Σκηνικό Survivor ενόψει των «εκλογών» στην Τουρκία
30/04/2018 16:00
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Σκηνικό Survivor ενόψει των «εκλογών» στην Τουρκία

Στις 21 Απριλίου 2018, όταν ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, παραχωρούσε επί δυο ολόκληρες ώρες συνέντευξη σε δυο μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς της γείτονος, οι Τούρκοι τηλεθεατές κάθε άλλο παρά ενδιαφέρονταν γι’ αυτή. Αντίθετα, όπως συχνά συμβαίνει και στην Ελλάδα σε συνεντεύξεις πολιτικών, οι Τούρκοι παρακολουθούσαν το Survivor. Τα ποσοστά τηλεθέασης της συνέντευξης Ερντογάν κινήθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Μόλις λίγο πάνω από το 4%. Κατέλαβε, δε, καταϊδρωμένος την 23η θέση, σε αντίθεση με το Survivor που κτύπησε ποσοστό πάνω από 21%.

Σε μια χώρα, η οποία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση (στη Συρία), απειλεί με σύγκρουση την Ελλάδα, βρίσκεται σε ρήξη με τις ΗΠΑ, την ΕΕ, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, αντιμετωπίζει προβλήματα με την οικονομία της (πληθωρισμός 10,2%, εξωτερικό χρέος 453 δις., άνεργοι 6,2 εκ., και απώλειες 20% της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου το τελευταίο δωδεκάμηνο), και πηγαίνει σε πρόωρες εκλογές στις 24 Ιουνίου 2018 εν μέσω ηλεκτρισμένης πολιτικής κατάστασης, θα περίμενε κανείς να δείξουν αυξημένο ενδιαφέρον οι Τούρκοι πολίτες για τη συνέντευξη Ερντογάν. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη.

Δεν θα κάνει περίπατο

Πέραν, βέβαια, του χαμηλού επιπέδου ενός ιδιαιτέρως μεγάλου κομματιού του πληθυσμού της χώρας, όλα δείχνουν ότι η τουρκική κοινωνία, παρά τους μαζικούς διωγμούς, αλλά και την εκτεταμένη πελατειακή πολιτική που ακολουθεί ο Τ.Ερντογάν, εξακολουθεί να είναι διχασμένη. Για να μην μιλήσει κανείς για τις θεαματικά μεγάλες ροές «αντιφρονούντων» ή τις μετεγκαταστάσεις των εύπορων Τούρκων στη Δύση. Έτσι, ακόμα και τώρα οι απόψεις γύρω από το αποτέλεσμα που θα βγάλει η κάλπη των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών, διΐστανται. Και μπορεί οι περισσότερες εκτιμήσεις να συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι ο Ερντογάν θα βγει νικητής άνετα από τον πρώτο γύρο κιόλας, ωστόσο δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που θεωρούν ότι, όχι μόνο δεν θα κάνει περίπατο, αλλά είναι αμφίβολο εάν θα τις κερδίσει χωρίς εκτεταμένη νοθεία.

Εάν, μάλιστα, η αντιπολίτευση αποφασίσει να του αντιπαρατεθεί ενωμένη, και με μια «σοβαρή» υποψηφιότητα, τότε θα δυσκολευτεί πολύ. Ωστόσο, πολλοί αμφισβητούν τις ικανότητες της ηγεσίας της ονομαζόμενης «κεμαλικής» αντιπολίτευσης, την οποία θεωρούν κατώτερη των περιστάσεων και του ιδίου του Ερντογάν. Πάντως, αν και η εξαγγελία των πρόωρων εκλογών είχε προαναγγελθεί τουλάχιστον ένα δίμηνο πριν, φάνηκε ότι αιφνιδίασε την αντιπολίτευση. Η οποία, όμως, αντέδρασε γρήγορα, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα το «κεμαλικό» CHP να σπεύδει να «δανείσει» στην εμφανιζόμενη ως «κεντρώα» -πλην όμως, πρώην «γκριζολύκαινα»- Ακσενέρ, μια ντουζίνα βουλευτές, προκειμένου να αποφύγει τους κομμένους και ραμμένους στα μέτρα του Ερντογάν νόμους, και να μην αποκλειστεί από την εκλογική διαδικασία.

Όπως και να’ χει, το πρόσφατο παρελθόν αλλά και το παρόν δεν προοιωνίζουν ομαλή πορεία της χώρας προς τις κάλπες. Εξάλλου, και τα προηγούμενα χρόνια, όπως και τώρα, η χώρα κινήθηκε σε εκρηκτικό περιβάλλον. Ενδεικτική είναι περίπτωση του αιματοκυλίσματος, με 95 νεκρούς, σε διαδήλωση για την ειρήνη, λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 2015. Και, ναι μεν ο Ερντογάν έχει καταφέρει να κερδίσει όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2014 και μετά, πλην όμως, το καλοκαίρι του 2016 ακολούθησε το πραξικόπημα – οπερέτα. Αλλά και το δημοψήφισμα του 2017, το πήρε οριακά (51,34%).

Ρισκάρει τα πάντα

Τώρα, λοιπόν, έρχεται να εξαγγείλει εκλογές μέσα στο καλοκαίρι, αδιαφορώντας, ως όλα δείχνουν, για το πιθανό κόστος που θα υπάρξει στην «τουριστική βιομηχανία» της γείτονος. Έναν οικονομικό τομέα που έχει πληγεί βαρύτατα τα τελευταία χρόνια, και μόλις πέρυσι άρχισε να συνέρχεται. Εάν «τζογάρει» έτσι με την οικονομία της χώρας του, για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους με στόχο την πολιτική επικράτησή του, γιατί να μην δείξει το ίδιο πρόσωπο και στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, προβληματίζονται καλοί γνώστες των τουρκικών υποθέσεων, τονίζοντας πως, εκτός των άλλων, δίδει μαζικά θαλασσοδάνεια, και πραγματοποιεί μαζικές πελατειακές προσλήψεις στο Δημόσιο, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα Σώματα Ασφαλείας και τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Κοντολογίς, γιατί να μην κλιμακώσει τις προκλήσεις στο Αιγαίο, την Κύπρο, ή με αφορμή την ανακοινωθείσα πρόθεση των ΗΠΑ να μετακινήσουν την πρεσβεία τους το Μάϊο στην Ιερουσαλήμ, να αναζωπυρώσει σε υπερθετικό βαθμό την κόντρα του με το Ισραήλ, προκειμένου να καλλιεργήσει την εικόνα του πατερούλη των απανταχού μουσουλμάνων; Στο μεταξύ, εξαιρετικά σοβαρά πρέπει να ληφθεί η κόντρα Ισραήλ – Ιράν, με επίκεντρο τη Συρία και το Λίβανο, που δεν αποκλείεται να μετατραπεί ακόμα και σε πολεμική αντιπαράθεση. Ο Λίβανος, μάλιστα, έχει μπει για τα καλά στο μικροσκόπιο των σχεδιασμών των μεγάλων και των περιφερειακών δυνάμεων, ενώ δεν αποκλείεται με επίκεντρο τη χώρα μια σοβαρότατη περιφερειακή ανάφλεξη.

Στόχος τα ενεργειακά κοιτάσματα στην Α. Μεσόγειο

Στο στόχαστρο των απειλών της Άγκυρας εδώ και καιρό βρίσκεται η Κύπρος. Να σημειωθεί πως η Τουρκία έχει ήδη αποκτήσει πλωτό γεωτρύπανο, το οποίο απειλεί να στείλει ακόμα και εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), ενώ μόλις προ ημερών, κατά την επίσκεψη του «αχυράνθρωπου» του Ερντογάν, υπουργού Εξωτερικών του, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στα κατεχόμενα, ευθέως ο ίδιος είπε ότι στόχος της Τουρκίας είναι πλέον «δύο ξεχωριστά κράτη ή συνομοσπονδία, και όχι ομοσπονδία».

Κάτι που σημαίνει ότι η Άγκυρα θέλει να ενταφιάσει την επίλυση του Κυπριακού στο πλαίσιο του ΟΗΕ, και να διεκδικήσει μερίδιο στα όποια αποθέματα φυσικού αερίου υπάρχουν στην ανατολική Μεσόγειο. Μέχρι και ο επικεφαλής των κατεχομένων, Μουσταφά Ακιντζί, φέρεται να διαφώνησε με τον Τσαβούσογλου. Κάτι, όμως, που ποσώς φαίνεται να ενδιαφέρει την Άγκυρα, για την οποία τα ενεργειακά κοιτάσματα στην ανατολική Μεσόγειο έχουν γίνει στόχος στρατηγικής σημασίας. Και, βέβαια, θα χρησιμοποιήσει τα κατεχόμενα ως βάση της και αβύθιστο αεροπλανοφόρο της. Να σημειωθεί πως τον Οκτώβριο αναμένεται να ξεκινήσει ο αμερικανικός ενεργειακός κολοσσός, Exxon Mobil, νέες εργασίες στην κυπριακή ΑΟΖ. Το θέμα αυτό, σύμφωνα με πληροφορίες, παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς συγκεκριμένοι Αμερικανοί κυβερνητικοί παράγοντες.

Ασύμμετρος πόλεμος για να γονατίσει η Ελλάδα

Η εξαγωγή της αλαζονείας της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης, στρέφεται ευθέως και προς την Ελλάδα. Προς το παρόν, η πολιτική Ερντογάν μάλλον συνίσταται στο να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό πλήγμα στη χώρα μας με το μικρότερο κόστος για τον ίδιον. Γι’ αυτό έχει επιδοθεί σε σφοδρό ψυχολογικό πόλεμο κατά της Ελλάδας, χρησιμοποιώντας τις κλασικές συνταγές του, γνωστές ακόμα και στους πρωτοετείς φοιτητές των στρατιωτικών Σχολών και των «δεξαμενών» διαμόρφωσης προπαγανδιστικών μοντέλων. Έτσι, «κανιβαλίζει» επικοινωνιακά τους δυο Έλληνες στρατιωτικούς, προκειμένου να πετύχει το μεγαλύτερο δυνατόν ασύμμετρο, ψυχολογικό πλήγμα στην ελληνική κοινωνία. Αυτό εξυπηρετεί και η φωτογράφηση των Ελλήνων στρατιωτικών, όταν προ ημερών τους μετέφεραν στο δικαστήριο, να φαίνονται εξαντλημένοι και καταβεβλημένοι. Είναι εμφανές ότι στόχος της τουρκικής προπαγάνδας ήταν να τους παρουσιάσει ταπεινωμένους. Κάτι που έκανε από την πρώτη στιγμή της «σύλληψής» τους.

Τα προπαγανδιστικά πυροτεχνήματα της Άγκυρας, όμως, έχουν έναν στρατηγικό στόχο: Την πλήρη αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, και μέσα από αυτό, συνολικά την αποσταθεροποίηση της χώρας. Κι’ αυτό σε μια περίοδο που η κυβέρνηση παρουσιάζει σοβαρά σημάδια έλλειψης οργάνωσης και συντονισμού, ενώ η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατώτερη των περιστάσεων. Η ονομαζόμενη «διπλωματία των ομήρων» δεν αποτελεί απλά μια ακραία, προσωρινή πρακτική του κύκλου Ερντογάν. Πρόκειται για μελετημένη τακτική που, στην περίπτωση της Ελλάδας, προς το παρόν, έχει στόχο την αποσταθεροποίησή της και την ψυχολογική «φιλανδοποίηση» της κοινωνίας της.

Το ίδιο, βέβαια, πράττει η Άγκυρα στις περιπτώσεις της Γερμανίας, των ΗΠΑ, κ.ο.κ., αλλά με διαφορετικούς στόχους. Να σημειωθεί πως ο πρώην Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Ζίγκμερ Γκάμπριελ, προσπαθούσε για περισσότερο από ένα χρόνο να «απελευθερώσει» τον Γερμανό δημοσιογράφο, και η Τουρκία τον έδωσε ως «κίνηση καλής θέλησης» ένα μήνα πριν τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ – Τουρκίας, στη Βάρνα (τέλος Μαρτίου), και με ανταλλάγματα, όπως γράφτηκε στον γερμανικό Τύπο, εξοπλιστικά προγράμματα αρμάτων μάχης. Στην περίπτωση των ΗΠΑ κρατείται παράνομα, δήθεν ως «Γκιουλενιστής», ένας πάστορας, προφανώς ως «αντίβαρο» στην υπόθεση του Ιρανού «τραπεζίτη» που δικάστηκε στις ΗΠΑ και άλλων υποθέσεων οι οποίες έχουν οδηγήσει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις στο ναδίρ.

Κατά πληροφορίες, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, όταν προ διμήνου περίπου είχε ενημερώσει σε κλειστή συνεδρίαση της Επιτροπής Εξωτερικών της Βουλής μέλη του Κοινοβουλίου, είχε παραθέσει τα παραπάνω στοιχεία για τους ξένους «ομήρους» στην Τουρκία, προϊδεάζοντας σαφέστατα ότι η υπόθεση των δυο Ελλήνων στρατιωτικών, όχι μόνο δεν θα είναι εύκολη, αλλά, αντίθετα, ο Ερντογάν θα την καπηλευτεί όσο περισσότερο μπορεί. Είναι εμφανές ότι έχει έλθει η ώρα, η Ελλάδα να εγκαταλείψει τον ωχαδελφισμό και να αποφασίσει ότι σε αυτόν τον «ακήρυχτο πόλεμο», θα έχει κόστος. Ακόμα και σε ανθρώπινες ζωές. Ήδη, ο θάνατος του Έλληνα πιλότου πρόσφατα, εξαιτίας της πτώσης του Μιράζ του, όσο κι’ αν δεν είχε να κάνει με φάση αναχαίτισης τουρκικών μαχητικών, εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Οι δυο Έλληνες στρατιωτικοί, επίσης είναι ένα κόστος που πρέπει να είναι έτοιμη να πληρώσει η ελληνική κοινωνία, η οποία επουδενί πρέπει να δώσει σε κανέναν «σουλτάνο» την ευχαρίστηση να την δει γονατισμένη.

Και βέβαια, απαιτείται αυξημένη επαγρύπνηση. Πόσο μάλλον, όταν ένα ασύμμετρο –καταλυτικό- πλήγμα στη χώρα μας, θα μπορούσε, για παράδειγμα, να είναι η απόπειρα απαγωγής ενός από τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς που έχουν ζητήσει άσυλο στη χώρα μας. Κάτι, βέβαια, που έτσι όπως είναι σήμερα οι σχεδιασμοί, θα σήμαινε μακελειό και κλιμάκωση, αλλά, όπως και να’ χει, οι φύλακες πρέπει να έχουν γνώση.

Ρεαλισμός

Όλα αυτά επουδενί σημαίνουν ότι πρέπει να υποβαθμίζεται η σημασία της διπλωματίας και οι προσπάθειες άμβλυνσης της έντασης, μέσω διπλωματικών γεφυρών που επιβάλλεται να στήνονται και να λειτουργούν. Πολύ περισσότερο από ποτέ, επίσης, είναι απαραίτητες οι διεθνείς συμμαχίες. Ωστόσο, δεν πρέπει να καλλιεργούνται ψευδαισθήσεις ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα είναι περίπατος. Εικόνα που, δυστυχώς, καλλιεργούσαν πολλές κυβερνήσεις στο παρελθόν. Εξίσου σημαντικό είναι να μην υπερτιμάται, αλλά ούτε και να υποτιμάται η δύναμη της Τουρκίας. Η οποία δεν είναι ούτε τόσο ισχυρή όσο θέλει να προβάλλεται, αλλά ούτε και τόσο «τριτοκοσμική», όσο κάποιοι θα ήθελαν.

Σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, μετά το πραξικόπημα του 2016 αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα. Ενδεικτικό είναι ότι σε διεθνείς Οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ, οι Τούρκοι εκπρόσωποι, σύμφωνα με πληροφορίες, μονίμως φέρονται να παραπονούνται ότι οι Έλληνες πιλότοι «λοκάρουν» τους Τούρκους, όταν μπαίνουν στο Αιγαίο, και τους «πηγαίνουν» κολλητά στην ουρά για πολλά λεπτά (!). Ενώ δηλαδή, παλιότερα τα «λοκαρίσματα» διαρκούσαν ένα – δυο λεπτά, τώρα διαρκούν πέντε, δέκα, και δεκαπέντε (!) λεπτά. Και, ως γνωστόν, δεν υπάρχει κάτι πιο ατιμωτικό για πιλότο μαχητικών να τον «πηγαίνουν» από πίσω οι αντίπαλοί του. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, είναι εμφανές το τεράστιο έλλειμμα της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας και η απειρία των πιλότων της. Κάτι, βέβαια, που έχει επισημανθεί πλειστάκις, με αποτέλεσμα πολλοί να λέγουν ότι έχουν αυξηθεί οι πιθανότητες «ατυχήματος».

Από την άλλη, ωστόσο, ουδείς πρέπει να αγνοεί ότι η αξία της ζωής στην Τουρκία, και, ως εκ τούτου για τις Ένοπλες Δυνάμεις της, είναι σαφώς μικρότερη απ’ ότι στη Δύση και στην Ελλάδα, και άρα είναι διατεθειμένη να «ξοδέψει» περισσότερες ζωές ως «κρέας για τα κανόνια». Δεν πρέπει να αγνοείται, όμως, και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει αναβαθμίσει ποιοτικά το οπλοστάσιό της και έχει προχωρεί στην απόκτηση «έξυπνων» οπλικών συστημάτων. Πολλά από αυτά με γενναία χρηματοδότηση από το «χρυσορυχείο», το Κατάρ. Το τελευταίο, μάλιστα, φέρεται να έχει πληρώσει το μεγαλύτερο ποσόν για να αποκτήσει η Τουρκία τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα, S-400. Ως γνωστόν, η αγορά αυτή, που μένει να φανεί εάν θα ολοκληρωθεί, αποτελεί εστία -και πρόσχημα (;)- σοβαρότατης τριβής μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, ενώ στο ΝΑΤΟ, κατά πληροφορίες, έχει συνταχθεί αναφορά δεκάδων σελίδων σε βάρος της Άγκυρας.

Οι Αμερικανοί «φίλοι» μας

Σε αυτό το σκηνικό της έντασης στα ελληνοτουρκικά, του αναβρασμού στην ευρύτερη γειτονιά μας, αλλά και των θεαματικών αλλαγών που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο, η Αθήνα επενδύει πολλά στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον. Όπως το ίδιο δηλώνουν ότι κάνουν και οι ΗΠΑ προς την Ελλάδα. Εάν, βέβαια, τα λόγια του αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα, «ταλαντούχου», κ.Πάγιατ, ήταν έργα, τότε η Ελλάδα θα είχε κιόλας γίνει η μοναδική στρατιωτική υπερδύναμη στην περιοχή, θα είχε βγει από τα μνημόνια και θα είχε πλημμυρίσει από δολάρια. Μέχρι τώρα, όμως, τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Μια αμερικανική «επένδυση» έγινε («Εθνική Ασφαλιστική»), κι’ αυτή αποδείχτηκε φιάσκο.

Στην, δε, πολυδιαφημισμένη –και εκ μέρους της αμερικανικής πρεσβείας, ως απτού δείγματος της «ελληνο-αμερικανικής στρατηγικής συμμαχίας»- υπόθεση του εκσυγχρονισμού των 85 ελληνικώνF-16, μέχρι τώρα η Ουάσιγκτον δεν έκανε κανένα «σκόντο» στις πληρωμές, ενώ εμφανιζόταν ανελαστική και διόλου διατεθειμένη για διευκολύνσεις. Πάντως, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, το θέμα έχει τεθεί μετ’ επιτάσεως, εδώ και μήνες, στην αμερικανική πλευρά. Προχθές, λοιπόν, ενόψει της καταληκτικής ημερομηνίας της 30ης Απριλίου 2018, και μετά από πολλούς μήνες αμερικανικής δυστοκίας, ανακοινώθηκε ότι η συμφωνία έκλεισε, και μάλιστα, σύμφωνα με την Αθήνα, έγινε δεκτή η αναθεωρημένη ελληνική πρόταση. Αν και δεν έχει γίνει γνωστό τι προβλέπεται στη συμφωνία, ελπίζουμε οι Αμερικανοί να έκαναν δεκτή την ελληνική πρόταση, διότι, όπως λένε αξιωματικοί της ΠΑ, "εάν πληρώναμε όσα ζητούσαν οι ΗΠΑ, μετά δεν θα είχαμε λεφτά ούτε για βίδες".

Ο κ.Πάγιατ, ο οποίος με τους καταιγιστικούς ρυθμούς που παραχωρεί συνεντεύξεις, τείνει να γίνει ένας επικοινωνιακός σούπερ σταρ, αναμφισβήτητα κάνει καλά τη δουλειά του ως διπλωμάτης και εξυπηρετεί με συνέπεια τα συμφέροντα της χώρας του. Τα οποία, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται πάντα με τα ελληνικά συμφέροντα. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η αμερικανική πολιτική εστιάζει πως θα εμποδίσει τις ρωσικές κινήσεις στην περιοχή μας. Ταυτόχρονα, πως θα κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, και πως θα αποτρέψει μια θερμή ανάφλεξη μεταξύ δυο χωρών – μελών του ΝΑΤΟ. Σε μια περιοχή που παλαιότερα οι Σοβιετικοί την χαρακτήριζαν (και φαίνεται πως και η Μόσχα σήμερα πιστεύει το ίδιο) ως τον «ασθενή κρίκο του ΝΑΤΟ», εξαιτίας των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Στόχος της αμερικανικής πολιτικής είναι να μην αφήσει την Τουρκία να πέσει στην αγκαλιά της Ρωσίας. Κάτι που, από τη μεριά της, εκμεταλλεύεται η Άγκυρα, η οποία, προς το παρόν, πατάει με τα δυο πόδια σε δυο βάρκες. Και στην Ανατολή και στη Δύση. Πολλά σημαντικά think tank σε ΗΠΑ και Ευρώπη εκτιμούν ότι ναι μεν η Τουρκία απομακρύνεται από τη Δύση, αλλά ακόμα δεν έχει αποφασίσει ότι θα γίνει μια καθαρά ανατολίτικη – ασιατική δύναμη. Γι΄ αυτό, εξάλλου, όπως δηλώνουν αξιωματούχοι των ΗΠΑ, καταβάλλονται εργώδεις προσπάθειες ώστε να μην «εκτροχιαστούν» οι σχέσεις της με τη Δύση. Εάν, τελικώς, αποδώσει καρπούς αυτή η πολιτική, υπέρμαχος της οποίας διαχρονικά είναι η «γραφειοκρατία» του State Department, τότε είναι πιθανόν να τα ξαναβρούν Ουάσιγκτον και Άγκυρα (ή ακόμα και το Ισραήλ με την Τουρκία).

Να σημειωθεί πως η Δύση επένδυε στην Τουρκία και οικοδομούσε στενές πολιτικές και στρατιωτικές σχέσεις μαζί της επί δεκαετίες, καθ’ όλο τον Ψυχρό Πόλεμο. Ως γνωστόν, «Κούβα των ΗΠΑ» στο υπογάστριο της ΕΣΣΔ, χαρακτηριζόταν. Και σίγουρα, τώρα, το μόνο που θα ήθελε, είναι να την χάσει. Ωστόσο, η Τουρκία έχει αλλάξει πολύ. Κάτι που αποδεικνύει η επίδειξη της γεωπολιτικής αλαζονείας της και της επιθετικής συμπεριφοράς της, η οποία, σε συνδυασμό με το κοκτέϊλ «ισλαμικού διεθνισμού» και «τουρκικού εθνικισμού» που αντιπροσωπεύει ο θεωρούμενος ως εκ των βασικών παραγόντων των «Αδελφών Μουσουλμάνων», Ταγίπ Ερντογάν, σπρώχνει τη χώρα ολοένα περισσότερο προς την Ανατολή. Παρά ταύτα, ακόμα παραμένει αναπάντητο το ερώτημα ποιον δρόμο θα επιλέξει τελικώς.

Πάντως, στους κύκλους εξουσίας της Ουάσιγκτον, σύμφωνα με διπλωματικούς κύκλους στην αμερικανική πρωτεύουσα, φαίνεται ότι αυξάνονται εκείνοι που θεωρούν την Ελλάδα ως χώρα - «σύνορο» της Δύσης στην περιοχή, με μοναδικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνατότητες στη γειτονιά μας (και βέβαια, στα Βαλκάνια). Εάν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο, τότε αλλάζουν σε σημαντικό βαθμό οι γεωπολιτικές εκτιμήσεις των ΗΠΑ για την περιοχή και για την –αναβαθμισμένη (;)- θέση της Ελλάδας. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν αρκούν το τσάϊ και συμπόνια, ή ένα μικρό σκόντο στα F-16, ούτε και οι σχεδόν … ερωτικές σχέσεις του κ.Πάγιατ με τα ελληνικά ΜΜΕ. Διότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη λάβει –και λαμβάνουν- πολλές «διευκολύνσεις» από την Ελλάδα. Ωστόσο, δίχως να υποτιμάται η στήριξη που παρέχουν σε κάποιους τομείς, ακόμα δεν έχουν κάνει συγκεκριμένα έμπρακτα και σοβαρά βήματα στήριξης της χώρας μας.

Η Ρωσία απομακρύνεται

Υπευθυνότητα καλείται να επιδείξει και η Γερμανία, η οποία πάντως αποδεικνύεται κατώτερη των διεθνών εξελίξεων. Έχει έλθει πλέον η ώρα να αποφασίσει τι πολιτική θα ακολουθήσει απέναντι στη χώρα μας. Διότι, και γονατισμένη να είναι η Ελλάδα στα μνημόνια, και ηγετική δύναμη στην περιοχή να είναι, δεν γίνεται. Προς το παρόν, το Βερολίνο, δέσμιο των επενδύσεων των γερμανικών εταιρειών στην Τουρκία και των γερμανοτουρκικών εμπορικών σχέσεων, αποφεύγει να πάρει ξεκάθαρη θέση, παρά την εντονότατη δυσφορία τόσο των πολιτικών όσο και της γερμανικής κοινής γνώμης απέναντι στην Άγκυρα. Για μια ακόμη φορά φαίνεται ότι η Γερμανία ναι μεν έχει επιβάλλει τους οικονομικούς όρους της στην Ευρώπη, αλλά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, παρά τους διπλωματικούς ακροβατισμούς της, παραμένει νάνος.

Από την άλλη μεριά, το Κρεμλίνο, όπως δείχνουν τα ίδια τα γεγονότα, έχει απομακρυνθεί από το δόγμα των «αδελφικών, ομόθρησκων λαών Ελλάδας – Ρωσίας». Αντίθετα, καθίσταται εμφανές ότι προσπαθεί να οικοδομήσει μια -στρατηγικής σημασίας και σε βάθος χρόνου- συμμαχία με την Άγκυρα του Ερντογάν. Μπορεί να πρόκειται για λυκοσυμμαχία, όπως πολλοί εκτιμούν, και να έχει ημερομηνία λήξης. Ωστόσο, αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι τα τελευταία δυόμισι χρόνια, μετά την αποκατάσταση των σχέσεων των δυο χωρών, εξαιτίας της κατάρριψης του ρωσικού μαχητικού από τουρκικό, προωθείται συστηματικά η «παντρειά» Μόσχας – Άγκυρας. Ήδη, κατασκευάζεται ο δεύτερος υποθαλάσσιος αγωγός ρωσικού φυσικού αερίου στη Μαύρη Θάλασσα. Επίσης, έχουν συμφωνηθεί, αλλά παραμένει άγνωστο εάν τελικώς θα υλοποιηθούν, η κατασκευή πυρηνικών σταθμών και η πώληση των S-400. Εάν υλοποιηθούν όλα αυτά, τότε δεν πρόκειται για μια εφήμερη συμμαχία, όπως εκτιμούν πολλοί, αλλά θα έχουν τεθεί οι βάσεις για μια μακρά συμμαχία. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν θα ανατραπούν οι πολιτικοί εμπνευστές τους (π.χ. ο Τ.Ερντογάν).

Κάτι τέτοιο, βέβαια, επουδενί σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να διαρρήξει τις καλές σχέσεις της με τη Μόσχα. Κι ας κινούνται αυτή την περίοδο σε μέτρια επίπεδα. Ταυτόχρονα, όμως, η ελληνική κοινωνία δεν πρέπει να ζει με τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργεί για ιστορικούς και πολιτικούς λόγους σημαντικό μέρος της πολιτικής στη χώρα μας, και βέβαια το «ρωσικό λόμπυ», ότι η σωτηρία θα έλθει από τον Βορρά. Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική είναι απολύτως επιβεβλημένη, όπως και η διατήρηση των παραδοσιακά καλών σχέσεων Αθήνας – Μόσχας, αλλά μέχρι εκεί. Τουλάχιστον, μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Οι επαφές Τσίπρα – Πούτιν για τους δυο Έλληνες στρατιωτικούς ήταν αναγκαίες, ανεξαρτήτως εάν φέρουν αποτέλεσμα ή όχι.

Εξίσου σημαντικό είναι να μην πληρώνει η Ελλάδα τα σπασμένα των οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας. Πόσο μάλλον, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών, την ίδια στιγμή που ψηφίζει υπέρ των κυρώσεων, αυξάνει τις εξαγωγές της προς τη Ρωσία. Αντίθετα, τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα μένουν στο ράφι. Ενδεικτική γι’ αυτό είναι η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά, ο οποίος ανέφερε πως στο Συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ (27.04.2018) είπε στους ομολόγους του ότι «οι κριτικές παρατηρήσεις που γίνονται μέσα στο Συμβούλιο, είναι καλό να λέγονται και απ’ ευθείας με τη Ρωσία και να μην υπάρχει διγλωσσία».

Εθνική ενότητα - μπετόν

Μέσα σε ένα περιβάλλον θεαματικών ανακατατάξεων στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, και με ανεβασμένο το θερμόμετρο της αναταραχής στην γειτονιά μας, απαραίτητη προϋπόθεση για να αντέξει η χώρα μας στις πιέσεις και να βγει νικητής, είναι η εθνική ενότητα – μπετόν. Κάτι που απαιτεί υποδειγματική σοβαρότητα εκ μέρους της κυβέρνησης, και όχι ερασιτεχνικούς χειρισμούς, όπως πρόσφατα με τις γαλλικές φρεγάτες, ή ανέξοδες φραστικές βεντέτες, όπως αυτή του Πάνου Καμμένου με ολόκληρη «παρέα» Τούρκων κυβερνητικών παραγόντων. Μπορούν μεταξύ τους να ανταλλάξουν ανθοδέσμες, διότι ο ένας αλείφει βούτυρο στο ψωμί του άλλου εδώ και σχεδόν ενάμισι έτος, και εκεί να τελειώσει το σόου τους. Από την άλλη, χρειάζεται υπεύθυνη αξιωματική –και λοιπή- αντιπολίτευση που δεν θα εκμεταλλεύεται τα εθνικά θέματα, και ειδικά τα ελληνοτουρκικά, μόνο και μόνο για να ρίξει μια ώρα αρχύτερα την κυβέρνηση. Διότι σε αυτή την περίπτωση κινδυνεύει να γίνει δεκανίκι του Ερντογάν. Εάν η Ελλάδα συνεχίσει να οδεύει στο σημερινό αρρωστημένο κλίμα, αυξάνει τη δύναμη της Άγκυρας, ενώ δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια εθνική ήττα, αν όχι εθνική καταστροφή.

Επιπλέον, επιβάλλεται να μπει φρένο σε όλους εκείνους τους καθηγητές, πολιτικούς και δημοσιογράφους που από το πρωΐ έως το βράδυ συζητούν σε ραδιόφωνα και TV τα ελληνοτουρκικά. Πολλοί εξ’ αυτών, μάλιστα, είναι παντελώς άσχετοι. Τα, δε, ελληνικά ΜΜΕ και κυρίως τα site, έχουν μετατραπεί σε φερέφωνα των ειδήσεων που δημοσιεύονται στα τουρκικά ΜΜΕ. Λες και είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι, μέσω των τουρκικών ΜΜΕ, η Άγκυρα διοχετεύει την προπαγάνδα της. Λες και αγνοούν το γεγονός ότι, πλέον, το 90% των ΜΜΕ της γείτονος ελέγχεται από τον κύκλο Ερντογάν. Είναι, μάλιστα, απορίας άξιον πως καθηγητές και πολιτικοί καθημερινώς αναλίσκονται σε δημόσιες συζητήσεις για το εάν η Τουρκία σχεδιάζει ένα επεισόδιο ή συμβάν, μικρό ή μεγάλο, θερμό ή μη, γεγονός στο Αιγαίο ή την Κύπρο, αν θα πάμε σε πόλεμο ή όχι. Αναπαράγουν, δηλαδή, το μοντέλο μιας διαρκούς ψυχολογικής πίεσης -που θέλει και η Άγκυρα- προς την ελληνική κοινή γνώμη. Μα, ακόμα κι αν είναι έτσι τα πράγματα, ξέρει κανείς από όλους αυτούς τους «ειδήμονες» να προαναγγέλλεται πόλεμος; Στα πρώτα έτη των Σχολών τους δεν έμαθαν ότι ο επιτιθέμενος εκμεταλλεύεται το στοιχείο του αιφνιδιασμού;

Τέλος, πρέπει να πάψει ο κάθε αναρμόδιος –και εσχάτως έχουν εμφανιστεί πολλοί τέτοιοι στη χώρα μας- να νομίζει ότι έχει λόγο και άποψη για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Πόσο μάλλον, να τορπιλίζει συστηματικά το θεσμικά, καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο Εξωτερικών.