Απ
23/02/2020 12:00
Της Κρινιώς Καλογερίδου
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Απ' τον Βενιζέλο και τον Καραμανλή μια αιωνιότητα δρόμος...

Ίσως φανεί παράξενο σε πολλούς ένθεν κακείθεν της Νέας Δημοκρατίας και πολύ περισσότερο στους ''ειδωλολάτρες'' του Καραμανλισμού, τους ''γνησιοδεξιούς'' αυτοαποκαλούμενους, το γεγονός ότι το τελευταίο πράγμα που μ' ενοχλεί στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη είναι οι αναφορές του στη συγγενική σχέση του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και ο θαυμασμός του γι' αυτόν.

Κι αυτό γιατί τυχαίνει να μοιράζομαι μαζί του τον ίδιο θαυμασμό για τον σπουδαίο πολιτικό που κυβέρνησε την Ελλάδα σε δύσκολες ως τραγικές εποχές γι' αυτήν, αλλά και σε περιόδους λαμπρές, που άφησαν ανεξίτηλο στίγμα στη σύγχρονη ιστορική της πορεία.

Η μόνη μας διαφορά εστιάζεται, ουσιαστικά, στους λόγους για τους οποίους τον θαυμάζει ο καθένας. Εκείνος (ο πρωθυπουργός δηλαδή) τον θαυμάζει για την αναπτυξιακή πολιτική του και τις φιλελεύθερες ιδέες του, αν και ο Βενιζέλος - κατά τα πρώτα χρόνια της πολιτικής σταδιοδρομίας του - ήταν γνωστός για τον μεγαλοϊδεατισμό του και την πίστη του στον (υγιή) εθνικισμό, που ταυτιζόταν με την φιλοπατρία.

Στο αναπτυξιακό μοντέλο του οραματιστή εθνικού ηγέτη είχε αναφερθεί με θαυμασμό σε άρθρο του στην ''Καθημερινή'' (26/9/'20) ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα λόγου του:

''Με δυο μόνον λέξεις δύναμαι να σας είπω ότι αναλαμβάνομεν να αναπτύξωμεν όλους τους κλάδους της εθνικής παραγωγής. Θα σπρώξωμεν την Ελλάδα εις τον δρόμον της προόδου. Και θα την καταστήσωμεν αγνώριστον''...

Σ' αυτήν την τελευταία του φράση, που εξέθετε με τρόπο λιτό και σαφή το σχέδιό του για την ανάπτυξη της χώρας, κρυβόταν το όνειρο του ριζοσπάστη πολιτικού των αρχών του 20ου αιώνα, που ονειρεύτηκε την πρόοδο και την αναγέννηση της αποδεκατισμένης απ' τους πολέμους Ελλάδας.

Την πρόοδο που θα έφερνε μια καλύτερη ζωή για τον λαό της μέσα απ' τους κλάδους εθνικής παραγωγής, η ανάπτυξη των οποίων θα συνέβαλε στην βελτίωση της ποιότητας ζωής του και θα τον βοηθούσε να αφήσει οριστικά πίσω του το κακό παρελθόν του.

Ωστόσο, παρ' όλα αυτά και παρά την επίγνωση ότι την έχουμε ανάγκη την ακριβοθώρητη οικονομική ανάπτυξη, ουδέποτε... σκίρτησα για χάρη της, ακόμα και... εν ονόματι του Ελευθέριου Βενιζέλου. Για τον λόγο αυτό, αν εξαιρέσω την δεκαετία της κρίσης όπου ήταν και εξακολουθεί να είναι η ανάπτυξη το κύριο ζητούμενο για την καταπολέμηση της ανεργίας, δεν υπήρξε ποτέ αυτή ο λόγος που είχα τον Κρητικό πολιτικό τόσο ψηλά στην εκτίμησή μου.

Λάθος μου, βέβαια, γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει τη συνεξάρτηση της ανάπτυξης με την ευόδωση των εθνικών μας ονείρων για διασφάλιση της ανόδου του βιοτικού επιπέδου του λαού και των εδαφικών κεκτημένων μας από θέση ισχύος, ώστε να μη μας κουνάει το δάχτυλο ο κάθε Τούρκος που τα επιβουλεύεται, όπως κάνει τώρα ο Ερντογάν...

Έτσι, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, εκτιμούσα πάντα πως το πεδίο όπου είχε διαπρέψει ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ήταν τόσο το φιλελεύθερο και ρεαλιστικό της οικονομικής πολιτικής του (που θαυμάζει δικαιολογημένα ο πρωθυπουργός), όσο το εθνικό πεδίο της εδαφικής αποκατάστασης της πατρίδας μας.

Η Συνθήκη των Σεβρών, άλλωστε, ανέδειξε προς παραδειγματισμό τα πολιτικά του προσόντα και τις διπλωματικές του ικανότητες. Χάρη σ'αυτές επέστρεψε θριαμβευτής το 1920, αφού έκανε πραγματικότητα την Μεγάλη Ιδέα του Έθνους μετατρέποντας την συρρικνωμένη (λόγω τουρκικής κατάκτησης) Ελλάδα σε ''Μεγάλη Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων''.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, για όποιον απ' τους δυο λόγους θαυμάζει κανείς τον σπουδαίο Κρητικό πολιτικό των αρχών του περασμένου αιώνα, αυτό δε συνεπάγεται ότι βάζει σε υποδεέστερη θέση την άλλη δεσπόζουσα μορφή στην πολιτική ιστορία του τόπου μας. Τη μορφή του Μακεδόνα ηγέτη και ιδρυτή της Κεντροδεξιάς (ΝΔ) Κωνσταντίνου Καραμανλή, που - όπως παραδέχτηκε ο ίδιος - στέγνωσε την ψυχή του, για να κυβερνήσει με δικαιοσύνη.

Αν θέλει κανείς να συνοψίσει συγκριτικά την προσφορά των δυο αυτών πολιτικών στην πατρίδα μας, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ‟αμφότεροι αφιέρωσαν τη ζωή τους σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα ''υψηλή στρατηγική'' ”.

Ο μεν πρώτος διπλασίασε την Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, για να αναγκαστεί να εγκαταλείψει αργότερα τον αλυτρωτισμό της Μεγάλης Ιδέας και να προσαρμόσει την Εξωτερική πολιτική μας στην νέα πραγματικότητα, όπως είχε διαμορφωθεί αυτή μετά την Μικρασιατική Καταστροφή.

Και η προσαρμογή αυτή απαιτούσε θυσίες και μεγάλες πολιτικές και διπλωματικές ικανότητες. Με όπλο αυτές και την αγάπη του για την πατρίδα και το λαό της, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ξανάφτιαξε απ' το μηδέν την Ελλάδα υλοποιώντας προγράμματα αποκατάστασης των προσφύγων, εκσυγχρονίζοντας τους θεσμούς και ομαλοποιώντας τις σχέσεις μας με την Τουρκία κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργία του (1928-'32).

Διάδοχος των προσπαθειών του για την αναστήλωση των ερειπίων της χώρας μας στην μετα-αλυτρωτική περίοδο, που άρχισε το 1923, ήταν ο Μακεδόνας πολιτικός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος ξεκίνησε ως πρωθυπουργός το 1955 (σε μια Ελλάδα πολιτικά και εθνικά ταραγμένη μετά την καταστροφική Κατοχή και τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο που προηγήθηκαν) και τέλειωσε την πολιτική του σταδιοδρομία ως ΠτΔ (1980 και 1990).

Για να μη βιαστείτε όμως να χαρακτηρίσετε το άρθρο μου δοξαστικό για τους ως άνω ιστορικούς ηγέτες, βιάζομαι να σας πω ότι ''ουδείς αναμάρτητος'' στην πολιτική, όπως και στη ζωή και τη δημοσιογραφία...

Με δεδομένο αυτό, θα μπορούσα να αναφερθώ σε λάθη και παραλείψεις τους που στοίχισαν στη χώρα, όπως η επέκταση του μικρασιατικού μετώπου - με εντολή Ελευθέριου Βενιζέλου - μέχρι τα Δαρδανέλλια και τον Εύξεινο Πόντο, ένα χρόνο μετά την ριψοκίνδυνη απόφασή του να διατάξει την απόβαση του στρατού μας στη Σμύρνη (1919).

Ωστόσο, στα λάθη αυτά του σπουδαίου Εθνάρχη προστέθηκε - ένα χρόνο αργότερα - ένα ακόμα πολύ μεγαλύτερο εκ μέρους του ελληνικού λαού στις εκλογές του 1920: να μην τον βγάλει καν βουλευτή. Να τον καταψηφίσει, δηλαδή, αποφασίζοντας ταυτόχρονα - δια του νέου πρωθυπουργού που εξέλεξε (Δ. Γούναρη, λαϊκιστή της Δεξιάς, ιδρυτή του Λαϊκού Κόμματος (πρώην Κόμματος Εθνικοφρόνων) την παλινόρθωση της βασιλείας.

Την επιστροφή δηλαδή στην Ελλάδα του εξόριστου γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου Α', γεγονός που άνοιξε το δρόμο για την Μικρασιατική Καταστροφή λόγω της αλλαγής - συν τοις άλλοις - της στάσης των Συμμάχων απέναντί μας και του προσεταιρισμού τους στον Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος εκπροσωπούσε τότε το φιλοευρωπαϊκού προσανατολισμού πρόσωπο της νέας Τουρκίας.

Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σε μεγαλύτερη κλίμακα, έχουμε ένα λάθος ολκής που στοίχισε και στοιχίζει ακόμα στα εθνικά θέματα. Αυτό της υπογραφής του στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (1959), με τις οποίες κατέστησε την Τουρκία συνεγγυήτρια της Κύπρου μαζί με την Βρετανία και την Ελλάδα.

Λάθος μικρότερης βαρύτητας απ' το πρώτο ήταν - όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων - και η εν θερμώ (λόγω της διπλής τουρκικής εισβολής το '74) απόφασή του να φύγουμε απ' το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αφού η επιστροφή μας στον ευρωατλαντικό αμυντικό οργανισμό το 1980 μάς κόστισε ''την απώλεια στρατηγικών διευθετήσεων στο Αιγαίο, που ίσχυαν στην περίοδο 1952-74''.

Στα λάθη χαμηλής πτήσης μπορούμε να του χρεώσουμε, φυσικά, την άναρχη δόμηση της Αθήνας, την πολεοδομική πολιτική της αντιπαροχής και την απόφασή του να εγκαταλείψει την Ελλάδα μετά την ήττα του απ' τον Γεώργιο Παπανδρέου στις εκλογές του 1963. Μετά από 11 χρόνια αυτοεξορίας και... ''αυτοτιμωρίας'' του, επέστρεψε καλύτερος στην Ελλάδα με αφορμή την τραγωδία της Κύπρου το 1974.

''Λάθη δεν κάνει όποιος δεν πράττει'', αυτό είναι σίγουρο. Και ο Καραμανλής έπραξε ήδη πολλά για τον τόπο του και, ως εκ τούτου, ήταν αδύνατο να αποφύγει τα λάθη. Στα πολλά ευεργετήματα προς αυτόν συγκαταλέγονται η ανάπτυξη της οικονομίας, η άμβλυνση των εμφυλιοπολεμικών παθών, η λύση του πολιτειακού, η ενίσχυση της πολεμικής ετοιμότητας των ΕΔ έναντι της τουρκικής απειλής, η υπό την Προεδρία του απόφαση μη παραχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς (κάτι που ακύρωσε ο ανιψιός του το 2008) και, πάνω απ' όλα, η επιλογή της ένταξης της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς για οικονομικούς και κυρίως εθνικούς λόγους.

- Μπροστά σ' αυτές τις προσωπικότητες της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας, φαίνονται ανεπαρκείς όλοι οι άλλοι που μας κυβέρνησαν..., θα κατέληγε κάποιος συμπερασματικά, για να καταλήξει αποκαρδιωμένος. Πού να βρεις τώρα ένα δεύτερο Ελευθέριο κι έναν ''Μεγάλο'' Κωνσταντίνο να μας κυβερνήσει...

- Δεν είναι τώρα καιρός να αντιπαραβάλουμε τα πολιτικά μεγέθη της μιας ή της άλλης πλευράς δημιουργώντας νέες διαχωριστικές γραμμές στη θέση των παλιών που μας έχουν διχάσει, θα του έλεγα με κατανόηση. Ένας συνδυασμός των καλύτερων απ'όσα μας άφησαν είναι, νομίζω, ο προσφορότερος για να τον έχουμε σαν πυξίδα.

Και έτσι ακριβώς είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς. Γιατί είμαστε αναγκασμένοι να προχωρούμε μ' αυτά που έχουμε και που παραλλάσσονται από εποχή σε εποχή σε βάρος ή προς όφελος της πατρίδας και δικό μας. Την αναδρομή στην Ιστορία την κάνουμε για παραδειγματισμό κι όχι για να βρίσκουμε αφορμή για μοιρολόγια και νέους διαχωρισμούς μεταξύ μας.

Γι' αυτό, με όπλο την αποφασιστικότητα και την ''πολιτική της χελώνας'' που νικάει στο τέλος - παρά τις εγγενείς αδυναμίες της - τον ''λαγό'' κακό εαυτό μας, με την πολιτική δηλαδή της υπομονής και επιμονής και στόχο τον ριζικό εκσυγχρονισμό της χώρας μας, πρέπει να περάσουμε ενωμένοι κι αυτόν τον κάβο, αφού κάνουμε προηγουμένως την αυτοκριτική μας παραδεχόμενοι ότι απ' τον Βενιζέλο και τον Καραμανλή απέχουμε μιας αιωνιότητας δρόμο κι ότι κάθε εποχή ο λαός μας έχει τελικά τους ηγέτες που του αξίζουνε...

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)