η σχέση 3+1 στην Ανατολική Μεσόγειο, με Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες, είναι θετική αλλά δεν αρκεί. Δημιουργεί πλαίσιο ενεργειακής, αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας. Η Ελλάδα πρέπει να μη συμμετέχει μόνο ως χρήσιμη γεωγραφία, αλλά ως κράτος με στρατηγική σκέψη.
Το ίδιο ισχύει και για την Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών, την 3SI. Η Ελλάδα, με τη συμμετοχή της, αποκτά θεωρητικά πρόσβαση σε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό σύστημα, που συνδέει Βαλτική, Αδριατική και Μαύρη Θάλασσα. Αν αυτή η πρωτοβουλία συνδεθεί με την Ανατολική Μεσόγειο, με τον IMEC, με τα ελληνικά λιμάνια, με τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και την Αλεξανδρούπολη, τότε η χώρα μπορεί να αποκτήσει βόρειο στρατηγικό βάθος. Αν μείνει τυπική, θα είναι άλλη μία ευκαιρία που θα περάσει δίπλα μας.
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί το κλειδί μιας νέας ελληνικής πολιτικής. Μπορεί να συνδέσει την Ανατολική Μεσόγειο με τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Αλλά για να το κάνει, χρειάζεται κράτος που να θέλει να σχεδιάσει. Χρειάζεται σιδηρόδρομο, διπλωματική παρουσία, οικονομικά δίκτυα, πανεπιστημιακές πρωτοβουλίες, βαλκανικά φόρουμ, think tanks, πολιτιστική πολιτική, υποτροφίες, μέσα ενημέρωσης, μόνιμη επαφή με τις κοινωνίες της περιοχής.
Η αποτροπή είναι η επιλεγμένη πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Αλλά αποτροπή δεν είναι μόνο αγορά όπλων. Η σκληρή ισχύς είναι αναγκαία. Χωρίς Ένοπλες Δυνάμεις, αεροπορία, ναυτικό, πυραυλικά συστήματα, κυβερνοάμυνα και αμυντική βιομηχανία, δεν υπάρχει σοβαρή εξωτερική πολιτική. Αλλά η σκληρή ισχύς είναι πολύ ακριβή. Η Ελλάδα πρέπει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην αποτροπή με στρατιωτική ισχύ και στην αποτροπή με ισχυρή διπλωματία.
Αυτό απαιτεί ικανό διπλωματικό και κρατικό προσωπικό. Απαιτεί ΥΠΕΞ, που δεν περιορίζεται στη διαχείριση φακέλων, αλλά παράγει στρατηγική. Απαιτεί πρεσβείες, που λειτουργούν ως κέντρα επιρροής. Απαιτεί οικονομική, αμυντική, πολιτιστική και πανεπιστημιακή διπλωματία. Απαιτεί κράτος, που να γνωρίζει τη γειτονιά του σε βάθος. Με γλώσσες, ανθρώπους, δίκτυα, παρουσία.
Η Ελλάδα χρειάζεται μετάβαση από την αδράνεια στην πρωτοβουλία. Από την παθητική συμμετοχή στην παραγωγή πολιτικής. Από την Αθήνα που περιμένει, στην Ελλάδα που προτείνει. Τα Βαλκάνια, η Ανατολική Μεσόγειος, η 3SI, ο IMEC και η Θεσσαλονίκη μπορούν να γίνουν ενιαίο στρατηγικό πεδίο. Όχι με ευχολόγια. Με σχέδιο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
Πηγή: thitanews.gr










