Από την Μενδώνη στην Πελώνη
04/07/2021 11:00
Του Αργύρη Ντινόπουλου, δημοσιογράφου, πρώην υπουργού Εσωτερικών
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Από την Μενδώνη στην Πελώνη

Η εύρεση και η «πτώση» του Πικάσο καθώς και η σχετική συνέντευξη της υπουργού Πολιτισμού (Βραδινό Δελτίο Ειδήσεων ΑΝΤ-1) θα διδάσκονται σε τμήματα πολιτικής επικοινωνίας των πανεπιστημίων όλου του κόσμου.

Ως «αρνητικά πρότυπα» πολιτικού μάρκετινγκ τόσο ως προς την δομή της ίδιας της πολιτικής επικοινωνίας όσο και ως προς το πολιτικό πρόσωπο το οποίο την εκφέρει.

Το «επικοινωνιακό επιτελείο» (μέγαρο Μαξίμου) εξέλαβε τον Πικάσο ως ευκαιρία ώστε τουλάχιστον να βελτιώσει η υπουργός Πολιτισμού την δημόσια εικόνα της (για αύξηση της δημοφιλίας δεν συζητάται).

Έτσι το «επικοινωνιακό επιτελείο» δεν περιορίστηκε στην συνέντευξη τύπου (με τον έμπειρο Χρυσοχοΐδη δίπλα της) αλλά επιχείρησε να βγάλει την υπουργό Πολιτισμού και «μόνη της» στον ΑΝΤ-1.

Κατάφερε να εκνευρίσει ακόμη και τον φλεγματικό Νίκο Χατζηνικολάου αφήνοντας ένα αρνητικό πολιτικό και επικοινωνιακό αποτύπωμα.

Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα της υπουργού Πολιτισμού έχει πληγεί (σε ένα βαθμό άδικα) από την «παιδεραστία» του Λιγνάδη, το «τσιμέντωμα» της Ακρόπολης κλπ.

Αλλά όπως με την συνέντευξη για τον Λιγνάδη έτσι και με την συνέντευξη για τον Πικάσο η υπουργός Πολιτισμού απέδειξε ότι πολιτικά και επικοινωνιακά δεν τα καταφέρνει.

«Ακόμη και αν φέρει στην Ελλάδα τα ελγίνεια κανείς δεν θα την πιστέψει. Όλοι θα μιλάνε για την… Μελίνα» συμπέρανε φίλη της από τα φοιτητικά χρόνια που την γνωρίζει καλά.

Η υπουργός Πολιτισμού δεν είναι εκλεγμένη ούτε διαθέτει οποιουδήποτε είδους λαϊκό έρεισμα.

Αντλεί την όποια (ελεγχόμενη πάντως) εξουσία της από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Δηλαδή δαπανά πολιτικό κεφάλαιο του πρωθυπουργού.

Η ίδια τι πολιτικό κεφάλαιο να δαπανήσει αφού δεν έχει;

Δεν είναι η μόνη.

Σάμπως η κυβερνητική εκπρόσωπος ενισχύει την εικόνα της κυβέρνησης;

Μα οι αναφορές της σε αντιδημοφιλή (αλλά πιθανώς αναγκαία) υγειονομικά μέτρα τα καθιστά ακόμη πιο αμφιλεγόμενα.

Ποιος αμφιταλαντευόμενος για το εμβόλιο θα πάει να εμβολιαστεί ακούγοντας την κυβερνητική εκπρόσωπο;

Αλλά την μεγαλύτερη (και πλέον οδυνηρή) δαπάνη πολιτικού κεφαλαίου του πρωθυπουργού χρεώνεται η πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Γιατί για τα επόμενα τρεισήμισι χρόνια θα συμβολίζει (και αυτό είναι το χειρότερο!) την πολιτική και θεσμική υποβάθμιση του κορυφαίου πολιτειακού αξιώματος.

Κανείς δεν πιστεύει ότι θα συγκαλέσει ποτέ σύσκεψη πολιτικών αρχηγών, κανείς δεν πιστεύει ότι θα ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό για μια (έστω και εθιμοτυπική) συνάντηση με ομόλογό της, κανείς δεν πιστεύει ότι θα προσκαλέσει ποτέ κάποιον κορυφαίο ηγέτη στην Ελλάδα και αυτός θα αποδεχθεί την πρόσκληση, κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί να προταθεί για… δεύτερη θητεία (το 2025 θα επιστρέψει στην ανυπαρξία απολαμβάνοντας ισοβίως προκλητικά προνόμια).

Η πρόσκληση του Στέβο Πενταρόφσκι σε μια τελείως ακατάλληλη διπλωματική συγκυρία δυσκολεύει όχι μόνον τους χειρισμούς της εξωτερικής πολιτικής αλλά και την εύθραυστη ισορροπία στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας για ένα ευαίσθητο εθνικό θέμα.

Όσα απίθανα που έχουν συμβεί στον ενάμιση χρόνο που αναπάντεχα (αλλά με εντυπωσιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία) βρέθηκαν με το σύντροφό της στο Προεδρικό Μέγαρο δεν κατάφεραν να εξωραΐσουν ούτε τα ΜΜΕ τα οποία (ποιούντα την ανάγκη, φιλοτιμία) της γράφουν κανένα τυπικό μονόστηλο (στην πρώτη σελίδα αναγκαστικά).

Τι κοινό έχουν η πρόεδρος, η υπουργός και η εκπρόσωπος;

Πέρα από το πολιτικό και επικοινωνιακό έλλειμμα εκπέμπουν στον απλό Έλληνα ένα καταλυτικό μήνυμα.

Ότι κατέχουν ύψιστα αξιώματα χωρίς να το αξίζουν!

Η εύνοια του πρωθυπουργού (ούτε καν της τύχης) τους χάρισε «δόξα και χρήμα» χωρίς να το δικαιούνται.

Έτσι η άντληση (ξόδεμα) πολιτικού κεφαλαίου του πρωθυπουργού γίνεται με το καντάρι.

Δεν είναι ο μόνος.

Όσο και αν ξαφνιάζει η σύγκριση ο πρωθυπουργός έχει σήμερα «πρωθυπουργική ισχύ» ανάλογη με αυτήν του Ανδρέα Παπανδρέου την περίοδο 1981-1987.

Βεβαίως τα πολιτικά μεγέθη είναι ανομοιογενή αλλά η προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου (τότε) και ο κορωνοϊός (τώρα) εδραίωσαν και εδραιώνουν αυτήν την «πρωθυπουργική ισχύ».

(Που να το φανταζόταν ο μακαρίτης για τον γιο του θανάσιμου πολιτικού και προσωπικού αντιπάλου του)

Σε κάθε περίπτωση όμως η «πρωθυπουργική ισχύς» των Παπανδρέου-Μητσοτάκη προσλαμβάνει διαχρονικά (ακόμη και άθελά τους) οιονεί «καθεστωτικά» χαρακτηριστικά σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Άρα οι πολιτικές παρενέργειες ήταν και είναι ασύμμετρες όχι μόνον για την δημοκρατία αλλά και για τους ίδιους.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου πλήρωσε ακριβά καθεστωτικές νοοτροπίες και βέβαια την επιλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη (ο οποίος, σε τελική ανάλυση, είχε και κάποια ιστορία).

Βεβαίως τότε είχε πολιτικό αντίπαλο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ενώ ο σημερινός πρωθυπουργός απολαμβάνει την πολιτική ανυπαρξία του ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί ο Τσίπρας ως αντιπολίτευση επιδεικνύει περιέργως μειωμένα πολιτικά αντανακλαστικά σε σχέση με αυτά που επέδειξε ως κυβέρνηση (πρωτοφανές για ηγέτη της Αριστεράς).

Τελικά το αντιστάθμισμα των τεσσεράμισι χρόνων της πρωθυπουργίας Τσίπρα δεν ήταν μόνον όσα γνωρίζαμε.

Δηλαδή να περάσει το τρίτο μνημόνιο, να ξεπουλήσει την δημόσια περιουσία, να εκχωρήσει το τραπεζικό σύστημα στους ξένους, να υπογράψει τις Πρέσπες κλπ.

Αλλά και να εξασφαλίσει «ανέφελη» και μακροημερεύουσα κυβερνητική θητεία στον σημερινό πρωθυπουργό.

Έτσι η πρόεδρος, η υπουργός, η εκπρόσωπος και αρκετοί άλλοι μπορούν να ξοδεύουν ανέμελα το πολιτικό κεφάλαιο του πρωθυπουργού και όλοι να περνάνε καλά.

Επειδή, όμως, όλο και λιγότεροι Έλληνες περνάνε καλά μια σχετική οικονομία και αντίστοιχη αποταμίευση σε αυτό το πολιτικό κεφάλαιο μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη στο μέλλον.