Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
10/05/2021 16:00
Του Αργύρη Ντινόπουλου, δημοσιογράφου, πρώην υπουργού Eσωτερικών
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να γίνει… «καραμανλικός»;

Την ημέρα της ορκωμοσίας (Μάρτιος 1985) του Χρήστου Σαρτζετάκη ως Προέδρου της Δημοκρατίας η εφημερίδα «Καθημερινή» κυκλοφόρησε με ένα κενό στην πρώτη σελίδα της αντί για την φωτογραφία του (τότε) νεοεκλεγέντος Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ήταν η δημοσιογραφική αντίδραση του «καραμανλισμού» απέναντι στην πολιτική απόφαση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου να μην προτείνει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για δεύτερη προεδρική θητεία.

Αυτή την δεύτερη προεδρική θητεία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κέρδισε τελικά (με οριακή είναι αλήθεια πλειοψηφία 153 βουλευτών) το 1990 χάρη στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ο οποίος κατάφερε να εξασφαλίσει (επίσης οριακή) κοινοβουλευτική αυτοδυναμία ύστερα από τρείς εκλογικές αναμετρήσεις με τον Ανδρέα Παπανδρέου. (Υ.Γ-1 και Υ.Γ-2)

Αλλά τα «ωραία» στην σχέση Καραμανλή-Μητσοτάκη φαίνεται ότι σταματούν στο 1990 καθώς ακολούθησε ένα χρονικό διάστημα τριάντα ετών στην διάρκεια του οποίου η δεύτερη γενιά των τριών οικογενειών (Καραμανλή-Παπανδρέου-Μητσοτάκη) εισήλθε και παραμένει στο πολιτικό προσκήνιο.

(Αφού ο Τσίπρας -τόσο ως κυβέρνηση όσο και τώρα ως αξιωματική αντιπολίτευση- κατάφερε να «κάψει» το πρότυπο του αυτοδημιούργητου πολιτικού ηγέτη που αντιτίθεται στην οικογενειοκρατία)

Στην διάρκεια αυτών των τριών δεκαετιών όμως (και κυρίως μετά την αποχώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου από την πρωθυπουργία για λόγους υγείας το 1996) ο «καραμανλισμός» απέκτησε (πέρα από το εθνικό και κοινωνικό περιεχόμενό του) και ένα ισχυρότατο πολιτικό συμβολισμό.

Την ανεξαρτησία του ηγέτη-εκλεγμένου πρωθυπουργού από τους εγχώριους ισχυρούς οικονομικά παράγοντες οι οποίοι στην πολιτική αργκό περιγράφονται από «ολιγάρχες» έως «νταβατζήδες» (με μεσαία σκάλα στην σχετική κλίμακα το «διαπλεκόμενους»).

Σε αυτά τα 30 χρόνια ο πολιτικός συμβολισμός του «καραμανλισμού» ενισχυόταν όσο η ανεξαρτησία των πολιτικών ηγετών από τους οικονομικά ισχυρούς εξασθενούσε.

Όσο, δηλαδή, η ανεξαρτησία από τους οικονομικά ισχυρούς παράγοντες γινόταν από εφαρμοσμένη πολιτική (επί Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου) πολιτικό ζητούμενο.

Με τον Κώστα Καραμανλή να πληρώνει ακριβά το τίμημα αυτής της αναζήτησης.

Επιπλέον το αντίβαρο του «καραμανλισμού» στις σχέσεις του πολιτικού συστήματος με τους οικονομικά ισχυρούς παράγοντες είχε κατοχυρώσει σε αυτές τις τρείς δεκαετίες ένα κορυφαίο θεσμικό κεκτημένο.

Την Προεδρία της Δημοκρατίας!

Δηλαδή την επιτομή του ελληνικού πολιτικού συστήματος όπως αυτό θεμελιώθηκε το 1974 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και γι’ αυτό συμβόλιζε με ιστορική αυθεντικότητα τον «καραμανλισμό».

Ο σημερινός πρωθυπουργός μπορούσε (και αυτό αρχικά αναμενόταν) να διατηρήσει τον συμβολισμό του «καραμανλισμού» στην Προεδρία της Δημοκρατίας ή και να τον ενισχύσει.

Επέλεξε να αιφνιδιάσει με ένα πρόσωπο του οποίου η θεσμική (πέραν της πολιτικής) παρουσία βρίσκεται στον αντίποδα του «καραμανλισμού».

Γιατί (εκτός βεβαίως του φύλου) δεν έχει την παραμικρή σχέση με τους «καραμανλικούς» Κωστή Στεφανόπουλο και Προκόπη Παυλόπουλο αλλά ούτε και με τον Κάρολο Παπούλια που προτάθηκε για την θέση του Πρόεδρου από τον Κώστα Καραμανλή.

Αλλά το επελθόν τέλος του «καραμανλισμού» στην Προεδρία της Δημοκρατίας συνέπεσε και με την πολιτική ενδυνάμωση των εγχώριων οικονομικά ισχυρών παραγόντων.

Χάρη στον ολοκληρωτικό έλεγχο που ασκούνε πλέον στα ΜΜΕ, στην κυριαρχία τους στο ποδόσφαιρο και στις στενές σχέσεις τους με κέντρα λήψης οικονομικών αποφάσεων οι οποίες σχετίζονται είτε με δημόσιο (κυρίως ευρωπαϊκό) χρήμα είτε με την ευρύτερη δημόσια περιουσία.

Έτσι ως εύλογη και νομοτελειακή αντίδραση σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον ο «καραμανλισμός» ενισχύεται στην πολιτική και κοινωνική βάση της ευρύτερης κεντροδεξιάς παράταξης.

Αυτή η λαϊκή βάση δεν είναι πλέον ούτε σιωπηλή ούτε αδρανής παρά την εξαφάνιση των συσσωρευμένων αδιεξόδων της από τα ΜΜΕ.

Επιπλέον το νέο στοιχείο του «καραμανλισμού» σήμερα είναι η αυτονομία του από πολιτικά πρόσωπα.

Όπως συνέβη και με τον «βενιζελισμό» πριν 100 χρόνια (μετά το 1920) ο «καραμανλισμός» τώρα πια δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με πολιτικά πρόσωπα τα οποία φέρουν το ονοματεπώνυμό του.

Γιατί ως πολιτικό και λαϊκό ρεύμα (με τα στοιχεία που προ-αναφέρθηκαν) είναι απολύτως λογικό να τίθεται υπεράνω προσώπων πολύ περισσότερο που ο φυσικός ιδρυτής του πέθανε πριν 23 χρόνια.

Η Ιστορία, άλλωστε, επιβεβαιώνει αυτό το πολιτικό αξίωμα.

Τα «βενιζελικά» κόμματα έφτασαν μέχρι και την σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και μάλιστα για κρίσιμα (και θεσμικά!) πολιτικά ζητήματα.

Την πρώτη Ελληνική Δημοκρατία το 1924 ανακήρυξε ο «βενιζελικός» Αλέξανδρος Παπαναστασίου παρά τις επιφυλάξεις του Ελευθερίου Βενιζέλου ο οποίος δεν ψήφισε καν στην Βουλή - αφού είχε φύγει στο εξωτερικό-την ανακήρυξή της.

Επιστροφή στο σήμερα.

Ο σημερινός πρωθυπουργός πέτυχε την πολιτική διείσδυση προς τον πλέον αυθεντικό αντίποδα του «καραμανλισμού».

Τον «σημιτισμό»!

(Αν και σύγκριση ανάμεσα στα δύο πολιτικά μεγέθη δεν μπορεί να γίνει με βάση αποδεκτούς κανόνες της ιστορικής επιστήμης)

Η πολιτική οξυδέρκεια (αλλά και η πολιτική αναγκαιότητα) επιβάλουν τώρα την αξιοποίηση των κεκτημένων του «καραμανλισμού» που σε τελική ανάλυση εξασφαλίζουν την ιστορική συνέχεια (και ενότητα) της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι πολύ πιθανόν (όσο οι οικονομικά ισχυροί παράγοντες γιγαντώνονται) οι επόμενες εκλογές να έχουν ως κυρίαρχο διακύβευμα την ανεξαρτησία των πολιτικών ηγετών από αυτούς.

Υ.Γ-1 Αλλά και στην πρώτη εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1980) ως Πρόεδρου της Δημοκρατίας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε σημαντικό ρόλο. Η δική του ψήφος (με την προσχώρησή του στην Νέα Δημοκρατία των 1978 -και την υπουργοποίησή του- από το κόμμα των Νεοφιλελευθέρων) συνετέλεσε στην δημιουργία της -επίσης οριακής -πλειοψηφίας των 183 βουλευτών με την οποία εκλέχτηκε στην πρώτη θητεία του Πρόεδρος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Υ.Γ-2 Σε αυτές τις τρείς εκλογικές αναμετρήσεις ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πετύχαινε ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας θηριώδη εκλογικά ποσοστά (έφτασε μέχρι 46,89%!) αλλά δεν μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση εξαιτίας του περίφημου εκλογικού νόμου του Μένιου Κουτσόγιωργα. Ο οποίος είχε πει το αμίμητο: «Σιγά που θα αφήσω εγώ τον Μητσοτάκη να γίνει πρωθυπουργός που έφτιαξα τον εκλογικό νόμο με το… κομπιουτεράκι περιφέρεια-περιφέρεια!».