Πολιτική κρίση στην Ευρώπη μετά την υγειονομική περιπέτεια
07/02/2021 16:23
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Πολιτική κρίση στην Ευρώπη μετά την υγειονομική περιπέτεια

Τη στιγμή που το εμβολιαστικό πρόγραμμα της Ε.Ε. παρέπαιε, ο γενικός γραμματέας της Κομισιόν Μάρτιν Ζέλμαϊρ διαπίστωνε περιχαρής ότι η υγειονομική θωράκιση της Γηραιάς Ηπείρου προχωρά ταχύτερα από... της Αφρικής. Τη στιγμή, επίσης, που οι ευρωπαϊκές αρχές ενέκριναν το εμβόλιο της βρετανο-σουηδικής AstraZeneca (έχοντας προηγουμένως απειλήσει ακόμη και με επαναφορά του συνόρου στη βόρειο Ιρλανδία προκειμένου να εξασφαλίσουν τις επειγόντως αναγκαίες προμήθειες) η γαλλική κυβέρνηση υποστήριζε ότι το συγκεκριμένο σκεύασμα είναι σχεδόν αναποτελεσματικό στους ανθρώπους άνω των 65 ετών. Και τη στιγμή που όλη η ευρωπαϊκή εμβολιαστική στρατηγική αμφισβητούνταν βασίμως, ο Γερμανός υπουργός Υγείας, Γενς Σπαν, πρότεινε τη χρήση του ρωσικού εμβολίου Sputnik-V (και των αντίστοιχων κινεζικών), εφόσον εγκριθούν από τις εποπτικές αρχές.

Πρόκειται για ενδεικτικές στιγμές της κακοφωνίας, της αναποτελεσματικότητας και των διαιρέσεων που αναδεικνύει η πανδημική κρίση στους κόλπους της Ε.Ε. – και που πρόκειται να επιδεινωθούν περισσότερο, καθώς οι επιπτώσεις μεταφέρονται από το υγειονομικό στο οικονομικό και στο πολιτικό πεδίο.

Η παράταση των περιοριστικών μέτρων, όσο η πανδημία δεν τίθεται υπό έλεγχο μέσω εμβολιασμού, ρίχνει σκιά αβεβαιότητας χωρίς ορατή προοπτική εξόδου, σπρώχνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες βαθύτερα στην ύφεση, οδηγεί στα όριά τους τις κοινωνικές αντοχές και ροκανίζει την εμπιστοσύνη στις υφιστάμενες πολιτικές ηγεσίες. Αλλά με έναν παράδοξο τρόπο, ακόμη και τα όσα συμφωνήθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας πυροδοτούν οξυμένους ανταγωνισμούς μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά και το εσωτερικό τους, όπως δείχνει η κυβερνητική κρίση που εκδηλώθηκε στην Ιταλία και απειλείται στην Ισπανία.

Όλα αυτά, ενώ ο εκλογικός κύκλος ωθεί στην ακαμψία τη Γερμανία και τη Γαλλία που οδεύουν προς τις κάλπες τον ερχόμενο Σεπτέμβριο και την επόμενη άνοιξη αντιστοίχως.

Μετά τη Μέρκελ τι;

Στην ηγέτιδα δύναμη της ευρωζώνης η Άνγκελα Μέρκελ μετρά τους τελευταίους μήνες της στην καγκελαρία, μετά από 16ετή θητεία που σημάδεψε τις τύχες της Ευρώπης. Όμως το τέλος της "εποχής Μέρκελ" δεν δείχνει να οδηγεί στις ανάδυση μιας νέας, με ποιοτικά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το προβάδισμα της κεντροδεξιάς προεξοφλεί ότι η καγκελαρία θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στα χέρια της και μετά το φθινόπωρο – είτε στο πρόσωπο του μόλις εκλεγέντος νέου ηγέτη των Χριστιανοδημοκρατών και πρωθυπουργού της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Άρμιν Λάσετ, είτε του δημοφιλούς ηγέτη των Χριστιανοκοινωνιστών, Μάρκους Ζέντερ. Στη θέση του ελλάσσονος εταίρου, πάλι, προεξοφλείται, λόγω της αποδυνάμωσης της Σοσιαλδημοκρατίας, ότι θα βρεθούν οι ενισχυμένοι Πράσινοι, χωρίς τους οποίους δεν προκύπτει αριθμητικά κανένα σενάριο δημιουργίας νέου κυβερνητικού συνασπισμού. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η "συνέχεια" θα υπερισχύσει της όποιας "τομής", ιδίως με μία κυβέρνηση Λάσετ, καθώς δεν προβάλλουν στον ορίζοντα της πολιτικής σκηνής πραγματικά νέες ιδέες για το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, την διαχείριση της ευρωζώνης, την αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ενοποίησης κ.ο.κ. Άλλωστε οι υπάρχουσες διαρρυθμίσεις είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για τη Γερμανία, ώστε να προκύψει επιθυμία αναμόρφωσής τους.

Από την άλλη πλευρά του Ρήνου, ο Εμανουέλ Μακρόν γίνεται ο τρίτος στη σειρά πρόεδρος της Γαλλίας ο οποίος βλέπει τις φιλοδοξίες του να προσκρούουν στη γερμανική "ακινησία". Στο εσωτερικό της χώρας οι ηττημένοι του 2017 (Ρεπουμπλικάνοι και Σοσιαλιστές) δείχνουν σημάδια ανάκαμψης, ενώ το κεντρώο, "υπερβατικό" πολιτικό μόρφωμα του Μακρόν μαστίζεται από διαφωνίες, αποχωρήσεις, ανακολουθίες και βέβαια την κοινωνική δυσαρέσκεια που πρωτοεκδηλώθηκε με το κίνημα των "κίτρινων γιλέκων". Η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν προβάλλει και πάλι ως δυνάμει απειλητική διεκδικήτρια της προεδρίας το 2022, εξού και ο νυν ένοικος των Ηλυσίων προσχωρεί σε τμήμα της ατζέντας της, αναδεικνύοντας τα θέματα της "αδυναμίας ενσωμάτωσης" του μεταναστευτικής καταγωγής μουσουλμανικού στοιχείου της χώρας κ.ο.κ.

Επιμονή στο "μαύρο μηδέν"

Οι μεγάλες πρωτοβουλίες που θα λειτουργούσαν προωθητικά για την Ε.Ε. (και την προεδρία Μακρόν) δεν δείχνουν να προκύπτουν ούτε μέσα στην έκτακτη συνθήκη της πανδημίας, καθώς η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, που χαιρετίστηκε στο Παρίσι ως σημαντικό πρώτο βήμα στην οικονομική εμβάθυνση της Ευρώπης, συναντιέται για άλλη μία φορά με τη γερμανική "αλλεργία" σε ό,τι παραπέμπει σε "αμοιβαιοποίηση χρεών" και "μεταβιβαστική Ένωση". Τα μηνύματα ότι δεν αργεί η επιστροφή στην "κανονικότητα", μετά τα έκτακτα και προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, έρχονται από το Βερολίνο όλο και πιο ηχηρά – τη στιγμή ακριβώς που στη Γαλλία η δημόσια συζήτηση στρέφεται προς τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική χαλάρωση, ακόμη και τη μελλοντική διαγραφή χρεών.

Η δοκιμαστική παρέμβαση του επικεφαλής συμβούλου της Άνγκελα Μέρκελ, Χέλγκε Μπράουν, με άρθρο του στη "Handelsblatt", στο οποίο πρότεινε δημοσιονομική χαλάρωση με ορίζοντα δεκαετίας, συνάντησε την έντονη αντίδραση τόσο του Άρμιν Λάσετ και της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών, όσο και του Σοσιαλδημοκράτη υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς. Η επιδίωξη του "μαύρου μηδενός" στα ελλείμματα και ο συνταγματοποιημένος περιορισμός του δημόσιου δανεισμού στο 0,35% του ΑΕΠ ετησίως θα παραμείνουν στη θέση τους – με ό,τι αυτό συνεπάγεται συνολικά για την ευρωζώνη.

Γεωπολιτικές τριβές

Δεν είναι άσχετο προς αυτά το γεγονός ότι η απογοήτευση του Μακρόν μεταφράζεται σε εντονότερο γαλλογερμανικό ανταγωνισμό στο (ευνοϊκότερο, όπως θεωρείται, για το Παρίσι) γεωπολιτικό πεδίο. Για πρώτη φορά στα χρονικά η γαλλική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, τάχθηκε κατά της ολοκλήρωσης του υποθαλάσσιου αγωγού ρωσικού φυσικού αερίου NordStream2, τον οποίο η Μέρκελ επιχειρεί να υπερασπιστεί απέναντι στις αμερικανικές καταγγελίες και κυρώσεις. Με άλλα λόγια, το Παρίσι επιχειρεί να αναδειχθεί σε προνομιακό Ευρωπαίο συνομιλητή των ΗΠΑ, καθώς οι γερμανο-αμερικανικές εντάσεις κάθε άλλο παρά αποτελούν παρελθόν με την αποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η νεοψυχροπολεμική επανασυσπείρωση της Δύσης που θα επιχειρήσει ο Τζο Μπάιντεν απέναντι στις ευρασιατικές δυνάμεις θα εντείνει τα διλήμματα του Βερολίνου. Σε μιαν ενδιαφέρουσα αντιστροφή ρόλων, η Γερμανία η οποία προ ολίγων μηνών υποβάθμιζε, επικαλούμενη την ύπαρξη του ΝΑΤΟ, τις φιλοδοξίες Μακρόν περί δημιουργίας ευρωστρατού, εκτίθεται τώρα σε συντονισμένες γαλλο-αμερικανικές πιέσεις. Το προηγούμενο του γαλλικού βέτο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις Αλβανίας και Βόρειας Μακεδονίας και, πολύ περισσότερο, η διαφορετική προσέγγιση Παρισιού και Βερολίνου απέναντι στην πρόκληση που συνιστά η Τουρκία του Ερντογάν, καταδεικνύουν τα αλλεπάλληλα μέτωπα που ανοίγουν μεταξύ των δύο πρωτευουσών. Ο αρραγής γαλλογερμανικός άξονας που λειτουργεί, και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης σαν την τωρινή, ως προωθητική μηχανή της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δεν αποτελεί παρά ανάμνηση.

Εποχή Ντράγκι στην Ιταλία με "μαιευτήρα" τον Ρέντσι

Η επανάσταση απέτυχε – ζήτω η Παλινόρθωση! Σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια οι Ιταλοί δοκίμασαν διαδοχικά τη λύση της συγκυβέρνησης των λαϊκιστών της Αριστεράς και της Δεξιάς (Κίνημα Πέντε Αστέρων και Λέγκα, αντιστοίχως), κατόπιν του ευρέος κεντροαριστερού συνασπισμού (με το Κίνημα Πέντε Αστέρων και το Δημοκρατικό Κόμμα) και πλέον της κυβέρνησης τεχνοκρατών – χωρίς σε κανένα στάδιο να μεσολαβήσουν εκλογές. Ό,τι ξεκίνησε ως ένα κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας και απειθαρχίας απέναντι στις Βρυξέλλες καταλήγει σε μιαν επανάληψη του προ δεκαετίας πειράματος της κυβέρνησης Μόντι, με επικεφαλής αυτήν τη φορά τον εμβληματικό "κύριο Ευρώ", τον μέχρι πέρσι επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι.

Τακτικοί ελιγμοί

Όλα ξεκίνησαν από μία κυβερνητική κρίση της οποίας τα πραγματικά αίτια κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, καθώς ο (ανεξάρτητος, αλλά προσκείμενος στο Κίνημα Πέντε Αστέρων) πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε έχαιρε υψηλής δημοφιλίας σε μια χώρα που δοκιμάσθηκε από την πανδημία όσο λίγες.

Τον "εμβρυουλκό" των αλλαγών κράτησε ο διαβόητος τακτικιστής Ματέο Ρέντσι, άλλοτε πρωθυπουργός της κεντροαριστεράς και πλέον ηγέτης ενός μικρού κόμματος, του οποίου η στήριξη ήταν αναγκαία, ιδίως στη Γερουσία, για την επιβίωση της κυβέρνησης Κόντε. Σε διακριτικό συντονισμό με τον επίσης πρώην πρωθυπουργό Σίλβιο Μπερλουσκόνι (ηγέτη της συρρικνωμένης σε σχέση με το παρελθόν, κεντροδεξιάς "Forza Italia"), ο Ρέντσι προκάλεσε ψηφοφορία για την ανανέωση της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, η οποία κερδήθηκε μεν από τον Κόντε, αλλά με οριακή και ευκαιριακή πλειοψηφία (στηριγμένη σε ανεξάρτητους αποχωρήσαντες από το Κίνημα Πέντε Αστέρων κ.ο.κ.), με αποτέλεσμα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζο Ματαρέλλα να αναθέσει στον πρόεδρο της Βουλής την αναζήτηση μονιμότερης λύσης. Ούτως ή άλλως η λύση των πρόωρων εκλογών εν μέσω πανδημίας είχε αποκλεισθεί, καθώς ήταν πολλοί οι πολιτικοί παίκτες που μόνο πολιτικές απώλειες θα κατέγραφαν.

Επανάληψη του πειράματος

Όλα αυτά φέρουν μια γεύση από το παρελθόν, όταν το φθινόπωρο του 2011 Παρίσι, Βερολίνο και Φρανκφούρτη (με κεντρικό τραπεζίτη τότε τον Ντράγκι) πετύχαιναν την πτώση του Μπερλουσκόνι (τότε "παρία" και κατά τραγική ειρωνεία σήμερα εγγυητή της ευρωπαϊκής πορείας της Ιταλίας), φέρνοντας στα πράγματα τον επίσης τραπεζίτη και πρώην επίτροπο Μάριο Μόντι. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο όπου η απαξίωση του πολιτικού συστήματος διευκολύνει (αλλά και ενισχύεται περαιτέρω από) την περιοδική καταφυγή σε "τεχνοκρατικές" λύσεις, ενώ η Ιταλία συνεχίζει να καταγράφει "χαμένες δεκαετίες" ως το κατεξοχήν προβληματικό μέλος της ευρωζώνης.

Το επίδικο εν προκειμένω αφορά την κατανομή των 200 δισ. ευρώ που δικαιούται η Ιταλία από το Ταμείο Ανασυγκρότησης, αλλά και την αποφυγή "πολιτικών εκπλήξεων" σε μια συγκυρία τόσο ευαίσθητη για όλη την Ευρώπη. Ο Μάριο Ντράγκι διαθέτει ασφαλώς την εμπειρία και την πυγμή να επιβληθεί προς μέσα και προς τα έξω, ωστόσο αδιευκρίνιστο παραμένει μέχρι στιγμής αν η κυβέρνησή του θα είναι αμιγώς τεχνοκρατική ή και με πολιτικά πρόσωπα, ενώ η ευρεία βάση κοινοβουλευτικής στήριξης που επιδιώκει δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, καθώς τόσο η Λέγκα όσο και το Κίνημα Πέντε Αστέρων έχουν δικαιολογημένες επιφυλάξεις για το πολιτικό κόστος που θα πληρώσουν.

Ισπανία: Ο Σάντσεθ βρήκε δεκανίκι στην ακροδεξιά

Πριν από λίγους μήνες το ακροδεξιό κόμμα VOX της Ισπανίας κατέθεσε πρόταση μομφής εναντίον της κυβέρνησης συνασπισμού του Σοσιαλιστή πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ καταγγέλλοντας τους χειρισμούς του στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Όμως το εγχείρημα απέτυχε, διότι σε μιαν επίδειξη "θεσμικής ευθύνης" το αντιπολιτευόμενο κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα του Πάμπλο Κασάδο "άδειασε" το VOX.

Έκτοτε, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Το VOX αναδείχθηκε σε εγγυητή της κυβερνητικής σταθερότητας, διασώζοντας την κυβέρνηση Σάντσεθ, διά της αποχής των βουλευτών του στην ψηφοφορία επί του νομοσχεδίου για την αξιοποίηση των εισροών, ύψους 140 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στην Ισπανία από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανασυγκρότησης. Και μάλιστα σε μία συγκυρία κατά την οποία η κυβέρνηση μειοψηφίας του Σάντσεθ απειλούνταν σοβαρά, καθώς πέραν του Λαϊκού Κόμματος το νομοσχέδιο καταψήφισε και η Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλωνίας.

Ο Κασάδο κάνει πλέον λόγο για "κυβέρνηση Φρανκενστάιν", η οποία στηρίζεται στο ισπανικό αντίστοιχο όσων επέδραμαν στο αμερικανικό Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου.

Το επίδικο αντικείμενο πάντως είναι η αδιαφάνεια που συνοδεύει την κεντρική διαχείριση των 140 δισ., από την οποία ουσιαστικά έχουν αποκλεισθεί οι ισπανικές περιφέρειες, με το μεν Λαϊκό Κόμμα να τονίζει την ανάγκη παράλληλων μεταρρυθμίσεων στη διοίκηση, τη δε καταλανική αριστερά να υποστηρίζει ότι τα κονδύλια θα διοχετευθούν αποκλειστικά σε μεγάλες επιχειρήσεις.

Ολλανδία: Οργή για το λοκντάουν και κάλπες εν μέσω σκανδάλου

Κατά την έναρξη της πανδημίας, η Ολλανδία υπήρξε μία χώρα με εξαιρετικά χαλαρή πολιτική ως προς τους περιορισμούς κυκλοφορίας και τη χρήση μάσκας. Οι καιροί εκείνοι μοιάζουν πολύ μακρινοί, καθώς η χώρα του Μαρκ Ρούτε βρίσκεται πλέον υπό καθεστώς αυστηρού λοκντάουν, το οποίο μάλιστα θα παραταθεί, όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, μέχρι τις 2 Μαρτίου, με μόνη παραχώρηση την επανέναρξη λειτουργίας των σχολείων. Όμως η ολλανδική κοινωνική και πολιτική ζωή είναι ήδη εξαιρετικά τραυματισμένη, αν κρίνει κανείς από τις πρόσφατες ταραχώδεις διαδηλώσεις κατά του λοκντάουν, τις οποίες ο μεν φιλελεύθερος πρωθυπουργός κατήγγειλε ως ξέσπασμα "εγκληματικής βίας", ο δε δήμαρχος Άιντχοβεν χαρακτήρισε προμήνυμα "εμφυλίου πολέμου". Σε κάθε περίπτωση, η "ειδυλλιακή" Ολλανδία εμφανίζεται ως εξαιρετικά αποσταθεροποιημένη, μετά και την παραίτηση προ τριών εβδομάδων της κυβέρνησης Ρούτε, η οποία εν μέσω πανδημίας οδεύει προς τις κάλπες της 17ης Μαρτίου ως υπηρεσιακή. Την παραίτηση προκάλεσε το σκάνδαλο της δίωξης από την (εξαιρετικά φιλική προς τις πολυεθνικές) φορολογική υπηρεσία δεκάδων χιλιάδων δικαιούχων γονεϊκού επιδόματος, κυρίως μεταναστών, λόγω ατασθαλιών της ιδιωτικής εταιρείας που είχε λειτουργούσε ως ενδιάμεσος. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδειξη του σκανδάλου είχε το συγκυβερνών Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα το οποίο αναμένεται να ενισχυθεί στις εκλογές, δίνοντας ισχυρότερο τόνο ευρωσκεπτικισμού και δημοσιονομικής αυστηρότητας στην ολλανδική πολιτική ζωή.

Πηγή: capital.gr