Στουρνάρας: Δεν επιτυγχάνεται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%
11/06/2019 16:20
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Στουρνάρας: Δεν επιτυγχάνεται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%

Την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις εξέφρασε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο 2nd InvestGr Forum 2019, με θέμα της ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα.

Αναφερόμενος μάλιστα στο πρωτογενές πλεόνασμα δήλωσε ότι "για το 2019 η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ".

Με άλλα λόγια ο διοικητής της ΤτΕ προδικάζει δημοσιονομική "τρύπα" 1,1 δισ. ευρώ περίπου ή ίση με το 0,6% του ΑΕΠ για το 2019. Και τούτο λίγες ημέρες μετά τις εκθέσεις της Κομισιόν στις οποίες εκτιμάται ότι υπάρχει πλέον ορατός κίνδυνος απόκλισης από τον δημοσιονομικό στόχο λόγω της "παροχολογίας" που φτάνει έως τα 2,5-3 δισ. ευρώ ετησίως.

Στην ομιλία του συμπλήρωσε μάλιστα πως "η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο σε σχέση με το ισχύον 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, εφόσον συνδυαστεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, δεν συνεπάγεται υψηλότερο δημόσιο χρέος αλλά πιθανότατα χαμηλότερο: διότι, όταν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι 180%, τότε 1% υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης (ο οποίος μπορεί να προκύψει εάν η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα επιτευχθεί με μείωση φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις) ή/και 100 μονάδες βάσης χαμηλότερο κόστος δανεισμού (που έχει ήδη προκύψει σε σχέση με το σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), είναι 1,8 φορές πιο αποτελεσματικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ από ότι μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν και τα πρόσθετα έσοδα από τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις".

Οι προκλήσεις

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα παρά την έως τώρα πρόοδο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις και προβλήματα που κληροδότησε η μακρόχρονη οικονομική κρίση. Ειδικότερα, οι σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι ακόλουθες:

- Το πολύ υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών το οποίο μειώνει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να παρέχει πιστώσεις σε υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες

- Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος δημιουργεί αβεβαιότητα για την ικανότητα της χώρας να το εξυπηρετήσει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα

- Η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων σε μια παρατεταμένη περίοδο (π.χ. 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022) έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ.

- Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδος και το αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

- Η υψηλή μακροχρόνια ανεργία

- Η γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης

- Ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας

- Η παγκοσμιοποίηση, η ψηφιοποίηση, οι δημογραφικές αλλαγές και η κλιματική αλλαγή επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας όλων των χωρών, μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα.

- Οι δικαστικές αποφάσεις, που ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τις δημοσιονομικές εξελίξεις.

Τέλος, οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του αποθέματος κεφαλαίου της οικονομίας, ενώ και το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν θεωρείται ακόμη αρκετά φιλικό προς τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Οι προϋποθέσεις για την αύξηση των επενδύσεων

Αναφερόμενος στις προϋποθέσεις για την αύξηση των επενδύσεων ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε πως η οικονομική πολιτική την επόμενη περίοδο θα πρέπει να επικεντρωθεί σε πολιτικές που αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις και έχουν ως στόχο τη μετάβαση της οικονομίας σε ένα βιώσιμο, εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο, με κύριο μέσο τις επενδύσεις.

Όπως είπε:

"Κατ’ αρχήν, απαιτείται δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), με ενεργοποίηση των σχεδίων που έχουν προταθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Οικονομικών. Ωστόσο, οι τραπεζικές πιστώσεις δεν αναμένεται να αυξηθούν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιτευχθεί σημαντική αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων. Συνεπώς είναι ανάγκη:

Πρώτον, να διευρυνθούν οι πηγές μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης. Δηλαδή, θα πρέπει νααξιοποιηθούν σε µεγαλύτεροβαθµό οι δυνατότητες που προσφέρουν οι κεφαλαιαγορές και η εναλλακτική χρηματοδότηση (π.χ. τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, η συμμετοχική χρηματοδότηση και οι εξειδικευμένες χρηματιστηριακές πλατφόρμες αγορών μετοχών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι μετατρέψιμες οµολογίες κ.λπ.). Σημαντική ώθηση στις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης μπορεί να δοθεί μεσοπρόθεσμα και από την υλοποίηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Δεύτερον, θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι από τα διαρθρωτικά ταμεία, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων. Ωστόσο, δεν αρκεί μόνο η απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων. Θα πρέπει να επιταχυνθεί η εκτέλεση των έργων, ώστε να επωφεληθεί η πραγματική οικονομία.

Τρίτον και σημαντικότερο, δεδομένου ότι η εγχώριααποταμίευση δεν επαρκεί να καλύψει τις αναγκαίες επενδύσεις προκειμένου να επιτευχθούν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης, είναι επιτακτική η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων. Οι εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων έφθασαν τα 3,6 δισεκ. το 2018, συνεχίζοντας έτσι την ανοδική τάση που ξεκίνησε το 2016 (2,5 δισεκ. ευρώ) και το 2017 (3,2 δισεκ. ευρώ). Οι αυξημένες εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων τα τελευταία τρία χρόνια υποδηλώνουν ότι σημαντικοί ξένοι επενδυτές διαβλέπουν θετικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία. Εκτιμάται ότι μια κατάλληλα εστιασμένη πολιτική προσέλκυσης ξένων επενδύσεων μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις επενδυτικές ροές.

Για να προσελκύσει η χώρα περισσότερες ξένες άμεσες επενδύσεις, θα πρέπει να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες ενεργοποιούν και πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις, και να δοθεί έμφαση στην άρση σημαντικών αντικινήτρων, όπως η γραφειοκρατία, η ασάφεια και αστάθεια του νομοθετικού, ρυθμιστικού και θεσμικού πλαισίου, το μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, η ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, οι καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών καθώς και οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων. Θα πρέπει επίσης να ισχυροποιηθεί η ανεξάρτητη λειτουργία των θεσμών και να ενισχυθεί το κράτος δικαίου. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία οι χώρες με ισχυρούς, ανεξάρτητους θεσμούς και ισχυρό κράτος δικαίου που εμπνέει σεβασμό επιτυγχάνουν υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη, καθώς διευκολύνουν τις επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Οι παρεμβάσεις στην Δημόσια Διοίκηση, στην λειτουργία των Ανεξάρτητων Θεσμών και ιδιαίτερα στην Δικαιοσύνη δεν συνάδουν με ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου, και λειτουργούν αποτρεπτικά και για τις επενδύσεις.

Παράλληλα, είναι καταλυτικής σημασίας όχι μόνο να μην σημειώνεται οπισθοδρόμηση και να ακυρώνονται μεταρρυθμίσεις, αλλά να ενισχύονται εκείνες που ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό στις αγορές, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει τα κίνητρα για καινοτομία και νέες επενδύσεις, οδηγεί σε υψηλότερη παραγωγικότητα και απασχόληση και βελτιώνει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Επίσης, θα πρέπει να ενισχυθεί το "τρίγωνο της γνώσης", δηλαδή ηεκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία. Αυτό θα συμβάλει στην ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, στον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, στην αύξηση του αποθέματος γνώσης και παραγωγικού κεφαλαίου μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων, στην ανάπτυξη εξωστρεφών κλάδων και στην προώθηση της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη αυτονομία στο δημόσιο σχολείο και στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Επιπλέον, σε συνεννόηση και συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους, θα πρέπει να μειωθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2022 και η οικονομική πολιτική να υιοθετήσει ένα μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και χαμηλότερες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να είναι φιλικότερο προς τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη".

Ο κεντρικός τραπεζίτης παράλληλα υπογράμμισε πως: "Είναι τέλος αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία σχημάτων σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, στη βελτίωση της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, κυρίως μέσω μιας σύγχρονης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης, στην αύξηση των δημοσίων επενδύσεων που έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία και στην εισαγωγή διεθνών λογιστικών προτύπων σε όλες τις επιχειρήσεις και φορείς της γενικής κυβέρνησης και του δημόσιου τομέα γενικότερα, από ένα μέγεθος και πάνω. Οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα αριστοποιούν το σύνολο των εθνικών πόρων, δηλαδή το άθροισμα των δημόσιων και ιδιωτικών, και προσφέρουν λύσεις ακόμα και σε τομείς όπως η κοινωνική ασφάλιση και η υγεία, αυξάνοντας και όχι μειώνοντας τους διαθέσιμους πόρους για τους πολίτες και βελτιώνοντας το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ευρωπαϊκές χώρες με ιδιαίτερα ενισχυμένο κράτος ευημερίας, όπως οι Σκανδιναβικές, είναι αυτές που κατ’ εξοχήν βρίσκουν εφαρμογή τέτοια σχήματα στην κοινωνική ασφάλιση και στην υγεία, όπου οι ιδιωτικοί πόροι συμπληρώνουν τους δημόσιους και ο ιδιωτικός τομέας εποπτεύεται, ελέγχεται και αδειοδοτείται από το δημόσιο για παρόμοιες δραστηριότητες".

Πηγή:capital.gr