Διεργασίες στην Ευρώπη και αντίχτυπος στη χώρα μας
26/04/2021 12:00
Του Πολύκαρπου Αδαμίδη
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Διεργασίες στην Ευρώπη και αντίχτυπος στη χώρα μας

Στον κόσμο των σύγχρονων τεχνολογιών, της εκμηδένισης των αποστάσεων και των υπερεθνικών προβλημάτων και πολιτικών, δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Ούτε φυσικά να προσδοκούμε ότι θα τιμωρήσουμε την πραγματικότητα. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αρμοδιότητας, των συμπαθών κυρίων με τις άσπρες μπλούζες.

Κυρίαρχο στοιχεία των νέων τάσεων, που διατρέχουν τη διεθνή σκηνή, είναι ο προσανατολισμός της πολιτικής και της οικονομίας, με στόχο τον περιορισμό έως και την πλήρη εξάλειψη των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για την Ευρώπη, η στόχευση αυτή είναι το πρόταγμα των Κοινοτικών δράσεων. Με ορόσημο το έτος 2050, που θα σηματοδοτεί την κλιματικά ουδέτερη οικονομία και τη μηδενική εκπομπή ρύπων, οι ενδιάμεσοι στόχοι, γίνονται ολοένα και πιο φιλόδοξοι. Αλλά και πιο απαιτητικοί. Ήδη η αρχική συμφωνία για μείωση των εκπομπών κατά 40% έως το 2030, αναθεωρείται με στόχο η μείωση να ανέρχεται σε 55% !

Τι σημαίνουν όλα αυτά τα ποσοστά και η πολιτική των αριθμών; Ότι σε απλά Ελληνικά, θα πρέπει να περιοριστεί η χρήση κάθε ορυκτού καύσιμου. Σε αυτά περιλαμβάνονται τόσο ο λιγνίτης, όσο και το πετρέλαιο. Αλλά και το φυσικό αέριο. Ειδικά για το τελευταίο, υπάρχουν φωνές ρεαλισμού, που το αναδεικνύουν ως ‘καύσιμο-γέφυρα». Τι σημαίνει αυτό; Ότι είναι λιγότερο ρυπογόνο από τα άλλα ορυκτά καύσιμα και θα μπορούσε να αποτελέσει μια ενδιάμεση λύση, μέχρι την πλήρη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές και την ‘καθαρή’ ενέργεια. Αλλά στο τέλος και αυτό δε θα μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται.

Οι παραδοχές αυτές, που δεν αποτελούν σενάρια εργασίας, αλλά κανονισμούς και αποφάσεις που υλοποιούνται, έχουν άμεσες συνέπειες. Για τα κράτη που έχουν κοιτάσματα φυσικού αερίου, που τα εκμεταλλεύονται αλλά και δίκτυα μεταφοράς και διανομής τους, υπάρχει προοπτική αξιοποίησης για λίγες ακόμα δεκαετίες. Αντίστοιχα θα κάνουν τα κράτη αυτά τις σταθμίσεις τους και θα αναζητήσουν εναλλακτικές. Τόσο για την κάλυψη των αναγκών τους, όσο και για την αναπλήρωση των εσόδων, που θα στερηθούν από τη μη εμπορία των ορυκτών τους καυσίμων. Για τα κράτη από την άλλη που φιλοδοξούν να εντοπίσουν, να εξορύξουν και να εκμεταλλευθούν τα κοιτάσματα του ορυκτού ενεργειακού τους πλούτου, οι δυσχέρειες είναι ακόμα εντονότερες. Ως γνωστόν όλη η διαδικασία αξιοποίησης απαιτεί επενδύσεις και κεφάλαια. Με τη σειρά τους αυτά προέρχονται από μεγάλες τράπεζες και τα κάθε λογής χρηματοοικονομικά προϊόντα που θα χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό. Οι αρμόδιοι δε φημίζονται για την φιλανθρωπία τους. Θα πρέπει να πειστούν και για το ότι υπάρχει ‘αγορά’ για την επένδυση και ότι η αγορά αυτή θα αποσβέσει το κόστος τους και θα τους αποφέρει κέρδη. Με έναν ορίζοντα, που δεν υπερβαίνει τα 30 χρόνια για την ύπαρξη και τη λειτουργία αυτής της αγοράς, οι συνθήκες δεν είναι ‘ρόδινες’.

Τις εξελίξεις μπορεί να επιταχύνουν και τρίτοι παράγοντες. Που θα κάνουν ακόμα πιο βίαιο το ξύπνημα και την προσγείωση στη δυσάρεστη πραγματικότητα. Το κόμμα των Πρασίνων στη Γερμανία, δείχνει να παίζει όχι απλά ρόλο διεκδικητή στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά να ‘χτυπά’ και αυτή ακόμα την πρωτιά στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα καταστήσει κανονικότητα την αντίστροφη μέτρηση, για την εξάλειψη των ορυκτών καυσίμων. Είναι εξάλλου και η σημαία των Πρασίνων. Και θα διευκολύνει ακόμα και την υποβάθμιση έως και την απαξίωση και αδρανοποίηση του NordStream 2. Κι ας έχουν επενδύσει σε αυτόν οι Γερμανοί 16 δισεκατομμύρια Ευρώ. Έχει και η πράσινη οικονομία το τίμημά της.