Του Μάνου Λαμπράκη
Η σημερινή Νέα Δημοκρατία δεν κοιμάται.
Αγρυπνά.
Με εκείνη τη νευρική αϋπνία των εξουσιών που αισθάνονται ότι κάτι κινείται έξω από το κάδρο τους, κάτω από τη γλώσσα τους, πίσω από τις δημοσκοπήσεις τους.
Δεν φοβάται ακόμη ένα κόμμα. Φοβάται το πριν από το κόμμα. Φοβάται την αναμονή.
Φοβάται τη στιγμή που ο Αντώνης Σαμαράς θα πάψει να είναι ψίθυρος στα πολιτικά γραφεία και θα γίνει γεγονός.
Γι’ αυτό και ένας Χάρης Θεοχάρης, σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, μπορεί ξαφνικά να μοιάζει με μικρό μεγάφωνο ενός πολύ μεγαλύτερου πανικού.
Γιατί τόση βιασύνη να χαρακτηριστεί «άκρο» ένας πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας;
Γιατί τόση ανάγκη να αποβληθεί από το εσωτερικό της παράταξης εκείνος που υπήρξε η πιο σκληρή κυβερνητική της δοκιμασία μέσα στην κρίση;
Η απάντηση είναι απλή και γι’ αυτό επικίνδυνη: επειδή το μητσοτακικό σύστημα δεν αντιδικεί με τον Σαμαρά. Αντιδικεί με τον καθρέφτη που ο Σαμαράς μπορεί να σηκώσει μπροστά του.
Και ο καθρέφτης αυτός δεν θα δείξει έναν αντίπαλο.
Θα δείξει μια μετάλλαξη.
Θα δείξει μια Νέα Δημοκρατία που έμαθε να αποκαλεί «κέντρο» την αποϊδεολογικοποίηση, «μετριοπάθεια» την υποχώρηση, «εκσυγχρονισμό» την αποκοπή από τον υπόγειο εθνικό κορμό της.
Εδώ βρίσκεται ο τρόμος.
Όχι στην κάλπη ακόμη.
Στην εκκρεμότητα.
Στο ότι κανείς δεν ξέρει πότε θα σκάσει το γεγονός, ποια μορφή θα πάρει, ποιους θα παρασύρει, ποιοι θα πάψουν να σιωπούν.
Η εξουσία ξέρει να πολεμά έναν αντίπαλο όταν έχει όνομα, έδρα, σύμβολο, ποσοστό.
Δεν ξέρει να πολεμά μια αναμονή που κυκλοφορεί ήδη σαν υπόγεια θερμοκρασία μέσα στο ιστορικό σώμα της παράταξης.
Γι’ αυτό και όσο περισσότερο λέει ότι δεν φοβάται, τόσο περισσότερο ακούγεται ο φόβος της.
Όσο περισσότερο ειρωνεύεται, τόσο περισσότερο ομολογεί.
Ο Θεοχάρης, λοιπόν, δεν είναι το θέμα.
Είναι το σύμπτωμα.
Είναι η μικρή ρωγμή από όπου ακούγεται ο θόρυβος του μηχανισμού.
Η αγωνία δεν είναι αν ο Σαμαράς θα κόψει ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία.
Αυτό είναι το λογιστικό ερώτημα των επιτελείων.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: ποια Νέα Δημοκρατία θα μείνει όταν κάποιος ρωτήσει ξανά σε ποιον ανήκει η παράταξη;
Σε εκείνους που την κληρονόμησαν ως ιστορική ευθύνη ή σε εκείνους που τη διαχειρίζονται ως εκλογική εταιρεία;
Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι πότε ο Σαμαράς θα πατήσει το κουμπί και θα ιδρύσει κόμμα.
Το πρόβλημα θα είναι ότι η ίδρυσή του μπορεί να αποκαλύψει πως το κόμμα που υπάρχει ήδη έχει χάσει τον ορίζοντα του.
Ότι κάτω από την κυβερνητική αυτοπεποίθηση υπάρχει ένας οργανωμένος φόβος.
Ότι κάτω από τα χαμόγελα των πάνελ υπάρχει πανικός.
Ότι κάτω από τη λέξη «σταθερότητα» υπάρχει μια παράταξη που περιμένει να δει αν θα ξαναβρεί το σώμα της ή αν θα μείνει οριστικά στα χέρια εκείνων που την έμαθαν να φοβάται το ίδιο της το παρελθόν.




