Επίσκεψη Κοτζιά στις ΗΠΑ: Έντονη ανησυχία για την περιοχή μας
17/03/2017 14:52
Του Sukhoi
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Επίσκεψη Κοτζιά στις ΗΠΑ: Έντονη ανησυχία για την περιοχή μας

“Επί Τράμπ, τα πάντα στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα επαναπροσδιοριστούν από το μηδέν”. Σε αυτή τη φράση συνοψίζεται το στίγμα που έδωσαν οι αμερικανοί αξιωματούχοι, με τους οποίους συναντήθηκε τις προηγούμενες ημέρες ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, στην Ουάσιγκτον. Οι σημαντικότερες επαφές του, ως γνωστόν, ήταν με τον ομόλογό του, Ρεξ Τίλλερσον, και τον Χέρμπερτ Μακ Μάστερ, σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ. Από τα λεχθέντα, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, προέκυψε σαφώς, σύμφωνα με την εικόνα που δίδουν ελληνικοί πολιτικοί και διπλωματικοί κύκλοι, ότι η Ουάσιγκτον είναι σε αναζήτηση μιας νέας τακτικής και στρατηγικής για τα μεγάλα διεθνή προβλήματα, και τα ειδικότερα καυτά ζητήματα της περιοχής μας.

Κατά τους ίδιους κύκλους, οι αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφρασαν την “έντονη ανησυχία” τους για την κατάσταση στην ευρύτερη γειτονιά μας. Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τα Βαλκάνια, την Ουκρανία, αλλά πρωτίστως για τη Μέση Ανατολή – Ανατολική και Βόρειο Μεσόγειο. Ως γνωστόν, η κυβέρνηση Τράμπ έχει δηλώσει ότι πρωταρχικός στόχος της είναι η “εξάλειψη” των τζιχαντιστών και η σταθερότητα σε Συρία και Ιράκ, με ό,τι, βέβαια, αυτό συνεπάγεται για τις γεωπολιτικές και στρατιωτικές κινήσεις που πρόκειται να κάνει και τις συμμαχίες που θα κλείσει με διάφορες δυνάμεις στην περιοχή. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν η διόλου φιλική στάση απέναντι στο Ιράν, οι εξαιρετικά φιλικές διαθέσεις της απέναντι στον Νετανιάχου, και η “κρυφή” συμπάθεια στον Αλ Σίσι της Αιγύπτου, μια χώρα, πάντως, που μόνον σταθερή δεν χαρακτηρίζεται. Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει, είναι ποια η θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτό το σκηνικό, και πολύ περισσότερο αν και τι είδους συνεργασία θέλουν οι ΗΠΑ με την Αθήνα και σε ποιο βάθος. Πόσο μάλλον, όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποδεικνύονται για μια ακόμη φορά “το μαλακό υπογάστριο του ΝΑΤΟ” στην περιοχή, και η ηγεσία Ερντογάν υψώνει αρκετά τους τόνους τόσο στα ελληνοτουρκικά όσο και στα ευρωτουρκικά. Σε αυτό το ερώτημα, ο κ.Κοτζιάς φαίνεται πως δεν πήρε σαφείς απαντήσεις, είτε επειδή οι αμερικανοί δεν ήθελαν να ανοίξουν τα χαρτιά τους, είτε διότι δεν είχαν ουσιαστικές απαντήσεις να δώσουν.

Το εντυπωσιακό, όμως, όπως ανέφεραν οι ίδιοι διπλωματικοί κύκλοι περιγράφοντας τις συναντήσεις, είναι ότι οι αμερικανοί αξιωματούχοι, περισσότερο άκουγαν τις τοποθετήσεις Κοτζιά και του έθεταν ερωτήσεις, παρά τοποθετούνταν οι ίδιοι. Στην περίπτωση του Μακ Μάστερ, μάλιστα, λέγεται πως ήταν ο ίδιος που κρατούσε σημειώσεις από τη συζήτηση. Να σημειωθεί, επίσης, ότι, ενώ η συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του αμερικανού προέδρου ήταν προγραμματισμένη για σαράντα λεπτά, διήρκεσε, όπως δήλωσε ο Ν.Κοτζιάς, μιάμιση ώρα. Η εικόνα που μεταφέρουν οι διπλωματικοί κύκλοι, εφόσον ισχύει, είναι αρκετά διαφορετική από αυτήν που έχουν συνηθίσει οι Έλληνες πολιτικοί, οι οποίοι, πηγαίνοντας στις ΗΠΑ, περισσότερο περιμένουν να ακούσουν τις αμερικανικές θέσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, σε υψηλούς, επιτακτικούς τόνους. Άραγε, να σημαίνει αυτό ότι η νέα αμερικανική ηγεσία βρίσκεται πράγματι σε πορεία επαναπροσδιορισμού αρκετών στόχων της εξωτερικής πολιτικής τους, και γι' αυτό τείνει ευήκοον ους στους συνομιλητές της; Μένει να διαπιστωθεί λείαν συντόμως.

Ενδιαφέρον είναι επίσης, ότι στη συνάντηση με τον Μακ Μάστερ παραβρέθηκαν ο ελληνοαμερικάνος προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Ρινς Πρίμπους, αλλά και ο σύμβουλος του Ν.Τράμπ για θέματα διεθνούς οικονομικής πολιτικής, Κένεθ Τζάστερ. Η παρουσία του τελευταίου φαίνεται πως είχε να κάνει κυρίως με την απευθείας ενημέρωση του περιβάλλοντος του αμερικανού προέδρου για το θέμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Κατά πληροφορίες, αν και δεν υπήρξε κάποια συμφωνία για συγκεκριμένη συνάντηση των οικονομικών επιτελείων Ελλάδας και ΗΠΑ, γίνονται έντονες διεργασίες ούτως ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να πραγματοποιηθούν. Προηγουμένως, μετά τη συνάντησή του με τον Ρεξ Τίλλερσον, ο Νίκος Κοτζιάς είχε δηλώσει πως αυτό που ήθελε ο ίδιος να θέσει σε αυτό το ταξίδι του, ήταν “η ανάγκη να υπάρξουν οι επαφές και οι συναντήσεις ανάμεσα στους αρμόδιους υπουργούς” Οικονομικών.

Ενδιαφέρον είχε η απάντηση του Ν.Κοτζιά όταν ρωτήθηκε εάν από τις συναντήσεις του προέκυψε κάτι περί στήριξης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ για το θέμα του χρέους, δεδομένου ότι αυτή υπήρξε επί προεδρίας Ομπάμα. Αν και ιδιαίτερα επιφυλακτικός, είπε: “Έχοντας μια αρχική συζήτηση επί του θέματος, νομίζω ότι θα συνεχισθεί και ίσως να είναι και πιο μεγάλη”. Ας κρατήσουμε, πάντως, μικρό καλάθι γιατί και επί Ομπάμα χορτάσαμε από λόγια. Η εκτίμηση Κοτζιά για “ίσως” μεγαλύτερη στήριξη, φαίνεται να στηρίζεται, σύμφωνα με τους ίδιους διπλωματικούς κύκλους, στην επισήμανση που έγινε επανειλημμένως κατά τις συναντήσεις ότι η αμερικανική πλευρά επουδενί θα ήθελε να δει περαιτέρω αποσταθεροποίηση στην ήδη ταραγμένη περιοχή μας. Ένα ακόμα ενδιαφέρον σημείο είναι ότι στις συναντήσεις η αμερικανική πλευρά έθεσε αρκετές ερωτήσεις για την “κρίση” στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δείχνοντας έτσι τον ιδιαίτερο προβληματισμό της για τις διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό της Ένωσης, αλλά και για τις νέες συνθήκες που δημιουργούνται στις αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις.

Στη συνάντηση με τον Μακ Μάστερ, εκτός από τα θέματα “σκληρής πολιτικής”, υπήρξαν και οι χαριτωμένες στιγμές, όταν για παράδειγμα ο Πρίμπους θυμήθηκε που τον έβγαζε βόλτα ο παππούς του στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής. Καλές οι “χαριτωμενιές”, θα πει κανείς, αλλά είναι γνωστό σε όλους ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν καθορίζεται από κανέναν Πρίμπους. Πολύ περισσότερο, θα ήταν ανοησία να πιστέψει κανείς ότι οι ΗΠΑ θα γυρίσουν την πλάτη στην Τουρκία για να ποντάρουν μονομερώς στην Ελλάδα. Ανεξαρτήτως του τι πραγματικά αποκόμισε από την επίσκεψή του στις ΗΠΑ, οι επαφές Κοτζιά με παράγοντες της “ομάδας Τράμπ” τόσο πριν τις εκλογές όσο και μετά, είναι απολύτως επιβεβλημένες στις σημερινές καυτές γεωπολιτικές συγκυρίες (Κυπριακό, Τουρκία, Συρία, Βαλκάνια, Ρωσία) και στις συνθήκες οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. Όσον αφορά τις σχέσεις Ουάσιγκτον – Άγκυρας υπό τη νέα κυβέρνηση Τράμπ, είναι ακόμα νωρίς να βγουν συμπεράσματα, αν και η κινητικότητα ιδιαίτερα από την αμερικανική πλευρά είναι μεγάλη. Πάντως, η συνάντηση γνωριμίας που είχε ο Ρεξ Τίλλερσον με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στο περιθώριο της Διάσκεψης του Μονάχου, τον περασμένο μήνα, και σύντομη, όπως λέγεται, ήταν, και όχι και τόσο ... εποικοδομητική.

“Αντιλαμβάνομαι ότι η αμερικανική διοίκηση αναζητεί τους τρόπους, με τους οποίους θα αναβαθμιστεί ο ρόλος και η σημασία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, σε συνεργασία -εξ όσων καταλαβαίνω, με διαφορετικό τρόπο απ' ότι στο παρελθόν, δηλαδή πιο εντατικά και ισότιμα- με κράτη με τα οποία έχουν ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις”, είπε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, μετά τη συνάντησή του με τον Μακ Μάστερ. Μένει να διαπιστωθεί στην περίπτωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων αν και ποιος θα είναι αυτός ο “διαφορετικός τρόπος” σε σχέση με το παρελθόν”, και πως εννοεί η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ τις “πιο εντατικές” και “ισότιμες” σχέσεις. Τέλος, σε ποιο επίπεδο ιεράρχησης βάζουν οι ΗΠΑ ένα “ιδιαίτερα φιλικό κράτος” σαν την Ελλάδα. Όποια τακτική κι αν ακολουθήσει η Ουάσιγκτον, ουδείς -και πολύ περισσότερο οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις- πρέπει να ξεχνά τα λόγια του Βρετανού πολιτικού, Πάλμερστον: “Τα έθνη δεν έχουν αιώνιους φίλους ή εχθρούς, έχουν μόνο αιώνια συμφέροντα”.