Ο πόλεμος που χάνουμε
19/06/2020 17:00
Του Ειδικού Συνεργάτη
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ο πόλεμος που χάνουμε

Οι σκέψεις που ακολουθούν καταγράφονται με αφορμή τα όσα γράφονται και λέγονται στα μ.μ.ε. και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τις εβδομάδες μετά τα γεγονότα στον Έβρο.

Ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά την «ειρήνευση» στη μεθόριο, όλη η Ελλάδα μιλούσε για «πόλεμο», για «νίκη της Ελλάδας», για «ήττα του Ερντογάν» (σπανίως για «ήττα της Τουρκίας»..) κλπ.

Είναι όντως έτσι;

· Η «νίκη» μας στον Έβρο ουδόλως δικαιολογεί την τέλεση θριάμβου μπροστά από το Κοινοβούλιο. Διότι: α) Ήταν απλώς μια δοκιμαστική κρούση της Τουρκίας για να καταγράψει και να αναλύσει την ελληνική αντίδραση σε μία καινοφανή μορφή επίθεσης.

· Επρόκειτο για αστυνομικής και όχι στρατιωτικής μορφή ενέργεια.

· Το σύνολο σχεδόν των σχολιαστών τη χαρακτήρισε ως «υβριδική επίθεση». Ήταν πράγματι υβριδική επιχείρηση; Ναι, διότι χρησιμοποιήθηκε συνδυασμός (υβρίδιο) μέσων και όχι, διότι ο δράστης, ο επιτιθέμενος, ήταν γνωστός.

Ήταν, έστω, θετική η έκβαση για την Ελλάδα;

· Ναι, υπό την έννοια ότι απετράπη η ευόδωση του φανερού σκοπού των Τούρκων, να προωθήσουν στρατευμένους παράνομους μετανάστες στην ελληνική επικράτεια.

· Όχι, εάν δεν έγινε ανάλυση των σκοπών, των μέσων, των τακτικών του αντιπάλου.

· Όχι, αν δεν έγινε ανάλυση και αποτίμηση των δικών μας αδυναμιών, ελλείψεων, λαθών, σε επίπεδο επιτελικό, λήψης απόφασης, ενεργειών, συντονισμού αλλά και εφοδιασμού, εξοπλισμού, διοικητικής μέριμνας, ηθικού κλπ

· Όχι, αν δεν ελήφθησαν αποφάσεις που να αίρουν παραλείψεις, αβελτηρίες, κενά στο σύστημα αποτροπής.

· Όχι, αν δεν καταστρώθηκαν σενάρια αντιμετώπισης της επόμενης φάσης, που αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσει.

· Όχι, αν δεν καταγράφηκε το επεισόδιο του Μαρτίου στον χάρτη της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, ως το πρώτο επεισόδιο του σήριαλ.

· Όχι, αν δεν έγινε αντιληπτό από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία ότι ο Έβρος είναι ένα υποσύστημα στο συνολικό θέατρο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, το οποίο περιλαμβάνει την Θράκη, το Βόρειο, Κεντρικό και Νότιο Αιγαίο, το Ιόνιο και την Αδριατική, την Κύπρο και τη ΝΑ Μεσόγειο, τη Λιβύη, αλλά και επιπλέον, την διεθνή κοινή γνώμη.

Το πρώτο δείγμα σε ό,τι αφορά τα ανωτέρω, ήταν αρνητικό. Ήταν στοιχειώδες πως η Τουρκία θα προσπαθούσε να «πάρει τη ρεβάνς» για την τακτική (και μάλλον αναμενόμενη και από την ίδια) ήττα της στον Έβρο. Θα οφείλαμε λοιπόν να είμαστε προετοιμασμένοι για την αντίδρασή της.

Αυτή θα μπορούσε να εκδηλωθεί:

· Ως κύμα προσφύγων στα νησιά του Α. Αιγαίου (προβλέψιμο και δυσχερές λόγω εποχής).

· Ως επανάληψη στον Έβρο (ανώφελο και αναμενόμενο).

· Ως θερμό επεισόδιο σε κάποιαν από τις «γκρίζες ζώνες» (παρακινδυνευμένο και άκαιρο, λόγω της ετοιμότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και του υψηλού ηθικού τους λόγω Έβρου).

· Ως πρόκληση στον τομέα των ερευνών για υδρογονάνθρακες (όντως έγινε, αλλά σε επίπεδο διακήρυξης προθέσεων και όχι επί του πεδίου).

· Ως Ψυχολογική Επιχείρηση.

Όντως, πριν καν κουρνιάσει ο καπνός από τις φωτιές των Τούρκων παρακρατικών και των μεταναστών στον Έβρο, έκαναν την εμφάνισή τους σε έγκυρα και μεγάλης κυκλοφορίας διεθνή μ.μ.ε. (NewYorkTimes,Spiegel, κ.ά), δημοσιεύματα που, με σαθρά επιχειρήματα και έωλα αποδεικτικά στοιχεία, κατηγορούσαν την Ελλάδα για παραβατική συμπεριφορά, μέχρι και για δολοφονίες παράνομων μεταναστών στην ελληνοτουρκική μεθόριο.

Το ελληνικό ΥΠΕΞ αιφνιδιάστηκε. Με την χαρακτηριστική του γραφειοκρατική ακαμψία, την έλλειψη προτεραίου σχεδιασμού χειρισμού κρίσεων (και δη, επικοινωνιακής μορφής), την υπεροπτική άρνηση συνεργασίας με το ΥΠΕΘΑ, πελαγοδρόμησε επί ημέρες. Επέτρεψε, έτσι, στα δημοσιεύματα και όσους βρίσκονταν πίσω από την ανάρτησή τους, να επιβάλλουν την άποψή τους στα διεθνή κοινά. Η, καθυστερημένη, ελληνική απάντηση δόθηκε με πρωτοβουλία ιδιωτών. Αν και απολύτως ορθές οι απαντήσεις των Ελλήνων ιδιωτών, δε βρήκαν πρόσφορο έδαφος στα διεθνή μ.μ.ε. και, νομοτελειακά δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν την παγιωθείσα άποψη, που ήταν αυτή που παρουσιάστηκε πρώτη. Ο παράγων χρόνος είναι ο πιο καθοριστικός σε χειρισμούς κρίσεων τέτοιου είδους. Ενίοτε είναι πιο αποτελεσματικό το πότε θα πεις κάτι, παρά το τι θα πεις.

Το επόμενο περιστατικό Ψυχολογικής (άρα υβριδικής) Επιχείρησης, το προκαλέσαμε μόνοι μας. Πρόκειται για τον χειρισμό του περιστατικού με την ανέγερση του φράχτη στον νότιο Έβρο. Το δημοσίευμα της ανυπόληπτης μεν, ευπώλητης δε, βρετανικήςSun, αναπαράχθηκε από τα εγχώρια μ.μ.ε. και μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε τέτοιον βαθμό, που η ηγεσία του ΥΠΕΞ, για άλλη μια φορά πανικοβλήθηκε φοβούμενη το πολιτικό και κομματικό κόστος και προέβη σε πολλές ανακοινώσεις και δηλώσεις, με αντικρουόμενο περιεχόμενο. Η αντιπολίτευση διεκδίκησε μερίδιο πατριωτισμού και έψεξε την ηγεσία του ΥΠΕΞ και η κοινή γνώμη ξιφούλκησε. Ο επόμενος διχασμός των Ελλήνων ήταν πραγματικότητα. Το όποιο κέρδος στο ηθικό του λαού είχε πιστωθεί από την απόκρουση των παράνομων μεταναστών στα σύνορα, εξανεμίσθηκε.

Η τελευταία ψηφίδα στο παζλ του παιχνιδιού Ψυχολογικού Πολέμου αφορούσε στον εορτασμό της επετείου από την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η επέτειος αυτή εορτάζεται στην Τουρκία κάθε χρόνο. Φέτος, η μόνη διαφορά από τις άλλες ήταν η υπερδοσολογία της κακογουστιάς. Είναι δύσκολο επομένως να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίον τα ελληνικά μ.μ.ε., «συστημικά» και μη, ασχολήθηκαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος για ένα θέαμα, του οποίου την ποιότητα εμείς οι ίδιοι κοροϊδεύαμε όταν το έκανε η χούντα. Η κοινή γνώμη, παρά ταύτα ανατάθηκε, μέχρι τέτοιου ύψους που η ηγεσία του ΥΠΕΞ θεώρησε ότι όφειλε να μοιρασθεί. Προέβη λοιπόν σε συναισθηματικού τύπου ανακοινώσεις, δηλώσεις κλπ, δίνοντας την ευκαιρία στην Τουρκία να την επιτιμήσει και σκωπτικά να παροτρύνει την Ελλάδα να «αποβάλλει το ιστορικό της κόμπλεξ». Η νίκη της σε επίπεδο εντυπώσεων εντός και εκτός της χώρας είναι συντριπτική, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά τη γύμνια της εξωτερικής μας πολιτικής σε ό,τι αφορά την Δημόσια Διπλωματία.

Η Ελλάδα έχει αβυσσαλέο πρόβλημα στην διαχείριση της πληροφορίας και στην προβολή της εικόνας της στο εξωτερικό. Ο 21οςαιώνας έχει φέρει προκλήσεις, κινδύνους και ευκαιρίες, που το ελληνικό ΥΠΕΞ αδυνατεί να κατανοήσει, πόσο μάλλον να ανταποκριθεί σε αυτές.

Αφ’ ενός αποτυγχάνει να απογαλακτισθεί από την πεπερασμένη και αναποτελεσματική τακτική των επίσημων, σε ξύλινη γλώσσα διατυπωμένων, ανακοινώσεων και δηλώσεων. Αδυνατεί ή αρνείται να δεχθεί ότι η επιρροή ασκείται πια με την εξωστρέφεια και την ισχύ και όχι την ατταβιστική προσκόλληση σε θνήσκουσες ιδεολογίες.

Αφ’ ετέρου επιδεικνύει υπεροπτική άρνηση άμεσης συνεργασίας με το ΥΕΘΑ, πλήττοντας ουσιαστικά την ίδιαν τη χώρα.

Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, πέραν των άλλων, υποφέρει από ανίατη ομφαλοσκόπηση, την οποίαν εκδηλώνει με παντελή απουσία ενδιαφέροντος για την διεθνή εικόνα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το μόνο του επικοινωνιακό ενδιαφέρον εστιάζει στην ημεδαπή κοινή γνώμη και πάλι, με συζητήσιμα οφέλη. Οι χειριστές της εικόνας των Ε.Δ. δείχνουν επικοινωνιακό αναλφαβητισμό, αν κρίνει κανείς από τις μνημειώδεις γκάφες τους (υπόθεση αρβύλων νεοσυλλέκτων, «ακύρωση» των ΜΟΕ με Τουρκία, δημιουργία βίντεο για την αντιμετώπιση των Τούρκων στον Έβρο αλλά στα ελληνικά (!) λες και έπρεπε να πείσουμε τους Έλληνες για το δίκαιο μας, και πολλά άλλα).

Επειδή η υποβολή προτάσεων για την αντιμετώπιση αυτών των παθογενειών απαιτεί πολλαπλάσιο χώρο, ας περιορισθούμε στα κάτωθι:

· Το γεωπολιτικό μας περιβάλλον και η διεθνής συγκυρία επιβάλλουν τον εκσυγχρονισμό των εργαλείων της εξωτερικής μας πολιτικής.

· Η ισχύς μιας χώρας, δεν είναι πια η προσήλωσή της στο Διεθνές Δίκαιο, διότι αυτό έχει πλέον τεθεί σε αμφισβήτηση και υπόκειται σεdefactoαλλαγές.

· Η αμυντική της ετοιμότητα και ικανότητα δε συναρτάται αποκλειστικά από στρατιωτικά μέσα, αλλά εξ αιτίας της αλλαγής του είδους των απειλών, που έχουν υβριδική μορφή, απαιτεί και τη χρήση μη στρατιωτικών.

· Ένα από αυτά είναι και η ήπια ισχύς και πιο συγκεκριμένα η Δημόσια Διπλωματία, η οποία, όσο και πολλοί να την μπερδεύουν με την «επικοινωνία», είναι διακριτή από την τελευταία και απαιτεί τεράστια εμπειρία του διεθνούς γίγνεσθαι για να μπορέσεις έστω να την επικαλεσθείς. Εν ολίγοις, είναι «σπορ για μεγάλα παιδιά».

· Για να επιπλεύσουμε στο ρευστό διεθνές περιβάλλον δεν αρκεί να αμυνόμαστε στις υβριδικές και μη απειλές (π.χ. αντιμετώπιση misinformation και disinformation). Οφείλουμε να παίξουμε κι εμείς με τους όρους του παιχνιδιού. Αλλιώς θα το χάσουμε.