To ΔΝΤ τινάζει ξανά στον αέρα τις διαπραγματεύσεις
24/02/2017 12:00
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

To ΔΝΤ τινάζει ξανά στον αέρα τις διαπραγματεύσεις

Στην ανάγκη ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους επιμένει το ΔΝΤ, ενώ θέτει ξανά το ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων της Ελλάδας.

Σε ανάρτηση στην ιστοσελίδα του ΔΝΤ, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Τομέα του ΔΝΤ Πόουλ Τόμσεν, ο Διευθυντής του Τομέα Αναλύσεων Μορίς Όμπσφελντ και ο επικεφαλής του Νομικού Τμήματος του ΔΝΤ Σόν Χέγκαν, υπογραμμίζουν ότι για να συμμετέχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα θα απαιτηθεί μια εκ των προτέρων αξιόπιστη και πλήρως καταγεγραμμένη διαδικασία ελάφρυνσης του χρέους, η οποία -όπως αναφέρεται- θα σχετίζεται με ρεαλιστικούς στόχους πολιτικής και κυρίως με πρωτογενή πλεονάσματα που θα είναι σε επίπεδα που θα βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του χρέους με την πάροδο του χρόνου και δεν θα είναι σε επίπεδα που θα διαταράσσουν την οικονομία.

Κάτι που δείχνει πως η επιστροφή της επικεφαλής του ΔΝΤ για την Ελλάδα Ντέλια Βελκουλέσκου στην Αθήνα για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη αξιολόγηση θα γίνει με όρους ΔΝΤ, όχι μόνον σε σχέση με τις διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και σε σχέση με τα πλεονάσματα και την αναδιάρθρωση του χρέους.

Στο άρθρο τους με τίτλο «Η ενασχόληση με το δημόσιο χρέος -Η Προοπτική του ΔΝΤ» οι κ.κ. Τόμσεν, Όμπσφελντ και Χέγκαν αναφέρουν τα εξής:

«Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι εφικτό, είτε πολιτικά είτε οικονομικά, το πρόβλημα να λυθεί μέσω της περαιτέρω σύσφιξης του ζωναριού (belt tightening)», σημειώνουν σχετικά και συνεχίζουν: «Οποιαδήποτε αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους πρέπει να συνοδεύεται από ρεαλιστικές παραδοχές, παρά από «ηρωικές» παραδοχές (σ.σ. το Ταμείο έχει χαρακτηρίσει έτσι τις προσπάθειες των Ελλήνων για τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα) σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα ότι οι οικονομίες συχνά απαιτούν περισσότερο χρόνο για να ανακάμψουν από κρίσεις από ό, τι αρχικά αναμενόταν». Υπογραμμίζουν ότι όταν το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο, το νομικό πλαίσιο του ΔΝΤ αποκλείει την παροχή οικονομικής στήριξης, εκτός εάν το πρόγραμμα περιλαμβάνει ειδικά μέτρα, – όπως συνήθως αναδιάρθρωση χρέους -που αντιμετωπίζουν αξιόπιστα το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους σε μεσοπρόθεσμη περίοδο. Το σκεπτικό τους είναι το εξής: «Ένα πρόγραμμα που αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει το δυσβάσταχτο χρέος είναι πιθανό να επιδεινώσει τα προβλήματα, διότι θα δημιουργήσει περαιτέρω αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον του κράτους μέλους. Η αβεβαιότητα που δημιουργεί το μεγάλος απόθεμα χρέους επηρεάζει την πολιτική στήριξη στις μεταρρυθμίσεις, καθώς οι πολίτες μπορεί να θεωρήσουν πως οι θυσίες τους, γίνονται κατά κύριο λόγο για το όφελος των πιστωτών”. Προσθέτουν επίσης ότι η αβεβαιότητα που δημιουργείται από ένα άλυτο πρόβλημα χρέους μπορεί επίσης να αποτρέψει νέες επενδύσεις στην οικονομία, και ως εκ τούτου εμποδίζει την ανάκαμψη από την οποία εξαρτάται η επιτυχία του προγράμματος. Σημειώνουν ότι εκτός εάν το πρόγραμμα παρέχει ένα μονοπάτι ώστε η χώρα να ανακτήσει την πρόσβαση στις αγορές μεσοπρόθεσμα, το Ταμείο δεν θα είναι σε θέση να πει ότι το πρόγραμμα αυτό αντιμετωπίζει τα βασικά προβλήματα του κράτους με ουσιαστικό τρόπο.

Αναφορικά με την Ελλάδα οι αξιωματούχοι του Ταμείου γράφουν ότι:

Η αξιολόγηση της βιωσιμότητας όσον αφορά στην ικανότητα μιας χώρας να αποκαταστήσει την πρόσβαση αγορές είναι σχετική όταν η χώρα είναι μέλος μιας νομισματικής ένωσης. Εκτός αν υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες που προβλέπουν δημοσιονομικές μεταβιβάσεις μεταξύ των μελών της νομισματικής ένωσης, η χώρα δεν δύναται να επιλύει με βιώσιμο τρόπο τα προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών εφ ‘όσον πρέπει να εξαρτάται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από την υποστήριξη των άλλων μελών της Ένωσης. Έχει σημασία η προειδοποίησή τους ότι το ΔΝΤ είναι αυτό που καθορίζει εάν ένα χρέος είναι βιώσιμο ή όχι και κανένας άλλος. Γράφουν: «Επειδή η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους του ΔΝΤ είναι κεντρικής σημασίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του Ταμείου το έργο αυτό είναι ευθύνη του ΔΝΤ. Μας απαγορεύεται να το αναθέσουμε σε κάποιον άλλο».

Αναφορικά με τις δύο κύριες μεθοδολογίες που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για να εκτιμήσει κατά πόσον το χρέος είναι βιώσιμο, γράφουν:

Η πρώτη μεθοδολογία ρωτά αν, μέχρι το τέλος του προγράμματος του ΔΝΤ και με το χρέος εξυπηρετείται με τους αρχικούς όρους, οι δείκτες χρέους προς το ΑΕΠ θα είναι αρκετά χαμηλοί ή σε μια αρκετά σαφή πτωτική πορεία για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πιστωτών και να επιτραπεί στην εκάστοτε κυβέρνηση να ξαναβγεί στις αγορές. Η δεύτερη μεθοδολογία, η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν το χρέος έχει μακρά περίοδο ωρίμανσης και ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια, απαντά στο ερώτημα εάν οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για την πληρωμή τόκων και κεφαλαίου μπορούν εύλογα να καλυφθούν από την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Γράφουν ακόμα ότι το Ταμείο είναι αυτό που αποφασίζει για το ύψος των πλεονασμάτων: «Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό στις προβλέψεις μας για την δυνατότητα της αποπληρωμής του χρέους, να μπορούμε ρεαλιστικά να καθορίζουμε τα πρωτογενή πλεονάσματα σε επίπεδα που βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του χρέους με την πάροδο του χρόνου, παρά σε επίπεδα που θα διαταράξουν την οικονομία τόσο σοβαρά που τα φορολογικά έσοδα στην πραγματικότητα θα υποχωρήσουν και οι δημοσιονομικοί στόχοι θα εγκαταλειφθούν. Ως εκ τούτου η κρίση μας θα βασιστεί τόσο στις συνθήκες της χώρας όσο και στην εκτεταμένη εμπειρία μας. Το πλαίσιο του Ταμείου απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι κίνδυνοι για την εφαρμογή του προγράμματος, όσο και οι οικονομικές προβλέψεις». Οι κ. Τόμσεν, Όμπσφελντ και Χέγκαν σημειώνουν ότι όταν τα κρατικά χρέη είναι μη βιώσιμα, εκτός από την περίπτωση που υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση, η ελάφρυνση του χρέους σε κάποιο βαθμό, σε συνδυασμό με ένα ισχυρό, αλλά αξιόπιστο πρόγραμμα προσαρμογής, είναι το μόνο μέσο για προκύψει το καλύτερο από μια κακή κατάσταση.

«Προσποιούμενοι ότι μη βιώσιμα χρέη μπορούν να αποπληρωθούν αυτό υποσκάπτει την αποτελεσματικότητα των προσπαθειών προσαρμογής του οφειλέτη, οδηγώντας τελικά όλους τους εμπλεκομένους στο να χάσουν περισσότερα από ό, τι αν είχαν αντιμετωπίσει εγκαίρως τα γεγονότα», υποστηρίζουν χαρακτηριστικά τα στελέχη του Ταμείου.

Πηγή: mignatiou.com-imerisia.gr