Η αρχική ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια και ο κύκλος του Ελσίνκι
23/03/2019 19:20
Του Κάσσανδρου​​
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Η αρχική ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια και ο κύκλος του Ελσίνκι

Ξεκινώντας θα πάμε λίγο πίσω στον χρόνο. Θα πάμε στο μακρινό πλέον 1991. Βρισκόμαστε στο τέλος του ψυχρού πολέμου και οι κομμουνιστικές χώρες των Βαλκανίων σιγά σιγά υφίστανται πολιτειακή μεταβολή μετατρεπόμενες σε Δημοκρατίες. Το ανατολικό μπλοκ βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Είναι προφανές πως βαδίζουμε σε μία σημαντική μεταβολή στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Σε εκείνη τη χρονική στιγμή η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη από τις εξελίξεις να προσαρμόσει την εξωτερική της πολιτική στις νέες συνθήκες. Και κυρίως να σχηματίσει μία νέα πολιτική ειδικά προς βορρά όπου προκύπτουν νέες χώρες και νέα δεδομένα εκείνη τη χρονική στιγμή.

Μέχρι τότε για την Ελλάδα βορείως των συνόρων της υπήρχε ένα απέραντο λευκό. Λόγω της κομμουνιστικής κυριαρχίας του συμφώνου της Βαρσοβίας και του σιδηρούν παραπετάσματος τα περιθώρια πολιτικής στα Βαλκάνια ήταν πρακτικά εκμηδενισμένα καθώς η Ελλάδα αποτελούσε την παραμεθόριο του ελεύθερου κόσμου απέναντι στο σιδηρούν παραπέτασμα. Εκείνη τη στιγμή αυτή η συνθήκη παύει να ισχύει.

Βρισκόμαστε στην Ελλάδα με κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και υπουργό εξωτερικών τον Αντώνη Σαμαρά. Και η Ελλάδα αρχίζει εύλογα να σχεδιάζει την πολιτική της απέναντι στις νεότευκτες βαλκανικές δημοκρατίες. Με αρχιτέκτονα τον τότε υπουργό Εξωτερικών σχεδιάζεται μία πολιτική διείσδυσης σε αυτές τις χώρες μέσω της Ελληνικής οικονομικής ισχύος και ταυτόχρονα με μία επίδειξη δύναμης της Ελλάδας με σκοπό να προκαλέσει ένα μικρό ελληνικό Imperium στη βαλκανική καθώς η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική Δυτική Χριστιανική Χώρα στην περιοχή. Σκοπός τότε ήταν οι βαλκανικές χώρες να ακολουθήσουν την Ελλάδα ως την πιο ισχυρή χώρα της περιοχής μετατρέποντας έτσι την Ελλάδα από παραμεθόριο της Δύσης σε έναν περιφερειακό παίκτη και μία ισχυρή δύναμη στην περιοχή. Ταυτοχρόνως σκοπός της πολιτικής αυτής ήταν να προκληθεί θαυμασμός στις γειτονικές χώρες με τις οποίες δεν υπήρχαν μέχρι τότε επαφές για την ισχύ της Ελλάδος και το αυξημένο επίπεδο διαβίωσης των Ελλήνων. Αυτή η πολιτική στην ουσία ξεκινάει μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας που είναι και το χρονικό σημείο καμπής της αλλαγής των συνθηκών στην βαλκανική χερσόνησο.

Για εκείνο το χρονικό διάστημα των δύο περίπου ετών συντελείται μία ταχύτατη διείσδυση ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών στις βαλκανικές χώρες ενώ ταυτόχρονα ξεκινάει και μία εμπορική σχέση μεταξύ των βαλκανικών λαών και της Ελλάδας. Εκείνα τα πρώτα χρόνια η Ελλάδα ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος των βαλκανικών κρατών. Η Ελλάδα τότε συμπεριλαμβάνεται σε όλους τους σχεδιασμούς της διεθνούς πολιτικής στην περιοχή και όχι μόνο στα Βαλκάνια αλλά ακόμα και στη Μαύρη Θάλασσα.

Εκείνη την εποχή επίσης ξεκινάει και το ζήτημα του κρατιδίου των Σκοπίων. Η λογική της Ελληνικής θέσης τότε ήταν να υποχωρήσουν τα Σκόπια μπροστά στην Ελληνική ισχύ και να μπορέσουν έτσι να ακολουθήσουν την Ελλάδα ως συμπληρωματικό κράτος, πράγμα το οποίο ήταν και η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Και σε πρώτη φάση η πολιτική αυτή αποδίδει καθώς σύσσωμη η τότε πολιτική τάξη συσπειρώνεται πάνω στην Εθνική γραμμή των τριών σημείων. Όχι όνομα ή παραγωγό του όρου Μακεδονία στο όνομα του γειτονικού Κράτους, αλλαγή του προοιμίου του Συντάγματος και αλλαγή σημαίας. Στις πρώτες διπλωματικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων η Ελλάδα βγαίνει νικήτρια και τα Σκόπια δεν αναγνωρίζονται με κανένα όνομα από τις δυτικές χώρες ενώ αναγνωρίζονται από κάποιες εκ των κομμουνιστικών με το ψευδώνυμο τους. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως στην Ελλάδα και η αριστερά τότε συντασσόταν με τους τρεις Όρους με το ΚΚΕ απλά να μην παίρνει θέση γνωρίζοντας το ένοχο παρελθόν του ενθυμούμενο το 1947, παρελθόν το οποίο μόλις πριν ένα χρόνο απεμπόλησε χαρακτηρίζοντας την πολιτική Ζαχαριάδη για τη Μακεδονία ως προϊόν ιμπεριαλιστικών στόχων.

Την ίδια εποχή και με την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία οι σχέσεις μας με το γειτονικό κράτος είναι από τη θέση του ισχυρού καθώς ένα μεγάλο κομμάτι του αλβανικού πληθυσμού εισέρχεται στην Ελληνική επικράτεια για να εργαστεί και αυτό αποτελεί διαπραγματευτικό χαρτί για την Ελλάδα. Παρά τις όποιες δυσλειτουργίες κι αν αυτό επέφερε στην Ελληνική κοινωνία (και πάντως σημαντικά λιγότερες από το σημερινό μεταναστευτικό πρόβλημα), ταυτόχρονα η ελληνική μειονότητα αναδεικνύεται σε ρυθμιστή της αλβανικής πολιτικής σκηνής λαμβάνοντας με το μειονοτικό κόμμα της Ομόνοιας ποσοστό της τάξης του 10% στις αλβανικές εκλογές. Καθίσταται λοιπόν σαφές πως στις σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας η Ελλάδα είχε σαφώς δεσπόζουσα θέση.

Με την Βουλγαρία τα πράγματα ήταν σαφώς πιο εύκολα καθώς και οι Βούλγαροι είχαν να αντιμετωπίσουν ως αντίπαλο την Τουρκία η οποία έχει μία πολυπληθή μειονότητα εντός βουλγαρικού εδάφους στη Βόρεια Θράκη. Και είναι γεγονός πως και ακόμα και σήμερα δεν υπάρχουν πολλά αρνητικά επεισόδια στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις .

Παράλληλα η Ελλάδα αρχίζει να γίνεται πόλος έλξης για τους Βαλκάνιους ενώ σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις με πολίτες των βαλκανικών χωρών εκείνη την εποχή είναι σαφές πως η Ελλάδα είναι άξια θαυμασμού κυρίως για τις ιστορικές τις επιλογές για την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σε σχέση με αυτές τις χώρες. Βαλκάνιοι ασθενείς έρχονται για θεραπείες στα νοσοκομεία της Βορείου Ελλάδος και της Ηπείρου ενώ την ίδια στιγμή σχεδιάζονται πολιτικές έτσι ώστε να υπάρξουν πανεπιστήμια τα οποία θα υποδεχθούν στο άμεσο μέλλον φοιτητές από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Ακόμα θυμάμαι ως φοιτητής τα υπολείμματα αυτής της πολιτικής με τις επενδύσεις που είχαν γίνει τότε στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με πρύτανη τον αείμνηστο Δημήτριο Γλάρο, έτσι ώστε να προσελκύσει φοιτητές από αυτές τις χώρες και θυμάμαι για τις πάρα πολλές ανταλλαγές φοιτητών από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Επίσης οι εμπορικές συναλλαγές ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη εκτινάσσονται καθώς αναπτύσσεται το ελεύθερο εμπόριο και πέραν του σιδηρούν παραπετάσματος.

Στα αρχικά στάδια εκτέλεσης αυτής της πολιτικής τα πράγματα πήγαιναν καλά. Η Ελλάδα ξεκίνησε από ισχυρή θέση στα Βαλκάνια και με κλίμα πολιτικής συναίνεσης καθώς τότε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου συμφωνούσε με την πολιτική αυτή. Και μάλιστα την ακολούθησε και για το βραχύ διάστημα στο οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός από το 93 έως το 95. Μόνο που σύντομα ξεκίνησαν τα προβλήματα και η αμφισβήτηση αυτής της πολιτικής από το εσωτερικό.

Το πουλόβερ άρχισε να ξηλώνεται από το πρωθυπουργικό περιβάλλον και κυρίως από κύκλους οι οποίοι ήταν κοντά στην Ντόρα Μπακογιάννη οι οποίοι αμφισβήτησαν την πολιτική των τριών σημείων στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων και συνέχισαν να την αμφισβητούν συστηματικά έως και σήμερα μαζί και με άλλους συμμάχους οι οποίοι προστέθηκαν στην πορεία. Το χρονικό σημείο ήταν λίγο πριν την πρώτη συνεδρίαση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών. Αυτό δημιούργησε έντονους τριγμούς στην εύθραυστη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με την πλειοψηφία των 150 + 1 βουλευτών. Στο μεταξύ ο Συνασπισμός (ο τότε ΣΥΡΙΖΑ) άλλαξε την ρητορική και τη θέση της Αριστεράς και στράφηκε εναντίον αυτής της πολιτικής. Σε αυτή την εναντίωση δόθηκε επίσης και ιδεολογικός μανδύας με μία υποτιθέμενη συμμαχία μεταξύ αριστερών και φιλελεύθερων η οποία ήταν προφανώς παρά φύσει και δεν προκύπτει με κανέναν μα κανέναν τρόπο. Ο Φιλελευθερισμός και η Αριστερά είναι εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες. Η αποσπασματική ανάγνωση τμημάτων των δύο ιδεολογιών και ταύτισης τους είναι βαθιά ανιστόρητη.

Παρά τη στήριξη της πολιτικής των τριών όρων και στις δύο συσκέψεις των πολιτικών αρχηγών αλλά και επιδοκιμασίας της σε εκλογικά αποτελέσματα, το πριόνισμα αυτής της πολιτικής συνεχίστηκε μεθοδικά και ακατάπαυστα μέχρι και σήμερα με τους αντιπάλους αυτής να κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Και να παρεκτοπίζουν για ικανό διάστημα από την ενεργό πολιτική και τον αρχιτέκτονα της πολιτικής της κυριαρχίας της Ελλάδας στα Βαλκάνια και να του επιτίθενται συστηματικά έως και σήμερα. Ο Αντώνης Σαμαράς αποτελεί ακόμη και σήμερα στόχο συστηματικών και μεθοδικών πολιτικών επιθέσεων.

Γιατί ακόμα και σήμερα οι προϋποθέσεις της κυριαρχίας της Ελλάδας στις γειτονικές της χώρες παραμένουν, ακόμα και μετά τη χρεοκοπία. Η Ελλάδα εξακολουθεί ακόμα και το 2019 να είναι η πιο ισχυρή Δυτική χριστιανική Χώρα στην περιοχή και μάλιστα σήμερα η πολιτισμική ώσμωση μεταξύ των γειτονικών λαών έχει αυξήσει σημαντικά το ποσοστό ελληνοφωνίας στις γειτονικές χώρες. Και στην Αλβανία και στα Σκόπια και στη Βουλγαρία και σε κάποιο βαθμό και στην Τουρκία μπορούμε να συνεννοηθούμε μιλώντας ελληνικά.

Η ημερομηνία στην οποία οι δυνάμεις αυτές πήραν το πάνω χέρι στην Ελληνική πολιτική σκηνή ήταν η 18η Ιανουαρίου 1996, η πρώτη μέρα του Κώστα Σημίτη ως πρωθυπουργού. Με την κρίση των Ιμίων να ακολουθεί λίγες μέρες μετά. Η εξωτερική πολιτική των εκσυγχρονιστών καμία σχέση δεν είχε με πολιτική κυριαρχίας αλλά αντιμετώπισε τα γειτονικά κράτη ως ισότιμα και με διάθεση να διαπραγματευτεί ό,τι μπορούσε να διαπραγματευτεί από τα ελληνικά κεκτημένα και με διακηρυγμένο στόχο να μπουν στην ΕΕ χωρίς ανταλλάγματα για την Ελλάδα. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η εγκατάλειψη της Ομόνοιας στη Βόρειο Ήπειρο και η απόφαση οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες να υποστηρίξουν τότε το σοσιαλιστικό κόμμα του Φάτος Νάνο το οποίο ήταν αδελφό κόμμα του τότε ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία πάντα του Κώστα Σημίτη (και η τότε ΝΔ με τον Μπερίσα βεβαίως).

Η εμβληματική στιγμή της πολιτικής αυτών των Δυνάμεων ήταν η συμφωνία του Ελσίνκι με την Τουρκία η οποία ακόμα και σήμερα εξυμνείται από διάφορες πολιτικές δυνάμεις. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επέλεξα τον τίτλο “ο κύκλος του Ελσίνκι”. Ο κύκλος αυτός δεν αποτελεί ένα μυστικό κονκλάβιο το οποίο λαμβάνει αποφάσεις, αλλά αποτελεί ένα σύνολο αποφάσεων και στρατηγικών στην εξωτερική πολιτική το οποίο ενδεχομένως να μην προέρχεται από το εσωτερικό αλλά από άλλες δυνάμεις.Ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να ασχοληθώ με αυτήν την ιστορική αναδρομή ήταν για να υπενθυμίσω από πού ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε στην πορεία αυτού του κύκλου. Και κυρίως γιατί οι συνθήκες σήμερα στη γειτονιά μας δείχνουν πως αυτός ο κύκλος κλείνει και πως αν είχε κάποια σκοπιμότητα αυτή είναι κοντά στο να πραγματοποιηθεί. Και το κλείσιμο του ελλοχεύει μεγάλους εθνικούς κινδύνους οι οποίοι με την παρούσα κυβέρνηση είναι πιο κοντά από ποτέ.

Με την παρέμβασή μου αυτή απλά ζωγραφίζω την αρχική κατάσταση και ελπίζω να ξεκινήσει η συζήτηση για την εξωτερική πολιτική, την ανάγνωση των δεδομένων και των πεπραγμένων αλλά και το σχεδιασμό μιας νέας ελληνικής πολιτικής για το αύριο.

Θα επανέλθουμε.