Νίκος Δένδιας: Να μην διολισθήσουμε στη ζώνη του Σικελικού ή νεοαποικϊακού λυκόφωτος
09/07/2017 12:50
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Νίκος Δένδιας: Να μην διολισθήσουμε στη ζώνη του Σικελικού ή νεοαποικϊακού λυκόφωτος

Ο Πρωθυπουργός με την ομιλία του στη Βουλή, κατά την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση την οποία ζήτησε ο Πρόεδρός της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, έχασε μία τεράστια ευκαιρία να εξηγήσει στην ελληνική κοινωνία γιατί ανατράπηκε πλήρως το κυβερνητικό σενάριο για την οικονομία και τη διαπραγμάτευση.

Παρά τους υπαγορευόμενους από επικοινωνιακούς λόγους κυβερνητικούς «πανηγυρισμούς», η πρόδηλη πραγματικότητα είναι ότι αναλώθηκε τεράστιο διαπραγματευτικό κεφάλαιο, ότι η πραγματική οικονομία βίωσε στιγμές υπαρξιακής αγωνίας, ότι τα σενάρια Grexit επανεμφανίσθηκαν και ότι στο τέλος η Κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποσπάσει παρά τα ελάχιστα: Την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και αυτή μάλιστα με επιπλέον μέτρα που φτάνουν στα 5 δισ. ευρώ! Συγχρόνως, η αξιολόγηση για το υφιστάμενο πρόγραμμα μετατράπηκε στην πράξη σε νέο πρόγραμμα, δηλαδή σε ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα νέα χρηματοδότηση.

Δυστυχώς η συμφωνία του Eurogroup, κρατά την Ελλάδα δέσμια πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2% από το 2023 έως το 2060, τα οποία δεν είναι ρεαλιστικά σε τέτοιο ύψος και βάθος χρόνου. Παράλληλα, η συμφωνία δεν επιλύει το ζήτημα βιωσιμότητας του χρέους, ενώ δεν δίδει την απαραίτητη έμφαση στην προώθηση μεταρρυθμίσεων.

Είναι πλέον πασιφανές ότι με την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν υφίσταται ελπίδα πραγματικής ανάκαμψης της χώρας και βελτίωσης του επιπέδου ζωής του Έλληνα πολίτη. Το αποκλειστικό ενδιαφέρον της ετερόκλητης κομματικής συμμαχίας είναι η διαιώνιση της διακυβέρνησής της. Η νομή της εξουσίας, ως ο απόλυτος αυτοσκοπός.

Έστω και αν αυτό συνεπάγεται πλήρη εκχώρηση της διαχείρισης του Εθνικού πλούτου και του Τραπεζικού Συστήματος με ό,τι αυτό συμπαρασύρει και σηματοδοτεί.

Αλλά τα πρόσφατα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας αποδεικνύουν ότι η κατάσταση παραμένει κρίσιμη, σε πείσμα της Κυβερνητικής εθελοτυφλίας. Η επιστροφή μετά από 2,5 χρόνια σε μία αναιμική ανάπτυξη, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τις προβλέψεις που υπήρχαν μόλις πριν μερικούς μήνες, δεν μπορεί να μας καθησυχάσει. Είναι ενδεικτικό ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες ξεπέρασαν τα 5 δισ. ευρώ τον Μάιο, όπως ανακοινώθηκε πριν λίγες ημέρες, την ίδια στιγμή που ακόμη 14.500 επιχειρήσεις διέκοψαν την δραστηριότητά τους το πρώτο εξάμηνο του έτους. Είναι πασιφανές ότι η νέα «καταιγίδα» επιβαρύνσεων και τα δυσβάσταχτα μέτρα που έχουν ψηφιστεί, συνιστούν απειλή για ό,τι απέμεινε όρθιο στον ιδιωτικό τομέα. Είναι ολοφάνερο επίσης, ότι την ίδια στιγμή που οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου και τα λαϊκά στρώματα αντιμετωπίζουν ζήτημα επιβίωσης, η πάλαι ποτέ ακμάζουσα αστική τάξη, με τα φορολογικά μέτρα και τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές, έχει καταστεί τάξη νεόπτωχων.

Όλα αυτά δυστυχώς συμβαίνουν την ίδια στιγμή που οι ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ αυξάνουν τις δαπάνες του Δημοσίου και προσλαμβάνουν ημέτερους όπου μπορούν ή οδηγούν την χώρα σε τραγελαφικές καταστάσεις, με χειρισμούς όπως αυτοί για τους συμβασιούχους.

Η ελληνική οικονομία όμως δεν μπορεί να αναπτυχθεί υπό τον εγκλωβισμό της κυβερνητικής φαυλότητας.

Είναι αλήθεια ότι μετά από 8 χρόνια κρίσης, μοναδικό φαινόμενο στα παγκόσμια οικονομικά χρονικά, «μαγικές λύσεις» δεν υπάρχουν. Είναι όμως δυνατόν με ένα δικής μας ιδιοκτησίας πρόγραμμα βαθύτατων μεταρρυθμίσεων, το οποίο δεν θα είναι αποτέλεσμα της κρίσης, αλλά προϋπόθεση εξόδου από αυτήν, να προσελκύσουμε σημαντικές επενδύσεις και να μειώσουμε τα θηριώδη ποσοστά της ανεργίας. Απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως είναι η θεσμική ανάταξη του Κράτους και η ριζική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του.

Και είναι εφικτό παράλληλα να μεταβάλουμε το προσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας και να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο με έμφαση στην εξωστρέφεια, με ένα θεσμικό περιβάλλον φιλικό στο επιχειρείν και την καινοτομία ώστε να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Είναι βεβαίως απαραίτητο να αντιληφθούμε ότι οι εξαγωγές, η παραγωγικότητα και η καινοτομία, όχι το δημόσιο χρέος, είναι τα κύρια προτάγματα της οικονομίας.

Προϋπόθεση είναι να γίνει ευρέως αντιληπτό ότι το ίδιο το Κυβερνητικό σχήμα είναι μέγιστη τροχοπέδη στην προσπάθεια της κοινωνίας για

ανάκαμψη και οριστική έξοδο από την κρίση. Η Κυβερνητική εμμονή στις ιδεοληψίες της δεκαετίας του ’60 και του ’80 δεν συνιστά αναπτυξιακή πρόταση. Η αδυναμία στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων λειτουργεί υπονομευτικά στην όποια προσδοκία βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι προκλήσεις της νέας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας του 21ου αιώνα, δεν απαντώνται με μηρυκασμούς παλαιομαρξιστικών ή λαϊκιστικών αποφθεγμάτων και τοποθετήσεων, και οι βαθιές δυσλειτουργίες του οικονομικού μας μοντέλου δεν θεραπεύονται με την επιβολή νεοαποικιακού καθεστώτος καθολικά αφελληνισμένου.

Και βέβαια η Σικελοποίηση της Δημόσιας Ζωής και η εξαχρείωση του Δημόσιου Λόγου, δεν δημιουργούν το ελκυστικότερο περιβάλλον για την πραγματοποίηση επενδύσεων από επιχειρηματικά σχήματα και άτομα εθισμένα να λειτουργούν υπό κανόνες διαφάνειας και συνθήκες φωτός.

Θα είναι απολύτως τραγικό αν επιτραπεί η πολλαπλά τραυματισμένη χώρα αντί να επιστρέψει σε ρυθμούς υγιούς Ευρωπαϊκής Ανάπτυξης να διολισθήσει στη ζώνη του Σικελικού ή νεοαποικϊακού λυκόφωτος.

Δημοσιεύεται στην«Καθημερινή της Κυριακής»