Το Έπος του ’40 ανήκει στους ήρωες του Αλβανικού Μετώπου
28/10/2014 06:10
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Το Έπος του ’40 ανήκει στους ήρωες του Αλβανικού Μετώπου

Σα να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο...Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θερία, λοχίες του 97 ή του 12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουλγάρων και Τούρκων.

Επειδή τα τελευταία χρόνια γεννήθηκαν πολλοί… Ελληναράδες που νομίζουν ότι εκπροσωπούν την πατρίδα.

Επειδή τελευταία η αγάπη για την πατρίδα μετατράπηκε σε εθνικισμό και κάτι νεοναζί της κακιάς ώρας «πουλάνε» την Ελλάδα λες και είναι δική τους.

Κι επειδή το Έπος του ’40 δεν ανήκει σε κανέναν, παρά μόνο στους ήρωες του Αλβανικού Μετώπου αλλά και σε όλους του ήρωες που λένε καθημερινά το δικό τους «όχι», αφιερώνουμε σήμερα δύο αποσπάσματα από το έργο του μεγάλου εθνικού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.

Αλλά και δύο αποσπάσματα από την απαγγελία του έργου με τρόπο συγκλονιστικό από τον Μάνο Κατράκη.

Το πρώτο κείμενο προέρχεται από το Προφητικόν και τους δύσκολους καιρούς που έβλεπε ο ποιτητής να πλησιάζουν. Πόσο… προφητικό αλλά και πόσο επίκαιρο, δεκαετίες μετά.

Το δεύτερο κείμενο είναι από την «Πορεία προς το μέτωπο». Για όλους εκείνους που έχουν στην καρδιά τους την Ελλάδα και το «Άξιον Εστί» είναι ο πραγματικός… εθνικός ύμνος.

Προφητικόν

«Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού, σαρώνοντας

η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.

Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.

Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.

Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

·Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

·Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

·Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

·Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων».

Πορεία προς το μέτωπο

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο

μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και

στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί.

Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία - μία εμοιραζόμασταν

τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσανε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα.

Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ΄χε συνήθειο του,

στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι, από το μέρος το βαρύ, όπου δεν βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δεν δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες,

μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ΄ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας

τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από

τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.

Μόνε σα να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ΄χαν λευκάνει

απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θερία, λοχίες του 97 ή του 12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουλγάρων και Τούρκων.

Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι - πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε

ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο.

Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι απ’ τη λάσπη όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο.

Επειδή το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που

καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων.

Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ΄ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι όπου κατόπι σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα.

Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι.

«Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ΄λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνώτα τους,

κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές-μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

ΣΧΟΛΙΑ

  1. Άλυτη Εξίσωση avatar
    Άλυτη Εξίσωση 28/10/2014 08:12:41

    ''... το «Άξιον Εστί» είναι ο πραγματικός εθνικός μας ύμνος.'' Και το παράδειγμα. Κι η ακριβή πυξίδα που θα ορίζει πάντα τη σωστή μας πορεία, κρατώντας ξύπνια τη συνείδηση, αλύγιστη τη θέληση και άσβεστη την πίστη. Γιατί δεν πάλεψαν, δεν θυσιάστηκαν όλοι αυτοί οι γενναιόψυχοι άνθρωποι, για να λουφάζουμε και να παραδινόμαστε εμείς σήμερα, δέσμιοι τεχνητών αναγκών, δούλοι φαύλων ''ειδώλων'', έρμαιοι απατεώνων κι εκβιαστών.... Πως θα φανούμε αντάξιοι των αγώνων τους. Μ΄αυτή την αγωνία οφείλουμε να πορευόμαστε κι αυτό το χρέος μονάχα ν΄αναγνωρίζουμε, ως ιερό.

  2. ΙΚΟ avatar
    ΙΚΟ 28/10/2014 08:49:10

    http://ww2greece.wargaming.info/airforce1.htm 3rd Mira 28 October 1940
    Under the command of Major D. Paliatseas, with 15 Henschel Hs126 Aircraft, the number operational is not known. Ο Επισμηναγός Δημήτριος (Μίμης) Παλιατσέας γεννήθηκε το 1901 στην Πλάτσα Μεσσηνίας. Τον Ιανουάριο του 1926, από το Ναυτικό όπου υπηρετούσε, μετατάχθηκε στα μόνιμα στελέχη της Ναυτικής Αεροπορίας ως οδηγός αεροπόρος παίρνοντας το πτυχίο του τον Οκτώβριο του 1927. Κατά την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρετούσε, ως Διοικητής, στην 3η Μοίρα Παρατηρήσεως που δρούσε στο Πόγραδετς. Σκοτώθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1941 στο Πόγραδετς, όταν κατά την εκτέλεση πολεμικής αποστολής το αεροπλάνο του, τύπου Henschel 126, χτυπήθηκε από εχθρικά πυρά και χάθηκε στο βάθος χαράδρας. Ο Τύπος της εποχής περιέγραψε, με διθυραμβικό αλλά και γλαφυρό τρόπο, την μέχρι του θανάτου του, δράση του. Επωδός όλων των δημοσιευμάτων, ήταν η δημοσίευση των χλευαστικών προκηρύξεων, που έγραφε και πέταγε στον εχθρό, μαζί με γυναικεία εσώρουχα και φυσικά τις βόμβες του. Κατέχω υπερηφάνως, το ξίφος, τα παράσημα και όλα τα αποκόμματα των εφημερίδων που αφορούσαν την ηρωϊκή δράση του θείου μου, Επισμηναγού Δημητρίου (Μίμη) Παλιατσέα. Αιωνία η μνήμη του, η μνήμη όλων των πεσόντων, όλων των μαχητών του έπους του 1940.

    • πΔπ avatar
      πΔπ @ ΙΚΟ 28/10/2014 11:06:02

      Αιωνία του η Μνήμη! πΔπ Νομιτσί

    • Νικολάκη εφέντης avatar
      Νικολάκη εφέντης @ ΙΚΟ 28/10/2014 15:37:26

      Αιωνία του η Μνήμη!

  3. η Dimi avatar
    η Dimi 28/10/2014 17:48:47

    «ΣΗΚΩΣΤΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΨΗΛΑ» Θεσσαλονίκη: Συγκινητικό μήνυμα από τον χειριστή του F-16 http://bit.ly/1wDyNSo {Κοινωνία / ethnos.gr}…«ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε» Γιάννης Ρίτσος: «Ρωμιοσύνη» http://bit.ly/1zEFyJp (users.uoa.gr/nektar/arts)

    • η Dimi avatar
      η Dimi @ η Dimi 28/10/2014 20:15:23

      Σμηναγός Στράλης μετά την εντυπωσιακή επίδειξη F16: «Την ώρα της πτήσης είμαι απομονωμένος. Δεν ακούω τον εθνικό ύμνο, αν και ξέρω ότι παίζει» http://bit.ly/1xAVKWw {Νews247}

  4. Γεώργιος Τ. avatar
    Γεώργιος Τ. 28/10/2014 19:47:26

    Αιωνία τους η μνήμη! Είθε να συνέλθουμε και να εκτιμήσουμε τι όμορφη και υπερήφανη Πατρίδα έχουμε και με σύνεση να διορθώσουμε τα χάλια μας και να επανέλθουμε σε καλές, σταθερές συνθήκες για όλους και όχι σε ψεύτικες που διαλύονται σαν όνειρα...

  5. ΥΠΕΡ avatar
    ΥΠΕΡ 28/10/2014 22:52:21

    αιωνία τους η μνήμη

  6. Νίκος Α avatar
    Νίκος Α 28/10/2014 23:36:09

    Να σταματήσει αμέσως το αίσχος των αποκλεισμένων παρελάσεων χωρίς κόσμο σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη. Απορώ τι φοβάται ο Σαμαράς; Ότι δεν θα σεβαστούν τη μέρα οι Συριζαίοι; Ευκαιρία να ξεσκεπαστούν. Το θέμα ξεκίνησε από τις δίκαιες τότε αντιδράσεις του κόσμου, για την κοροιδία που από τα "λεφτά υπάρχουν" καταλήξαμε στο ΔΝΤ. Έχει καμμιά αντιστοιχία η προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης με τον διατεταγμένο ΓΑΠ; Πως δέχονται να εξομοιώνονται.

    • Ιδιώτης avatar
      Ιδιώτης @ Νίκος Α 29/10/2014 00:12:34

      Κάτι θα ξέρουν...

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.