Wood: Τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία δεν έχουν περάσει – Το μεγάλο όπλο των ελληνικών ομολόγων
29/01/2021 12:30
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Wood: Τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία δεν έχουν περάσει – Το μεγάλο όπλο των ελληνικών ομολόγων

Τα δύσκολα για την ελληνική οικονομία δεν έχουν τελειώσει εκτιμά η Wood, καθώς βλέπει βαθιά και διψήφια ύφεση και στο πρώτο τρίμηνο του 2021, με τη συρρίκνωση της οικονομίας να συνεχίζεται και στο β’ τρίμηνο. Στη συνέχεια και από το γ’ τρίμηνο η ανάπτυξη θα επιστρέψει με σημαντικά όπλα τους πόρους της Ε.Ε, ενώ το 2022 θα αποτελέσει ένα πολύ ισχυρό έτος για το ελληνικό ΑΕΠ. Πάντως, το μεγάλο όπλο της Ελλάδας είναι τα ελληνικά ομόλογα τα οποία σε αντίθεση με τις ελληνικές μετοχές που είναι ευάλωτες στις πιέσεις, θα συνεχίσουν να σημειώνουν ρεκόρ με αποτέλεσμα η απόδοση του 10ετούς να… μηδενίζεται φέτος, και αυτό χάρη στο PEPP της ΕΚΤ.

Συρρίκνωση του ΑΕΠ έως το β’ τρίμηνο

Πιο αναλυτικά, όπως επισημαίνει η Wood, η ελληνική οικονομία υποφέρει βαθιά από τις παρατεταμένες διαταραχές στον τουριστικό κλάδο, αλλά επωφελείται όλο και περισσότερο από τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και τις βελτιώσεις στον μεταποιητικό τομέα.

Το ΑΕΠ τρίτου τριμήνου ήταν οριακά υψηλότερο από τις προσδοκίες της Wood, χάρη στην κατανάλωση των νοικοκυριών που επέστρεψε σε αύξηση σε ετήσια βάση. Ωστόσο, οι μηνιαίες έρευνες δείχνουν ότι η κατανάλωση μειώθηκε και πάλι στο δ’ τρίμηνο και πιθανότατα θα παραμείνει αδύναμη το α’ τρίμηνο του 2021. Ως αποτέλεσμα, η Wood αναμένει βαθιά συρρίκνωση στο πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας έως το β’ τρίμηνο, ενώ η ανάπτυξη θα επιστρέψει στο γ’ τρίμηνο.

Στο ένα τρίτο του 2019 ο τουρισμός

Κατά την άποψη του οίκου, μια ρεαλιστική προσδοκία για τον αριθμό των τουριστών που θα φτάσουν στην Ελλάδα το 2021 είναι το ένα τρίτο του 2019. Δυστυχώς, αυτό διατηρεί έναν περιορισμό στην κατανάλωση και στα συνολικά κέρδη για τις μικρές επιχειρήσεις.

Η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια στον τουριστικό τομέα, με τα διεθνή έσοδα να κυμαίνονται από 5% του ΑΕΠ το 2009 στο 10% το 2018. Αυτό οφείλεται κυρίως στον αυξανόμενο αριθμό αφίξεων. Μια τέτοια δομή επηρεάζεται ιδιαίτερα έντονα από τους σχετικούς περιορισμούς COVID-19.

Αργά ή γρήγορα, ο ελληνικός τουριστικός τομέας θα βελτιώσει τα έσοδα ανά άφιξη προκειμένου να διατηρήσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, ειδικά σε έναν κόσμο μετά την COVID-19, όπως επισημαίνει η Wood.

Πάντως, αρχίζουν να υπάρχουν ενδείξεις για αύξηση των κεφαλαίων που σχετίζονται με την ΕΕ στο ισοζύγιο πληρωμών, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις για ενίσχυση και διεύρυνση των άμεσων ξένων επενδύσεων και υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια στον μεταποιητικό τομέα.

Επίσης, καθώς το ποσοστό ανεργίας φαίνεται να βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδά του και υπάρχει μια μέτρια τάση αύξησης των μισθών, τα πραγματικά συνολικά εισοδήματα αυξάνονται μάλλον έντονα -περίπου 3%- γεγονός το οποίο υποστηρίζει την κατανάλωση ακόμη και σε αυτές τις δυσμενείς συνθήκες.

Η Wood δεν αναμένει στο μεσοπρόθεσμο έως το μακροπρόθεσμο διάστημα κίνδυνο πληθωρισμού, καθώς η οικονομία αντιμετωπίζει αρνητικό κενό παραγωγής. Ο πληθωρισμός των τιμών των κατοικιών επιβραδύνθηκε από τα υψηλά σε επίπεδα περίπου 4% σε ετήσια βάση.

Η παράταση της αναστολής δόσεων έως τον Δεκέμβριο του 2021 θα μπορούσε κατά την Wood να βοηθήσει τις τιμές των κατοικιών να αποφύγουν να υποχωρήσουν σε αρνητικούς ρυθμούς.

Φέτος, η Ελλάδα είναι επιλέξιμη για περίπου 4% του ΑΕΠ σε κεφάλαια από το SURE και το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ. Η Wood υποθέτει ότι οι πόροι της ΕΕ και οι ξένες άμεσες επενδύσεις θα οδηγήσουν τις επενδυτικές δαπάνες στο μέλλον, ενώ τονίζει ότι, συνολικά, οι μη χρηματοοικονομικοί εταιρικοί ισολογισμοί παραμένουν πολύ αδύναμοι.

Δομικά, η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες στην Ανατολική ΕΕ όσον αφορά την ψηφιακή υποδομή και το ανθρώπινο κεφάλαιο. Αυτό δεν αποκλείει την αύξηση των επενδύσεων σε υπηρεσίες που σχετίζονται με τις ξένες άμεσες επενδύσεις αλλά δείχνει ότι το επίπεδο των μισθών είναι πιθανό να παραμείνει πολύ χαμηλό τα επόμενα χρόνια.

Ο οίκος εκτιμά ότι το ποσοστό ανεργίας θα μειωθεί αργά, ακόμη και υπό μέτριες υποθέσεις τουριστικών εσόδων, καθώς οι επιπτώσεις των πόρων της ΕΕ και των ξένων άμεσων επενδύσεων ξετυλίγονται σιγά-σιγά.

Προοπτικές του ΑΕΠ: τα χειρότερα δεν είναι πίσω

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος τον Ιανουάριο υποχώρησε ελαφρά, αλλά υπήρχαν βελτιώσεις, επισημαίνει η Wood. Προβλέπει ότι το 2021 το πραγματικό ΑΕΠ θα κινηθεί στο 3,6%, από ύφεση 10% το 2020 ενώ το 2022 θα επιταχύνει στο 5,3%, υποθέτοντας ότι ο τουρισμός θα παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένος, αλλά οι επενδύσεις θα είναι ισχυρές, χάρη στην εξωτερική χρηματοδότηση.

m

Το μοντέλο της υποδηλώνει ότι, de facto, η οικονομία θα συρρικνωθεί με διψήφιο ρυθμό σε ετήσια βάση στο γ’ τρίμηνο και το δ’ τρίμηνο του 2020 καθώς και στο α’ τρίμηνο του 2021. Μέρος του λόγου της συρρίκνωσης είναι το μεγάλο βάρος από τις καθαρές εξαγωγές, ενώ οι επενδύσεις αποδίδουν καλά, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, και η κατανάλωση περιορίζεται από τα χαμηλότερα τουριστικά έσοδα. Η Ελλάδα, επί του παρόντος, έχει περιορισμούς κινητικότητας κοντά στα επίπεδα Απριλίου-Μαΐου που οδηγεί άμεσα σε έντονη μείωση της κινητικότητας των λιανικών πωλήσεων.

Πάντως η Wood τονίζει ότι τα επίπεδα των επενδύσεων είναι σημαντικά υψηλότερα από ό,τι το 2019, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Δίδυμα ελλείματα έως και το 2022

Τα δίδυμα ελλείμματα είναι μεγάλα και θα παραμείνουν μεγάλα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι μεγάλα σε σχέση με το ΑΕΠ και η Wood προειδοποιεί ότι ενδέχεται να μην δούμε μεγάλη μείωση το 2021 ούτε το 2022. Ωστόσο, η χρηματοδότηση θα είναι σημαντικού ύψους, δεδομένης της στήριξης της ΕΕ.

Από το SURE και το Ταμείο Ανάκαμψης, η Ελλάδα θα είναι επιλέξιμη για 6,7 δισ. ευρώ φέτος σε επιχορηγήσεις, περίπου 4% του ΑΕΠ του 2021 με τα επίπεδα απορρόφησης των κεφαλαίων αυτών να παραμένουν σημαντική πρόκληση.

Η δημοσιονομική εκτέλεση, όπως αναμενόταν, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο έλλειμμα, λόγω της αύξησης των δαπανών και της κατάρρευσης των εσόδων. Ο οίκος αναμένει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα είναι 9,0% του ΑΕΠ για το 2020, ακολουθούμενο από 7,0% του ΑΕΠ και 5,0% του ΑΕΠ για τα 2021 και 2022, αντίστοιχα. Ωστόσο, τονίζει ότι ενδέχεται να μην υπάρχει καθόλου μείωση το 2021 και μία μικρή ενοποίηση το μόνο μείωση το 2022.

Το μεγάλο όπλο των ομολόγων και η αδυναμία του Χ.Α

Η ΕΚΤ μπορεί να αγοράσει ελληνικά ομόλογα έως 15-19 δισ. ευρώ το 2021, υποδηλώνοντας ότι το έλλειμμα του τρέχοντος έτους θα καλυφθεί άνετα από το πρόγραμμα PEPP, ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση. Ο συνδυασμός της στήριξης της ΕΚΤ και της βελτίωσης της εγχώριας και της ξένης όρεξης για ελληνικά ομόλογα οδηγεί την Wood να αναμένει ότι το 10ετές κρατικό ομόλογο θα κινηθεί με απόδοση της τάξης του 0% φέτος και θα παραμείνει κοντά στο επίπεδο αυτό τον επόμενο χρόνο.

Όπως εξηγεί η Wood, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα βρίσκονται σε καλή θέση για να συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις τα επόμενα δύο χρόνια, επωφελούμενα από τα μέτρια επίπεδα εκδοτικής δραστηριότητας και το μεγαλύτερο επενδυτικό κοινό σε σύγκριση με τα τελευταία 10 χρόνια. Οι αποδόσεις, επομένως, δεν αντικατοπτρίζουν την επιβάρυνση του χρέους αλλά την ισχυρή ζήτηση και τον αντίκτυπο του PEPP. Η Wood αναμένει αργή μείωση του προϋπολογισμού τα επόμενα χρόνια και, στο αισιόδοξο σενάριό της το χρέος θα σταθεροποιηθεί περίπου στο 180% του ΑΕΠ έως το 2025.

Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές μετοχές είναι απίθανο να επωφεληθούν στον ίδιο βαθμό εξομάλυνσης με την αγορά ομολόγων. Δεν υπάρχει συγκρίσιμη βελτίωση στον ισολογισμό οποιουδήποτε από τους εγχώριους κλάδους και οι βελτιώσεις στο πραγματικό δυναμικό του ΑΕΠ, κατά την άποψη της Wood, μπορεί να χρειαστούν έως και τρία χρόνια για να καταστούν σαφείς, όπως συνέβη στην ανατολική Ευρώπη μετά την κρίση του 2008.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε απότομα το 2020 και αναμένεται πολύ αργή βελτίωση τα επόμενα χρόνια, καθώς η αύξηση των επενδύσεων είναι πιθανό να διευρύνει τις εισαγωγές ακόμη και μετά τη βελτίωση του τουρισμού.

Πηγή: capital.gr