Αδιέξοδα Ερντογάν και κίνδυνοι για Αιγαίο - Κύπρο
22/05/2017 09:00
Του Sukhoi
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Αδιέξοδα Ερντογάν και κίνδυνοι για Αιγαίο - Κύπρο

Την περασμένη εβδομάδα, η Τουρκία προέβη σε ποιοτική αναβάθμιση των προκλήσεών της στο Αιγαίο. Τόσο η ποσότητα όσο και η ποιότητα των προκλήσεων που σημειώθηκαν κατά την τελευταία, ετήσια άσκησή της, “Θαλασσόλυκος”, διέφερε από τα προηγούμενα έτη. Κίνηση με ιδιαίτερη “σημειολογία” ήταν η προσέγγιση δυο τουρκικών πλοίων στο Αγαθονήσι. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις βολές με πραγματικά πυρά, τον Φεβρουάριο, εντός των χωρικών υδάτων, κοντά στο Φαρμακονήσι, καθώς και τις δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού, Μπιναλί Γιλντιρίμ, προηγουμένως, για 130 νησιά των οποίων το καθεστώς δεν έχει καθοριστεί από διεθνείς συνθήκες, δείχνει τους στόχους της Άγκυρας: Μετά τα Ίμια, να “γκριζάρει” και άλλες περιοχές στο Αιγαίο. Να σημειωθεί πως αντίστοιχη δήλωση με αυτή του Γκιλντιρίμ, έχει να γίνει από την περίοδο της πρωθυπουργού της Τουρκίας, Τανσού Τσιλέρ.

Η περίπτωση του Αγαθονησίου, περιέκλειε και ένα ακόμη “μήνυμα”. Ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να “ανεβούν” τουρκικές δυνάμεις σε κάποια νησίδα. Στο Αγαθονήσι, βέβαια, δεν θα το έπρατταν, διότι είναι επανδρωμένο, και, άρα, η κατάσταση θα οδηγείτο σε θερμό επεισόδιο με απρόβλεπτες και πολύ σοβαρές συνέπειες. Ωστόσο, η “σημειολογία” της κίνησης ήταν σαφής. Πολύ περισσότερο, όταν η Τουρκία ευθέως αμφισβητεί το νομικό στάτους στο Αιγαίο, ενώ επανειλημμένως αξιωματούχοι της, σε δηλώσεις τους, κάνουν λόγο για τουρκικά νησιά που κατέχει η Ελλάδα, νησιά στο Αιγαίο με απροσδιόριστο νομικά καθεστώς, καθώς και νησιά που, βάσει διεθνών Συνθηκών (!), θα έπρεπε να είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Όλες αυτές οι αιτιάσεις, βέβαια, έχουν απαντηθεί λεπτομερέστατα, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο με ουσιαστικά επιχειρήματα τινάζει στον αέρα την τουρκική “επιχειρηματολογία”, ενώ αποδεικνύει με πλήρη σαφήνεια ότι το καθεστώς των νησιών στο Αιγαίο είναι πεντακάθαρο και πλήρως καλυπτόμενο από το διεθνές Δίκαιο.

Όλα αυτά, πάντως, σε συνδυασμό με τις μαζικές αεροπορικές παραβιάσεις που συνόδευσαν τις ναυτικές προκλήσεις, δείχνουν πεντακάθαρα ότι η Τουρκία εξάγει στο Αιγαίο, όπως άλλωστε και στην Κύπρο, εσωτερικά αδιέξοδά της, αλλά και σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στην εγγύς γειτονιά της, καθώς και στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την ΕΕ, και πολλές αραβικές χώρες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής. Στο πλαίσιο αυτό, άλλωστε, εντάσσονται οι υψηλές εθνικιστικές κορώνες κάθε τόσο από τον Ταγίπ Ερντογάν και αξιωματούχους του, μόνο και μόνο προς τέρψη της εθνικιστικής πελατείας του. Ως γνωστόν, ένα μεγάλο κομμάτι του εθνικιστικού κόμματος του Μπαχτσελί, MHP, δεν τον ψήφισε στο Δημοψήφισμα.

Διαχείριση ήττας

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι οι τελευταίες προκλήσεις, οι οποίες, ως όλα δείχνουν, θα συνεχιστούν, σημειώθηκαν δυο ημέρες μετά τη συνάντηση Ερντογάν – Τσίπρα στην Κίνα, και μια ημέρα προτού πάει ο Ταγίπ Ερντογάν στις ΗΠΑ. Να σημειωθεί ότι, πριν την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, ο ίδιος, με την αρκετά υψηλή ρητορική του, είχε καλλιεργήσει υψηλές προσδοκίες, σύμφωνα με τις οποίες θα αποσπούσε από τις ΗΠΑ πολλές από τις “απαιτήσεις” του τόσο για να σταματήσει η αμερικανική βοήθεια προς τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ, όσο και για να εκδώσουν τον Γκιουλέν στην Τουρκία. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν πήρε. Τουναντίον, λίγο προτού πάει ο Ερντογάν στις ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την παροχή βαρέως οπλισμού στους Κούρδους του YPG, τους οποίους οι Αμερικανοί φαίνεται ότι δεν συνδέουν με το ΡΚΚ, ενώ αντίθετα η Άγκυρα τους θεωρεί συγκοινωνούντα δοχεία με το ΡΚΚ, άρα τρομοκράτες. Τώρα, λοιπόν, ο Τ.Ερντογάν καλείται να διαχειριστεί στο εσωτερικό της χώρας του (όπου ο πληθωρισμός έφτασε στο 12%, σημειώνοντας ρεκόρ οκταετίας), και κυρίως στην “εθνικιστική πελατεία” του αυτή την ήττα του.

Βεβαίως, η αμερικανική πλευρά κατέστησε σαφές στον Τούρκο πρόεδρο ότι η Τουρκία είναι ένας στρατηγικός σύμμαχος για τις ΗΠΑ και αυτό δεν αλλάζει, αλλά ταυτόχρονα του έδειξε πεντακάθαρα ότι δεν θα πάρει αυτά που επεδίωκε. Όπως φάνηκε, και οι δυο πλευρές κατέβαλαν προσπάθεια για να κρατήσουν τη συνάντηση σε τυπικά πλαίσια, και παρά τις διαφορές που υπάρχουν, να φανεί ότι οι δυο χώρες θα συνεχίσουν να διατηρούν σχέσεις «στρατηγικής συνεργασίας». Να σημειωθεί ότι, μετά τη συνάντηση Τράμπ – Ερντογάν, ο Λευκός Οίκος εξέδωσε την συνηθισμένη ανακοίνωση σε αυτές τις περιπτώσεις, η οποία, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά σύντομη σε σχέση με άλλες συναντήσεις του αμερικανού προέδρου. Κοντολογίς, η αμερικανική και η τουρκική πλευρά, όπως όλα δείχνουν, συμφώνησαν ότι διαφωνούν.

Κάτι που έκανε, στη συνέχεια τον Ταγίπ Ερντογάν να ρίξει τους υψηλούς τόνους της φρασεολογίας του και να δείξει ότι μάλλον “προσγειώνεται” στην πραγματικότητα της περιοχής. Έτσι, πλέον, οι στόχοι του φαίνεται να περιορίζονται στη μείωση των “γεωπολιτικών απωλειών” για την Τουρκία, στην αποτροπή ενός “κουρδικού διαδρόμου” στη Βόρειο Συρία, και στην εδραίωση της “σουνιτικής παρουσίας” στις περιοχές απ’ όπου εκδιώχθηκαν οι τζιχαντιστές στο πλαίσιο της -ιδιαιτέρως προβληματικής για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, όπως αποδείχτηκε- επιχείρησης “Ασπίδα του Ευφράτη”, και εγκαταστάθηκαν φίλα προσκείμενες στην Άγκυρα δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης. Εκτιμάται, λοιπόν, ότι υπάρχει μια αλλαγή της στάσης του, από τη ρητορική της “επιθετικής Τουρκίας” (το “δόγμα ασφαλείας Ερντογάν” ήταν κτύπημα της “τρομοκρατίας” -Κούρδων κυρίως- στην πηγή της, δηλαδή εκτός συνόρων), σε “αμυντικές” θέσεις, όπως ότι, σε περίπτωση επίθεσης κατά της Τουρκίας από τους Κούρδους του YPG, θα ενεργοποιήσει τους “εθνικούς” κανόνες εμπλοκής.

Χορεύοντας με την “αρκούδα”

Δεν είναι, όμως, μόνον οι ΗΠΑ, αλλά και η Ρωσία (ο Πούτιν το δήλωσε ευθέως από το Πεκίνο) που υποστηρίζουν τους Κούρδους. Πόσο μάλλον, οι δυο δυνάμεις, παρά τις μεγάλες αντιθέσεις τους στον συριακό εμφύλιο, δείχνουν να οριοθετούν αυστηρά τις τουρκικές βλέψεις στη Συρία. Εξάλλου, η επαναπροσέγγιση Άγκυρας – Μόσχας, μετά τη “συγγνώμη Ερντογάν” για την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους, το 2015, μπορεί να έθεσε τέλος σε μια περίοδο σοβαρής κρίσης στις σχέσεις των δυο χωρών, αλλά δεν έπεισε ότι βαίνουν προς μόνιμη εξομάλυνση. Σοβαρές διαφορές στο Συριακό, καταγράφονται όχι μόνον μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας, αλλά και μεταξύ Ιράν και Τουρκίας.

Στριμωγμένος μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν αποκλείεται να εξάγει τα προβλήματά του πρώτα από όλα στο Αιγαίο και την Κύπρο. Ενδεχομένως, δε, η πρόκληση στο Αγαθονήσι και οι μαζικές παραβιάσεις, να εντάσσονται μέσα σε αυτόν το σχεδιασμό για να χαϊδέψει τα αυτιά της εθνικιστικής πελατείας του εντός της Τουρκίας. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, υψηλόβαθμοι αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να διαβεβαιώνουν ότι δεν θα επιτρέψουν κάτι τέτοιο. Βέβαια, αρκετές φορές έχουν ακουστεί υποσχέσεις, αλλά το μόνο σίγουρο για μια χώρα, είναι η ικανότητα της Διπλωματίας της και η αποτρεπτική ισχύς της. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, στις συναντήσεις που είχε η αμερικανική πλευρά με την τουρκική αντιπροσωπεία που βρέθηκε στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να προετοιμάσει την επίσκεψη Ερντογάν, ετέθη το ζήτημα Αιγαίου και Κύπρου, ενώ υψηλόβαθμες πηγές στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών φέρονται να χαρακτήρισαν τις τουρκικές προκλήσεις στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) ως “μη επιβοηθητικές” για την επίλυση του Κυπριακού. Οι Αμερικανοί, πάντως, αν και δηλώνουν διατεθειμένοι να συμβάλλουν στην επίλυσή του Κυπριακού, δεν φαίνεται να θεωρούν το ζήτημα ως πρώτης προτεραιότητας για την εξωτερική πολιτική τους (όπως αντίθετα ήταν, όταν υφυπουργός Εξωτερικών, επί Ομπάμα, ήταν η Βικτώρια Νούλαντ). Να σημειωθεί ότι τον Ιούνιο, ο Κύπριος πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, προγραμματίζει ταξίδι στις ΗΠΑ.

Ακριβώς, εξαιτίας του εθνικιστικού παροξυσμού του, ειδικά πριν από το Δημοψήφισμα, ο Ταγίπ Ερντογάν έκανε επίδειξη αδιαλλαξίας στο Κυπριακό. Κάτι που φάνηκε περίτρανα στις συνομιλίες της Γενεύης και τη Διεθνή Διάσκεψη για το Κυπριακό (Ιανουάριος 2017), όπου κατέστη σαφές ότι στόχος της Άγκυρας δεν είναι η επίλυση του Κυπριακού. Η Άγκυρα σαμπόταρε την επίλυση, επιμένοντας -και συνεχίζει να επιμένει- στη διατήρηση των κατοχικών στρατευμάτων και του απαράδεκτου καθεστώτος εγγυήσεων. Και, όταν διαπίστωσε ότι αυτή η παρελκυστική γραμμή της δεν περνάει, ήγειρε όψιμα θέμα “4 ελευθεριών” (του ευρωπαϊκού κεκτημένου) για τους Τούρκους πολίτες, στο πλαίσιο της επίλυσης του Κυπριακού. Ένα θέμα, δηλαδή, το οποίο στην πραγματικότητα δεν αφορά τις συνομιλίες για το Κυπριακό, αλλά αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης με ΕΕ – Τουρκίας. Ως εκ τούτου, είναι απορίας άξιον πως διάφοροι δεξιοί και αριστεροί “εκσυγχρονιστές” (ως επί το πλείστον, παλαιοί οπαδοί του “σχεδίου Ανάν”) αρθρογραφούν εσχάτως, επιρρίπτοντας τις ευθύνες για το αδιέξοδο στην ελλαδική και ελληνοκυπριακή πλευρά. Ειδικότερα στον πρόεδρο της Κύπρου, Ν.Αναστασιάδη, και τον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, Ν.Κοτζιά.

Κόντρα με τη Γερμανία

Αντίστοιχα, ο Ταγίπ Ερντογάν πρέπει να διαχειριστεί τις -εδώ και καιρό- ιδιαιτέρως άσχημες σχέσεις του με τη Γερμανία, που τελευταία επιδεινώθηκαν, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να σκέφτονται να πάρουν τα αεροσκάφη τους και το προσωπικό τους από τη βάση του Ινσιρλίκ. Να σημειωθεί πως το Βερολίνο, παρά τις επίμονες τουρκικές αντιδράσεις, παραμένει αμετακίνητο και σε ένα ακόμη ζήτημα: Αυτό της συνέχισης της δραστηριότητας της ΝΑΤΟϊκής δύναμης στο Αιγαίο για το Μεταναστευτικό έως το τέλος του 2017. Κοινή πεποίθηση είναι ότι η στάση της καγκελαρίου, Άνγκελα Μέρκελ, εφόσον επανεκλεγεί, δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί.

Σύμφωνα με υψηλόβαθμους διπλωματικούς κύκλους στο Βερολίνο, η Γερμανία δεν βλέπει πως, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα μπορούσαν να αποκατασταθούν οι σχέσεις των δυο χωρών, όταν μάλιστα το κλίμα δυσπιστίας είναι τόσο έντονο. Να σημειωθεί πως στη Γερμανία εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες με αφορμή τις απειλές της Τουρκίας για το Μεταναστευτικό και τη συσχέτιση του θέματος με τις μελλοντικές σχέσεις της με την ΕΕ. Επίσης, ανησυχία υπάρχει και για την “τουρκική διείσδυση” στα Βαλκάνια.

Δύσκολη σχέση ΕΕ - Τουρκίας

Σε εξίσου όχι και τόσο καλό επίπεδο βρίσκονται οι σχέσεις Τουρκίας – ΕΕ. Ως γνωστόν, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουνίου 2016, εξαιτίας των διώξεων, των μαζικών εκκαθαρίσεων στον κρατικό μηχανισμό της Τουρκίας και γενικότερα στο Δημόσιο, την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, και, κυρίως, του στόχου για εγκαθίδρυση καθεστώτος της “ενός ανδρός αρχής” - σουλτάνου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολλές και μεγάλες χώρες της ΕΕ βρίσκονταν και βρίσκονται σε προεκλογική περίοδο, οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας οδηγήθηκαν στο χειρότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.

Μετά την άτυπη Σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, Gymnish, τον προηγούμενο μήνα στη Μάλτα, όπου η ΕΕ δήλωσε ότι δεν θα κλείσει τις πόρτες της στην Τουρκία, τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν. Ωστόσο, οι συνεχιζόμενες διώξεις στο εσωτερική, η πρόσφατη πλήρης άλωση της Δικαιοσύνης, και οι απειλές περί επαναφοράς της θανατικής ποινής, δεν εμπνέουν ιδιαίτερη αισιοδοξία. Πάντως, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αναλυτές, οι οποίοι εκτιμούν ότι υπάρχει το “εφιαλτικό”, κατά τους ίδιους, σενάριο να απαγκιστρωθεί ο Τούρκος πρόεδρος από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υποψηφιότητα της Τουρκίας στην ΕΕ, επαναφέροντας την θανατική ποινή στη χώρα του. Έτσι, σημειώνουν, θα “εξαναγκάσει” την Ευρώπη να προβεί σε κινήσεις διακοπής της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Και, βέβαια, στη συνέχεια, η Άγκυρα θα νίψει τα χείρας και θα ρίξει την ευθύνη για τον τερματισμό της διαδικασίας στην ΕΕ.

Όπως και να' χει, η Άγκυρα δείχνει να “καίγεται” από την ελπίδα ότι η Ευρώπη, επειδή ακριβώς, όπως θεωρεί ο κύκλος Ερντογάν, έχει ανάγκη την Τουρκία, τελικώς θα της δώσει την πολυπόθητη, αναβαθμισμένη Τελωνειακή Ένωση με την ΕΕ. Ωστόσο, και σε αυτό το ζήτημα υπάρχουν σοβαρότατες ενστάσεις εντός της ΕΕ. Ανεξαρτήτως των εξελίξεων, οι Βρυξέλλες θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν την πολιτική τους, ιδιαίτερα όταν αφορά χοντροκομμένες προκλήσεις σε βάρος μιας χώρας μέλους της ΕΕ, όπως η Ελλάδα. Στην περίπτωση, λοιπόν, που η Τουρκία συνεχίζει να προκαλεί την Ελλάδα, ένα από τα μέσα πίεσης, θα μπορούσε να είναι η αυτόματη αναστολή της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ – Τουρκίας. Κάτι που θα αποτελούσε σαφές και αυστηρό μήνυμα προς την Άγκυρα.