Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Σε περιόδους κοινωνικής έντασης οι κυβερνήσεις συχνά επιστρέφουν σε μια γνώριμη αλλά επικίνδυνη τακτική: τον κοινωνικό αυτοματισμό. Την προσπάθεια, δηλαδή, να παρουσιαστεί μια κοινωνική διεκδίκηση όχι ως αποτέλεσμα πίεσης και αδιεξόδου, αλλά ως επίθεση μιας «μειοψηφίας» εναντίον της υπόλοιπης κοινωνίας. Είναι μια συνταγή παλιά, σχεδόν τελετουργική στην ελληνική πολιτική σκηνή, όμως πλέον δείχνει να χάνει την αποτελεσματικότητά της…
Το πιο χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα βρίσκεται στα αγροτικά μπλόκα του 1997. Τότε, στις Μικροθήβες, η κυβέρνηση Σημίτη δεν αρκέστηκε στην αστυνομική πίεση που κορυφώθηκε με το γνωστό περιστατικό ξεφουσκώματος ελαστικών δεκάδων τρακτέρ, αλλά ταυτόχρονα επιχείρησε να κατασκευάσει το αφήγημα ότι οι αγρότες «εκβιάζουν» τη χώρα και κρατούν «όμηρο» την οικονομία. Αυτό δεν ήταν μια απλή επιχειρησιακή κίνηση, καθώς αποτέλεσε πολιτικό μήνυμα και απόπειρα διαμόρφωσης κοινωνικού μετώπου εις βάρος των κινητοποιήσεων…
Παρόμοιοι μηχανισμοί ενεργοποιήθηκαν ξανά στις κινητοποιήσεις του 2001-2002, του 2009, όπως και του 2016. Κάθε φορά με διαφορετική αφορμή -επιδοτήσεις, φορολογία, ασφαλιστικό- αλλά με την ίδια βασική στρατηγική: να απομονωθούν οι αγρότες, να χαρακτηριστούν «προνομιούχοι», «καθυστερημένοι» ή «ανεύθυνοι» σε σχέση με τον υποτιθέμενο «υπόλοιπο πληθυσμό» που δήθεν πλήττεται. Πρόκειται για την κλασική τακτική τού διαίρει και βασίλευε, που συχνά συνοδεύεται από σκλήρυνση των μέτρων καταστολής ώστε να δημιουργηθεί η εικόνα επιστροφής στην «ομαλότητα»…
Το ίδιο επιχειρεί από χθες και η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ομως, το πεδίο πλέον είναι πολύ διαφορετικό. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν έρχονται μόνες τους. Δίπλα τους υπάρχουν οι στάσεις εργασίας των εκπαιδευτικών, οι διαμαρτυρίες των ταξιτζήδων, οι εντάσεις στις λαϊκές αγορές, οι αντιδράσεις των μικρομεσαίων, οι πιέσεις στα νοσοκομεία. Ολοι αυτοί οι χώροι εκφράζουν μια κοινή πραγματικότητα: το κόστος ζωής έχει γίνει δυσβάσταχτο, οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν στα όριά τους και η καθημερινότητα πολλών επαγγελματικών ομάδων έχει καταστεί αβίωτη…
Μέσα σε αυτή τη συσσώρευση δυσαρέσκειας η παλιά συνταγή του κοινωνικού αυτοματισμού δεν αποδίδει. Το αφήγημα ότι «φταίνε οι αγρότες» ή «φταίνε οι εκπαιδευτικοί» δεν πείθει, όταν όλο και περισσότεροι Ελληνες αναγνωρίζουν στη δική τους ζωή τις ίδιες πιέσεις που οδηγούν τους άλλους σε κινητοποιήσεις. Το εύκολο επικοινωνιακό τέχνασμα να στοχοποιηθεί μια κοινωνική ομάδα κινδυνεύει σήμερα να εκληφθεί ως αποποίηση ευθύνης και προσπάθεια συγκάλυψης υπαρκτών προβλημάτων…
Γι’ αυτό και ο κοινωνικός αυτοματισμός απειλεί να μετατραπεί τώρα σε δίκοπο μαχαίρι. Μια κυβέρνηση που τον επικαλείται ρισκάρει όχι να κερδίσει κοινωνική στήριξη, αλλά να χάσει και όση αξιοπιστία της έχει απομείνει. Η υπερβολική καταστολή ή ακόμα και η απειλή της μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο αδυναμίας και όχι ισχύος. Και τελικά η προσπάθεια διαίρεσης της κοινωνίας να την ενώσει, αλλά εναντίον εκείνων που επιχειρούν τον διχασμό: τον κ. Μητσοτάκη και το σύστημα εξουσίας που τον περιβάλλει…





Ακούμπησε στους εκσυγχρονιστές, όμως ήταν σαν να έμπαινε στη σπηλιά του Αλί Μπαμπά και των 40 κλεφτών.
Με μια μικρή διαφορά, μεγάλωσε δραματικά ο αριθμός των κλεφτών αλλά και η αξία των κλοπιμαίων.
Ο Αλί Μπαμπάς, έκλεβε τους άρχοντες και έδινε βοηθήματα στους φτωχούς και τους πάσχοντες.
Αντίθετα οι άριστοι, γδύνουν το λαό για λογαριασμό τους.
Οι θεσμοί μπήκαν στην υπηρεσία των κλεφτών, χρειάστηκε η Ευρωπαϊκή η εισαγγελία για την ανάδειξη της μπόχας της κλεψιάς.
Άσε που οι φόροι μας ποτίζουν την προπαγάνδα που μετατρέπει την κλεψιά σε θεάρεστο έργο.
Τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια του Κυριάκου, οι ξένοι τον ξεμπρόστιασαν.
Λίγες οι μέρες του στην εξουσία.
Δυστυχώς όλοι έχουμε ευθύνη για το γεγονός πως ελάχιστοι βγήκαν στον δρόμο για την συστηματική καταπάτηση του Συντάγματος, για την διαχείριση του κορονοιού που διάλυσε το δημόσιο σύστημα υγείας και απέδιδε τιμές αρχηγού κράτους σε ψυγεία με εμβόλια, για τις υποκλοπές, για τις πυρκαγιές, για, για ,για…
Τώρα θυμηθηκαμε να βγούμε στους δρόμους μας για τις τσέπες μας, να ζητήσουμε μερικά ψίχουλα από το μεγάλο φαγοπότι.
Σαν σκύλοι του Παβλόφ που ο μόνος λόγος για να γαυγισουν είναι πως καθυστέρησε το καμπανάκι να χτυπήσει.
Όσο συμπεριφερόμαστε σαν σκύλοι, σκύλους θα μας βλέπουν.
Πολύ αργά τα αντανακλαστικά του ελληνικού λαού.
έχει φανατικές θείτσες η κουλάρα. και είναι περισσότερες από όλους εμάς. οπότε δυστυχώς για άλλη μία φορά μας καταστρέφουν οι γυναίκες.