Στουρνάρας: Όχι σε πλεονάσματα 3,5% αλλά 2%
13/05/2016 15:07
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Στουρνάρας: Όχι σε πλεονάσματα 3,5% αλλά 2%

Αιχμές κατά της κυβέρνησης για την εγκληματική πρώτη διακυβέρνηση αλλά και για τις δραματικές καθυστερήσεις στο κλείσιμο της αξιολόγησης από τον περασμένο Νοέμβριο και μετά, αφήνει ο Γ. Στουρνάρας σε ομιλία του στονΣύνδεσμο Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος. Ο διοικητής της ΤτΕ, προχωρά μάλιστα και σε μια πολύ σημαντική παρέμβαση που πάει κόντρα στην πρόταση της κυβέρνησης για πλεονάσματα 3,5% ετησίως από το 2018 και μετά. Μια πρόταση που είναι εντελώς ανεδαφική κι έγινε γιατί προφανώς το απαιτούσαν οι δανειστές.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα η Τράπεζα της Ελλάδος, ανέλυσε και προτείνει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα για τα επόμενα χρόνια να μην είναι στο 3,5% όπως λέει η κυβέρνηση και απαιτούν οι δανειστές αλλά να είναι στο 2%. Μαζί με σειρά ενεργειών που πρέπει να γίνουν, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, η ελληνική οικονομία μπορεί άμεσα να ανακάμψει.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στην Τράπεζα της Ελλάδος θεωρούμε ότι η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε βιώσιμούς και υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξής θα υποβοηθηθεί από τη μείωση του τελικού δημοσιονομικού στόχου από πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και μετά, σε 2% του ΑΕΠ, χωρίς να θιγεί η προοπτική βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους».

Αναφέρει ακόμη σειρά μέτρων για το πώς θα μπορούσε να μπει σε τροχιά η χώρα:«Πέρα από την αναγκαιότητα μείωσης του τελικού δημοσιονομικού στόχου για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, και αναδιάρθρωσης του υψηλού δημόσιου χρέους με στόχο την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του, αυτό που απαιτείται σήμερα, είναι η έγκαιρη υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων και των μεταρρυθμίσεων του νέου προγράμματος, οι οποίες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για την επιστροφή στην οικονομική και χρηματοπιστωτική κανονικότητα και σε ένα νέο, εξωστρεφές και βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο.

Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα, θα οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης, ενώ παράλληλα αναμένεται να διευκολύνει την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών μέσω της ενίσχυσης του ανταγωνισμού. Κάτι τέτοιο θα βελτιώσει την ποιότητα των ελληνικών εξαγωγών, ενώ θα διευρύνει την εξαγωγική βάση και τη συνολική παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό θα καταστήσει διατηρήσιμη την υποχώρηση των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ παράλληλα θα αυξήσει το δυνητικό προϊόν σε μέσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ταυτόχρονα με την υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα, όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την υποβοήθηση της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί την πλέον σημαντική πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα. Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, όχι μόνο θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες που θα συνεργαστούν, αλλά και θα επιτρέψει στις τράπεζες να απελευθερώσουν κεφάλαια, τα οποία θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης ακόμη και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Υπάρχουν σήμερα μεγάλες ευκαιρίες που δεν πρέπει να τις αφήσουμε να περάσουν αναξιοποίητες. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα αναφέρω, κλείνοντας, μία τέτοια μεγάλη ευκαιρία: Η Κίνα, επιθυμώντας να προσαρμόσει το αναπτυξιακό της υπόδειγμα, επιθυμεί να επενδύσει στο εξωτερικό. Μία από τις χώρες στις οποίες επιθυμεί να επενδύσει, είναι η Ελλάδα. Και δεν εννοώ επενδύσεις μόνο σε υποδομές και σε δίκτυα, αλλά και στην υπόλοιπη οικονομία, όπως στη βιομηχανία και στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Για να εκμεταλλευτούμε αυτές τις ευκαιρίες, πρέπει κυρίως να προσαρμόσουμε κατάλληλα την αναπτυξιακή μας στρατηγική και να υιοθετήσουμε ένα εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο, που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε ιδιωτικοποιήσεις και στην αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, με στόχο να γίνει η Ελλάδα αναπτυξιακός κόμβος στην ευρύτερη περιοχή. Κυρίως όμως πρέπει να θέλουμε να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις και πρέπει να θέλουμε να μην χάσουμε, για μια ακόμη φορά, τις ευκαιρίες που μας παρουσιάζονται».

Οι αιχμές του διοικητή για την κυβέρνηση είναι οι εξής:

Παρά τη μεγάλη προσπάθεια που καταβλήθηκε για την αποφυγή της χρεοκοπίας και τη διόρθωση των ανισορροπιών, η Ελλάδα παραμένει ακόμα σε πρόγραμμα προσαρμογής, σε αντίθεση με την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, οι οποίες, αν και υπήχθησαν σε προγράμματα μετά από την Ελλάδα, επέτυχαν ήδη να εξέλθουν.

Αυτή η καθυστέρηση οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον αρνητικό ρόλο που διαδραμάτισαν: Η έλλειψη οικειοποίησης και προσήλωσης, από μερίδα του πολιτικού κόσμου, στη διόρθωση των λαθών του παρελθόντος και στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, η αντιμνημονιακή ρητορική, ο κομματικός ανταγωνισμός και η έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς και τα ποικίλα, μεγάλα και μικρά, συμφέροντα που επεδίωκαν τη διατήρηση των κεκτημένων τους και τη μη υιοθέτηση και εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.

Παράλληλα, όμως, η μη τήρηση των δεσμεύσεων των Ευρωπαίων εταίρων όσον αφορά την υλοποίηση των αποφάσεων του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012 για την ελάφρυνση του χρέους, αλλά και το γεγονός ότι σε κάθε καθυστέρηση στη διαπραγμάτευση, ακόμη και για τεχνικά ζητήματα, επισείονταν ως απειλή από ορισμένους από τους εταίρους ο κίνδυνος της χρεοκοπίας και εξόδου από το ευρώ, με ανάλογα αποτελέσματα στις αγορές, επέτειναν την αβεβαιότητα και επηρέασαν αρνητικά το οικονομικό κλίμα στη χώρα.

Οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ειδικά στη λειτουργία του δημόσιου τομέα και στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, οδήγησαν σε αντίστοιχες καθυστερήσεις στην εμφάνιση των θετικών επιδράσεων στην ανάπτυξη και την απασχόληση. Έτσι, μόλις το 2014 άρχισαν να καταγράφονται οι επιδράσεις αυτές μετά από έξι χρόνια ύφεσης: άνοδος του ΑΕΠ το 2014 κατά 0,7% και θετικοί ρυθμοί μεταβολής τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2015 σε ετήσια βάση.

Το ΑΕΠ υποχώρησε, όμως, σε ετήσια βάση κατά 1,7% το γ’ τρίμηνο του 2015 και κατά 0,8% το δ’ τρίμηνο του 2015, οδηγώντας την ελληνική οικονομία σε μικρή ύφεση της τάξης του 0,2% για το σύνολο του 2015. Προσδιοριστικοί παράγοντες της υποτροπής ήταν: Η πολιτική αστάθεια από το τέλος του 2014, οι ατελέσφορες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και η αναζωπύρωση της αβεβαιότητας το πρώτο εξάμηνο του 2015 που οδήγησαν σε μεγάλη εκροή καταθέσεων, η τραπεζική αργία και η επιβολή περιορισμών στις τραπεζικές συναλλαγές και στην κίνηση κεφαλαίων (οι οποίες κατάφεραν μεν να ανασχέσουν την εκροή καταθέσεων, αλλά επέδρασαν αρνητικά στη χρηματοδότηση της οικονομίας), καθώς και τα νέα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που ελήφθησαν στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, τα οποία κρίθηκαν αναγκαία προκειμένου να επιτευχθούν οι αναθεωρημένοι δημοσιονομικοί στόχοι.

Οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας και του εγχώριου τραπεζικού συστήματος δοκιμάστηκαν. Η οικονομία, όμως, προέβαλε ισχυρές αντιστάσεις, με αποτέλεσμα οι αρνητικές επιπτώσεις να είναι σημαντικά ηπιότερες σε σχέση με ό,τι αρχικά αναμενόταν το καλοκαίρι του 2015 (υποχώρηση του ΑΕΠ το 2015 κατά 2,3% σύμφωνα με το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016).

Σε αυτό συνέβαλαν η βαθμιαία αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης μετά τη Συμφωνία της 12ης Ιουλίου, οπότε και ανακόπηκε η δυσμενής και αβέβαιη πορεία της οικονομίας, οι ηπιότερες του αναμενομένου επιπτώσεις στην οικονομία από τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων εξαιτίας της ταχείας χαλάρωσης των περιορισμών, η σημαντική άνοδος της τουριστικής κίνησης και η μεγάλη μείωση της τιμής του πετρελαίου, καθώς και η επιτυχής ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών με αυξημένη ιδιωτική συμμετοχή.

Η επιβάρυνση του οικονομικού κλίματος και η αυξημένη αβεβαιότητα το πρώτο εξάμηνο του 2015 οδήγησαν σε εκτεταμένες εκροές καταθέσεων αλλά και σε μεγάλη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι εξελίξεις αυτές κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.