Του Μανώλη Κοττάκη
Ζω αυτή την παράταξη από μικρό παιδί, από τα δεκατέσσερά μου. Πάντοτε αυτή η παράταξη, όταν ήταν παράταξη, είχε άγραφες αρχές. Κώδικες. Ήθος. Και στα καλύτερά της και στα χειρότερά της. Τα μέλη της, από το πλέον κορυφαίο στέλεχος μέχρι τον τελευταίο αφισοκολλητή, ένιωθαν τη Ν.Δ., ειδικά στα πέτρινα χρόνια της εικοσαετίας του ΠΑΣΟΚ, ως το σπίτι τους. Είτε συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν – και αν πέρασε η Ν.Δ. εσωκομματικές κρίσεις μέσα στη σχεδόν πεντηκονταετία από το 1981 ως σήμερα! Κανείς δεν έκοβε την καλημέρα σε κανέναν οριστικά. Τσακώνονταν, φίλιωναν, μόνοιαζαν, αντιπαρατίθενταν, έκλαιγαν, χαίρονταν, στο τέλος κατέληγαν μια αγκαλιά. Ασχέτως αν οι πλάτες ενός εκάστου ήταν γεμάτες πληγές από τα «συντροφικά μαχαιρώματα»! Ποτέ δεν κόβονταν τα σχοινιά στις σχέσεις οριστικώς. Ποτέ οι γέφυρες. Υπήρχε αίσθημα συλλογικής μοίρας. Αίσθημα οικογένειας. Και στην κορυφή και στη βάση.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης νουθετούσε τα εγγόνια του. «Δεν κόβουμε την καλημέρα σε κανέναν. Λέμε καλημέρα!» τα ορμήνευε. Κάποια στιγμή ο «Επίτιμος» έφτασε να καλέσει στο τηλέφωνο τον Αντώνη Σαμαρά ως πρωθυπουργό και να του πει «Καλά πας, παιδί μου, συνέχισε έτσι». Τον Σαμαρά που τον «έριξε». Ο Κώστας Καραμανλής πήγαινε στο νοσοκομείο και καθόταν με τις ώρες μαζί με τον Γιώργο Σουφλιά, όταν εκείνος έκανε μεταμόσχευση νεφρού από την αδελφή του. Και με διάθεση αναστοχασμού συζητούσαν τα πάντα: Από τη δυσάρεστη διαγραφή του το 1998 μέχρι το καλόκαρδο με στοιχεία αυτοκριτικής «Καλώς όρισες στο σπίτι σου, Γιώργο!» το 2001. Τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αρνήθηκε να τον διαγράψει στην κρίση του 1998: «Δεν διαγράφεις ποτέ έναν πρώην πρωθυπουργό» έλεγε. Η αντίληψή του ήταν ότι «ο αρχηγός είναι η μάνα του λόχου». Καλύπτει τους «στρατιώτες» και «σέβεται» τους βετεράνους. Ο Αντώνης Σαμαράς έπεσε πάνω στη Ντόρα Μπακογιάννη στην πρόσφατη ανακήρυξη του Ευάγγελου Βενιζέλου ως ομότιμου καθηγητή του ΕΚΠΑ στην Ακαδημία Αθηνών και τη χαιρέτισε εγκαρδίως.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αισθάνεται τη Ν.Δ. έτσι και αυτό φαίνεται δυστυχώς και στις λύπες της και στις χαρές της. Θεωρεί όλα τα ιστορικά στελέχη «παλιά Ν.Δ.» και όσο είναι εν ζωή σπανίως ενδιαφέρεται για τη γνώμη τους, πλην εξαιρέσεων.
Το επεισόδιο που έγινε χθες στην κηδεία του Γιώργου Σουφλιά, κατά τη διάρκεια της οποίας η σύζυγός του Μαριάννα Σουφλιά (το γένος Κόρακα, από την ιστορική οικογένεια της Λάρισας) τον «έψαλε» και αρνήθηκε να τον χαιρετίσει, θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα! «Σε ευχαριστώ που ήρθες, αλλά δεν θα σου δώσω το χέρι μου!» του είπε, μεταξύ άλλων, οργισμένη η κυρία Σουφλιά, όπως μας είπε αυτόπτης μάρτυς κρατικός αξιωματούχος που δεν ήθελε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
-Δεν συνέβη επεισόδιο με τη Μαρριέττα Γιαννάκου όταν ο πρωθυπουργός αρχικώς απάντησε αρνητικά να πάει στην εκδήλωση της «Παναθηναϊκής» για να τιμήσει τη μνήμη της πριν μερικά χρόνια . Τη στιγμή που είχε απαντήσει θετικά να πάει στο πολιτικό μνημόσυνο του Κώστα Σημίτη. Χρειάστηκε να «χαλάσουμε τον κόσμο» με την αρθρογραφία μας για να καταλάβει το λάθος του και να πάει τελικώς και στις δύο εκδηλώσεις. Και να δώσει αργότερα το όνομα της αείμνηστης Μαρριέττας σε ένα πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας.
– Δεν συνέβη επεισόδιο όταν ο κύριος Μητσοτάκης πήγε στην κηδεία του Πέτρου Μολυβιάτη, τον οποίο «έλουζε» για τη δήθεν πολιτική της ακινησίας όσο ήταν εν ζωή, χωρίς να τον συναντά, ενώ είχε το θράσος να ζητήσει από την οικογένεια να εκφωνήσει εκείνος τον επικήδειο. Η οικογένειά του χωρίς θόρυβο και χωρίς επεισόδιο απέρριψε το αίτημα. Όταν τελείωσε η εξόδιος ακολουθία, ο πρωθυπουργός στάθηκε να συζητά απομονωμένος με τον Κώστα Τασούλα στο πλατύσκαλο και απέφυγε να πλησιάσει κανέναν «παλαιό» στο προαύλιο.
– Δεν ήταν παρών στην κηδεία του Άγγελου Μοσχονά, του Θόδωρου Μπεχράκη, του Κυριάκου Γριβέα, του Αχιλλέα Λούλια, προσώπων με υπογραφή στους αγώνες της παράταξης προδικτατορικά στη Νεολαία της ΕΡΕ, αλλά και δίπλα στον πατέρα του.
– Στο τελευταίο συνέδριο άφησε στις τελευταίες θέσεις την κόρη του αείμνηστου αρχηγού της Ν.Δ. Μιλτιάδη Έβερτ, Αλεξία, ενώ δεν πρόβαλε στο video wall με την ιστορία της Ν.Δ., πλην Καραμανλή – Σαμαρά, τους οποίους παρέλειψε, ούτε τους Ράλλη, Αβέρωφ, Έβερτ, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
– Ακόμα και στην κηδεία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος ήταν παρών στην κηδεία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έδειξε μικροπρέπεια. Αποδέχθηκε την εισήγηση των «πρασινοφρουρών» του Μαξίμου και έδωσε εντολή να μη γίνει η κηδεία δημοσία δαπάνη αλλά ιδιωτική. Και ας είχε διατελέσει ο Κωνσταντίνος αρχηγός του κράτους. Ο νους του ήταν στους… κεντρώους ψηφοφόρους.
Ό,τι δεν συνέβη λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια (εκτός από μία αποδοκιμασία που δέχθηκε στην κηδεία της Λένας Σαμαρά), συνέβη χθες στο Νεκροταφείο του Παπάγου, όπου τον «έψαλε», μέσα στον πόνο της, η δυναμική Μαριάννα Σουφλιά. Σημειωτέον και το εξής: Χθες στην κηδεία του πανέντιμου Γιώργου Σουφλιά, ο οποίος ήταν κορυφαίος υπουργός τριών κυβερνήσεων της Ν.Δ. από τη Μεταπολίτευση, με ισχυρό αποτύπωμα στο ΥΠΕΧΩΔΕ, επικήδειο εκφώνησε κατόπιν επιθυμίας της οικογενείας μόνο ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης. Ποιος ξέρει ποιος άλλος ανεπιθύμητος είχε ζητήσει και εξεδόθη γενικό απαγορευτικό, που δεν επέτρεψε ούτε στους κοντινούς φίλους του να μιλήσουν, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Και από όσα είπε ο Νικήτας Κακλαμάνης, φαίνεται ότι και ο ίδιος ο Σουφλιάς ήθελε να στείλει στο κατευόδιό του μέσω του προέδρου της Βουλής ένα ισχυρό μήνυμα παρακαταθήκης στους κυβερνώντες. Όπως είπε ο ευπατρίδης Νικήτας Κακλαμάνης, «ο Σουφλιάς πίστευε ότι η πολιτική χωρίς ήθος δεν έχει διάρκεια και παράταξη χωρίς αξίες δεν έχει λόγο ύπαρξης».
ΥΓ.: Μια προσωπική αναφορά, που δείχνει πόσο καλόκαρδος, όταν δεν ήταν δύσκολος, υπήρξε ο Γιώργος Σουφλιάς. Το 2002 είχε εισηγηθεί ως γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού, στο πλαίσιο της πολιτικής του μεσαίου χώρου, να υποστηρίξει η Ν.Δ. στις εκλογές για τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών τον ευγενή, μετριοπαθή γνωστού ήθους Αντώνη Ρουπακιώτη. Εμείς της Νομικής όμως θεωρούσαμε ότι η παράταξη έπρεπε να «κατεβάσει» δικό της υποψήφιο στον πρώτο επιστημονικό σύλλογο της χώρας και μέσα από την «Απογευματινή», στην οποία ήμουν αρχισυντάκτης, υποστηρίξαμε την υποψηφιότητα του Δημήτρη Παξινού, που τελικώς επικράτησε. Χωρίς χρίσμα. Δεν μας/μου το κράτησε. Δύο χρόνια αργότερα, παρόντος του συμβούλου του Νίκου Σιγάλα, συζητούσαμε μέσα στο γραφείο του στο ΥΠΕΧΩΔΕ στη Χαριλάου Τρικούπη, μες στην καλή χαρά για τις καλαμίδες ενός αγαπημένου του Σέρβου παίκτη του Παναθηναϊκού και για το αγαπημένο του χωριό, την Αγία Τριάδα Λάρισας. Μα κυρίως για το εθνικό οδικό δίκτυο. Άπλωσε πάνω στο γραφείο έναν χάρτη της χώρας και μου έδειχνε πώς θα γίνει η Ιόνια Οδός, πώς θα απαλλαγούμε από το πέταλο του Μαλλιακού, πώς από τα Τέμπη, και πώς θα γίνουν οι συμβάσεις παραχώρησης των εθνικών οδών. Η Ιόνια Οδός πρέπει να ονομαστεί «Γιώργος Σουφλιάς», γιατί αυτός τη χάραξε. Γιατί εκείνος στα εγκαίνια της γέφυρας του Αντιρρίου κάλεσε τον Κώστα Σημίτη και τον Κώστα Λαλιώτη, και ας μη συνηθίζονταν αυτά. Η συνέχεια του δρόμου από το τέλος της γέφυρας και μετά του ανήκει. Δικαιωματικά.




